ΤΟ ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ «ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ»

ΤΟ ΝΕΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
«ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ»

Το νέο φορολογικό νομοσχέδιο όπως έχει διαμορφωθεί έως τώρα και αναμένεται να κατατεθεί στις 11 Δεκεμβρίου στην Βουλή

ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ
«ΚΩΔΙΚΑΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ»

ΤΜΗΜΑ ΠΡΩΤΟ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ -ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1
Υποκείµενο του φόρου

1.Ως υποκείµενα του φόρου νοούνται τα φυσικά πρόσωπα, η σχολάζουσα κληρονοµιά και τα νοµικά πρόσωπα σύµφωνα µε τις προϋποθέσεις των εποµένων παραγράφων.

2. Κάθε φυσικό πρόσωπο :

α) Για το εισόδηµα που προκύπτει στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από τον τόπο κατοικίας του ή της συνήθους διαµονής του. Ως εισόδηµα που προκύπτει στην Ελλάδα θεωρείται, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά :

i. Το εισόδηµα από µισθωτή εργασία που παρέχεται στην Ελλάδα.

ii. Το εισόδηµα από υπηρεσίες διοίκησης, συµβουλευτικές και τεχνικές που παρέχονται στην Ελλάδα.

iii. Το εισόδηµα από καλλιτεχνικές και αθλητικές δραστηριότητες που παρέχονται στην Ελλάδα.

iv. Το εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα που ασκεί αλλοδαπός µέσω µόνιµης εγκατάστασης στην Ελλάδα.

v.Το εισόδηµα από µεταβίβαση παγίων περιουσιακών στοιχείων από αλλοδαπό που ασκεί επιχειρηµατική δραστηριότητα µέσω µόνιµης εγκατάστασης στην Ελλάδα.

vi. Το εισόδηµα από ακίνητη περιουσία καθώς και το εισόδηµα από λοιπά δικαιώµατα που προκύπτουν από την ακίνητη περιουσία, εφόσον τα ακίνητα βρίσκονται στην Ελλάδα.

vii. Το εισόδηµα από την πώληση ακίνητης περιουσίας η οποία βρίσκεται στην Ελλάδα.

viii. Το εισόδηµα από την πώληση εταιρικών µεριδίων ή ποσοστών συµµετοχής ή µετοχών εφόσον τα νοµικά πρόσωπα έχουν έδρα στην Ελλάδα.

ix.Το εισόδηµα από µερίσµατα ή λοιπά διανεµόµενα ποσά από ανώνυµες εταιρείες µε έδρα την Ελλάδα.

x. Το εισόδηµα από κέρδη ή λοιπά διανεµόµενα ποσά από λοιπές εταιρείες, εκτός ανωνύµων εταιρειών, εφόσον αυτές έχουν έδρα στην Ελλάδα.

xi. Το εισόδηµα από τόκους καταβληθέντες ή πιστωθέντες από κάτοικο Ελλάδας ή αλλοδαπής µέσω µόνιµης εγκατάστασης στην Ελλάδα.
xii. Το εισόδηµα από δικαιώµατα (royalties) που εισπράττεται από κάτοικο Ελλάδας ή αλλοδαπής µέσω µόνιµης εγκατάστασης στην Ελλάδα.

β) Για το παγκόσµιο εισόδηµά του κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο έχει : αα) την κατοικία του σύµφωνα µε τη διάταξη του άρθρου 51 του Α.Κ. στην Ελλάδα, ή ββ) φυσική παρουσία στην Ελλάδα για χρονικό διάστηµα άνω των εκατόν ογδόντα τριών (183) ηµερών αθροιστικά για µία περίοδο ή περιόδους σε οποιαδήποτε δωδεκάµηνη περίοδο µέχρι το τέλος του ηµερολογιακού έτους.
Κατ’ εξαίρεση δεν φορολογείται για το παγκόσµιο εισόδηµά του, παρά µόνο για το εισόδηµα από πηγή Ελλάδας το αλλοδαπό προσωπικό των εγκατεστηµένων στην Ελλάδα γραφείων µε βάση τις διατάξεις του Α.Ν. 89/1967 (Φ.Ε.Κ. 132/Α’), όπως ισχύουν µετά την αντικατάστασή τους µε το άρθρο 27 στου Ν. 3427/2005(Φ.Ε.Κ. 312/Α’), καθώς και του Ν. 27/1975 (Φ.Ε.Κ. 77/Α’).

