Φορολογία δανείων προσωπικού

Η φορολόγηση των δανείων προσωπικού εντάσσεται σε αυτό το νέο και δύσκολο στην εφαρμογή του πλαίσιο το οποίο εισήγαγε ο νόμος κώδικας φορολογίας εισοδήματος, και ονομάζεται παροχή σε είδος. Σήμερα θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε ένα σημαντικό ζήτημα της παροχής σε είδος προς τους μισθωτούς η οποία είναι τα δάνεια του προσωπικού.

Ως γενική αρχή, κάθε παροχή σε είδος που υπερβαίνει τα 300 ευρώ το έτος είναι φορολογήσιμη και αποτελεί εισόδημα για τον μισθωτό. Οι διατάξεις του άρθρου 13 του Ν.4172/2013 μας ενημερώνουν τι σημαίνει παροχή σε είδος και τις προϋποθέσεις για να καταστεί φορολογήσιμη. Ειδικά για τα δάνεια προσωπικού, υφίστανται προϋποθέσεις τόσο ως προς το επιτόκιο όσο και ως προς την αναλογία ποσού μισθού. Δηλαδή οποιοδήποτε παροχή είναι κάτω των 3 μηνών (3 μισθοί) θα θεωρείται απλή προκαταβολή, άνω των 3 μισθών θα θεωρείται δάνειο και θα εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 13.

Συγκεκριμένα ο νόμος αναφέρει:

“Οι παροχές σε είδος με την μορφή του δανείου, προς εργαζόμενο ή εταίρο ή μέτοχο, από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, περιβάλλονται την μορφή έγγραφης συμφωνίας και αποτιμώνται με βάση το ποσό της διαφοράς που προκύπτει, μεταξύ των τόκων που θα κατέβαλε ο εργαζόμενος στη διάρκεια του ημερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβε την παροχή, εάν το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων ήταν το μέσο επιτόκιο αγοράς, όπως ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, κατά τον ίδιο μήνα και των τόκων που τυχόν κατέβαλε ο εργαζόμενος στη διάρκεια του εν λόγω ημερολογιακού μήνα Σε περίπτωση που δεν υφίσταται έγγραφη συμφωνία δανείου, το σύνολο του αρχικού κεφαλαίου λογίζεται ως παροχή σε είδος. Η προκαταβολή μισθού άνω των τριών ( 3 ) μηνών θεωρείται δάνειο”.

Ο δεύτερος παράγοντας, αυτός του επιτοκίου, διευκρινίστηκε από το ΥΠΟΙΚ με την ΠΟΛ 1034/30.01.2014. Το υπουργείο ουσιαστικά μας λέει ότι θα πρέπει να στηριζόμαστε για τους υπολογισμούς, ανάλογα με το είδος του δανείου, στα επιτόκια που δημοσιεύει η Τράπεζα της Ελλάδος. Ο σκοπός του δανείου θα ορίζεται από τη σύμβαση που θα καταρτίζεται μεταξύ μισθωτού και εταιρίας ενώ αν η σύμβαση δεν αναφέρει συγκεκριμένο σκοπό ως επιτόκιο λαμβάνεται το επιτόκιο για τις υπεραναλήψεις από τρεχούμενους λογαριασμούς.

Γιατί μας ενδιαφέρει όμως αυτό το επιτόκιο, εφόσον η εταιρία θα δώσει στο δάνειο του εργαζόμενου ένα άλλο, σαφώς πιο συμφέρον επιτόκιο; Ο λόγος είναι ότι η ωφέλεια που τελικά θα φορολογηθεί θα προκύψει από τη σύγκριση του επιτοκίου με το οποίο θα λάβει ο εργαζόμενος το δάνειο από τον εργοδότη του και του επιτοκίου της αγοράς όπως αναφέραμε πιο πάνω.

Η διαφορά αυτή, θα υπολογισθεί σε σύνολο τόκων για όλη τη διάρκεια του δανείου και θα φορολογηθεί με την κλίμακα των μισθωτών. Αυτό που πρέπει να προσεχθεί είναι ότι φορολογείται η ωφέλεια οπότε αν πχ ένας εργαζόμενος λάβει δάνειο ύψους 5 μισθών από την εταιρεία που εργάζεται με επιτόκιο της αγοράς τότε δεν έχει ωφέλεια άρα η φορολόγηση θα είναι μηδενική. Το αντίθετο θα συμβεί αν ένας εργαζόμενος λάβει δάνειο δίχως σύμβαση. Εκεί ο νόμος προβλέπει το σύνολο του δανείου ως ωφέλεια και φορολογείται ολόκληρο. Οπότε η υπογραφή μιας σύμβασης σε τέτοιες συναλλαγές επιβάλλεται για να μην υπερφορολογηθεί ο εργαζόμενος.

 

Ο τρόπος εφαρμογής 

Δεν είναι ακόμη πολύ ξεκάθαρο το πως θα εφαρμοστούν όλα αυτά, ωστόσο από 01/01/2014, πρέπει κάθε λογιστήριο επιχείρησης που χορηγεί δάνειο προς το προσωπικό, εκτός από τις τοκοχρεωλυτικές δόσεις, πρέπει να υπολογίσει και την ωφέλεια του εργαζόμενου. Ένα ουσιαστικό θέμα που προκύπτει είναι ότι αν τα δάνεια αυτά ξεπερνούν το έτος σε διάρκεια, η ωφέλεια τον τόκων ενδεχομένως να πρέπει να υπολογισθεί σε παρούσα αξία! Διαδοχικά τα βήματα που εκτιμούμε ότι πρέπει να ακολουθηθούν για ένα τυχαίο δάνειο προσωπικού ύψους 6 μισθών (έστω 1.000 ευρώ μηνιαίος μισθός) = 6.000 ευρώ κεφάλαιο που χορηγείται το Μάιο του 2014, με μηνιαία αποπληρωμή σε 3 έτη, δίχως ορισμένο σκοπό δανείου είναι:

(α) Εύρεση επιτοκίου σύγκρισης: Επειδή ο σκοπός δεν είναι ορισμένος θα χρησιμοποιηθεί το επιτόκιο υπεραναλήψεων όπως ορίζεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, Θα πάμε να βρούμε στα μέσα σταθμισμένα επιτόκια της Τράπεζα της Ελλάδος το επιτόκιο για το μήνα που χορηγούμε το δάνειο: 10,79% από τους πίνακες της ΤτΕ.
(β) Εύρεση πραγματικού επιτοκίου χορήγησης. Έστω ο επιχειρηματίας ορίζει προνομιακό επιτόκιο δανεισμού για τον υπάλληλο του με 5,79%.
(γ) Υπολογίζουμε τη διαφορά επιτοκίων ως ωφέλεια δηλαδή 10,79% – 5,79% = 5%, άρα η ωφέλεια του υπαλλήλου θα είναι η θετική διαφορά των τόκων που θα υπολογισθεί σε κεφάλαιο 6.000 ευρώ, με επιτόκιο 5% για δάνειο τριών ετών.
(δ) υπολογίζουμε τους τόκους της τριετίας με 5% οι οποίοι υπολογίζονται εύκολα με ένα xls υπολογισμού τοκοχρεωλυτικού δανείου σε 474 ευρώ. Τα 474 ευρώ είναι το φορολογήσιμο μέρος του δανείου.

Ειδικότερα ζητήματα 

Εφόσον το δάνειο είναι τριετές, προκύπτει το θέμα της παρούσας αξίας. Στην περίπτωση αυτή ο υπολογισμός της παρούσας αξίας των τόκων θα απαιτούσε τη χρήση ενός προεξοφλητικού επιτοκίου και θα απαιτούσε επίσης ο φορολογούμενος να δήλωνε σε ένα έτος όλη την ωφέλεια με άπαξ φορολόγηση. Ο κώδικας φορολογίας όμως απαιτεί παρακράτηση του φόρου για την παροχή αυτή σε μηνιαία βάση. Άρα θα πρέπει ο τόκος να υπολογίζεται μηνιαίως και να γίνεται η παρακράτηση.

Όμως τουλάχιστον για το 2014, ο νομοθέτης ανέβαλε την μηνιαία παρακράτηση με το άρθρο 26 του Ν.4223/2013 και έτσι για το 2014, για το δάνειο αυτό θα υπολογίσουμε τον τόκο του έτους ο οποίος θα είναι 164 ευρώ και στην εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης το ποσό αυτό θα φορολογηθεί με 22%, δηλαδή 164*22% = 36,08 ευρώ τα οποία πρέπει να πληρώσει ο μισθωτός στη ΔΟΥ.

Από το 2015 και έπειτα θα πρέπει να γίνεται μηνιαία παρακράτηση, άρα έστω στο ίδιο δάνειο χονδρικά το μηνιαίο επιτόκιο ανέρχεται σε 0,42% άρα οι μηνιαίοι τόκοι περίπου σε 25 ευρώ από τα οποία το λογιστήριο θα πρέπει να κάνει παρακράτηση 20%, δηλαδή περίπου 5 ευρώ το μήνα, τα οποία θα αποδίδει στο δημόσιο με κάποιο έντυπο ή τρόπο που δεν έχει ακόμη καθορισθεί επισήμως.

Εν κατακλείδι, βλέπουμε ότι οι παροχές σε είδος και η φορολογική του αντιμετώπιση είναι πλέον μια δύσκολη και απαιτητική εργασία και κυρίως η κάθε παροχή δανείου θα πρέπει να είναι αυστηρώς ορισμένη τόσο σε σκοπό όσο και σε διάρκεια ώστε να μην εξαλείψει η φορολόγηση την όποια ωφέλεια μπορεί ο εργαζόμενος να λάβει από το ευνοϊκότερο επιτόκιο με το οποίο δανείζεται από τον εργοδότη του.

www.moneyguru.gr