γ) Αν το φυσικό πρόσωπο µεταφέρει την κατοικία ή τη συνήθη διαµονή του : αα) Σε κράτος που εµπίπτει στον κατάλογο των κρατών που περιέχονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 44, θεωρείται ότι έχει την κατοικία του στην Ελλάδα και υπόκειται σε φόρο για το παγκόσµιο εισόδηµά του. ββ) Εκτός Ελλάδας και υπαγόταν σε φόρο στην Ελλάδα για το παγκόσµιο εισόδηµά του τα τελευταία πέντε έτη πριν από τη δήλωση µεταβολής της κατοικίας ή της συνήθους διαµονής του, θεωρείται ότι υπόκειται σε φόρο στην Ελλάδα, για το παγκόσµιο εισόδηµά του για χρονικό διάστηµα πέντε ετών, που αρχίζει από την υποβολή της δήλωσης µεταβολής της κατοικίας ή της συνήθους διαµονής του, εφόσον :

i)Μεταβάλει την κατοικία του ή τη συνήθη διαµονή του µε µεταφορά της σε κράτος στο οποίο το εισόδηµά του υπόκειται σε προνοµιακό φορολογικό καθεστώς, κατά την έννοια της παραγράφου 7 του άρθρου 44, και ii) Διαθέτει σηµαντικά οικονοµικά συµφέροντα στην Ελλάδα κατά το χρόνο δήλωσης στη φορολογική αρχή της µεταβολής της κατοικίας ή της συνήθους διαµονής του. Ως τέτοια συµφέροντα νοούνται η συµµετοχή σε ποσοστό εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) σε ηµεδαπή προσωπική εταιρεία ή η συµµετοχή σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) σε ηµεδαπή κεφαλαιουχική εταιρεία, ή το εισόδηµά του που προκύπτει στην Ελλάδα να υπερβαίνει το τριάντα τοις εκατό (30%) των συνολικών εισοδηµάτων ή να υπερβαίνει το ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων (45.000) ευρώ, ή η αξία των περιουσιακών του στοιχείων στην Ελλάδα, από τα οποία προκύπτει εισόδηµα, να υπερβαίνει το τριάντα τοις εκατό (30%) της αξίας των συνολικών περιουσιακών του στοιχείων ή υπερβαίνει σε ύψος το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.
Οι διατάξεις της περίπτωσης γ’ δεν εφαρµόζονται, εάν το φυσικό πρόσωπο αποδείξει ότι η µεταβολή της κατοικίας ή της συνήθους διαµονής του δεν έγινε µε σκοπό τη φοροαποφυγή.

δ) Κάθε φυσικό πρόσωπο που υπηρετεί στην αλλοδαπή αν: αα) είναι λειτουργός ή συνδέεται µε οποιαδήποτε σχέση εργασίας δηµόσιου ή ιδιωτικού δικαίου µε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1Β του Ν. 2362/1995 (Φ.Ε.Κ. 247/Α’), που έχει προστεθεί µε το άρθρο 2 του Ν. 3871/2010 (Φ.Ε.Κ. 141/Α’), ή ββ) συνδέεται µε οποιαδήποτε σχέση εργασίας δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου µε θεσµικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Διεθνή Οργανισµό και είχε κατά το χρόνο της εισόδου του στην υπηρεσία του θεσµικού οργάνου της Ε.Ε. ή του Διεθνούς Οργανισµού την κατοικία ή τη συνήθη διαµονή του στην Ελλάδα, θεωρείται ότι συνεχίζει να έχει την κατοικία του στην Ελλάδα.
Οµοίως θεωρούνται ότι έχουν την κατοικία τους στην Ελλάδα και τα µέλη της οικογένειας που το βαρύνουν, σύµφωνα µε τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10, εκτός εάν έχουν την κατοικία ή τη συνήθη διαµονή τους σε κράτος στο οποίο υπόκεινται σε φόρο για το παγκόσµιο εισόδηµά τους.

3.Ησχολάζουσα κληρονοµιά κατά την έννοια του άρθρου 1865 του Αστικού Κώδικα (Π.Δ. 456/1984/Φ.Ε.Κ. 164/Α’),

4.Τα νοµικά πρόσωπα κερδοσκοπικού χαρακτήρα :
α) Οι ηµεδαπές ανώνυµες εταιρείες (Α.Ε.).
β) Οι δηµόσιες, δηµοτικές επιχειρήσεις και εκµεταλλεύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα ανεξάρτητα αν αποτελούν ή όχι ίδια νοµικά πρόσωπα.
γ) Οι συνεταιρισµοί που έχουν συσταθεί νόµιµα και οι ενώσεις τους.
δ) Οι αλλοδαπές επιχειρήσεις που λειτουργούν µε οποιονδήποτε τύπο εταιρείας, καθώς και οι κάθε είδους αλλοδαποί οργανισµοί που αποβλέπουν στην απόκτηση οικονοµικών ωφεληµάτων.
ε) Οι ηµεδαπές εταιρείες περιορισµένης ευθύνης (Ε.Π.Ε.).
στ) Οι ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες (Ι.Κ.Ε.).
ζ) Οι οµόρρυθµες εταιρείες (Ο.Ε.) και οι ετερόρρυθµες εταιρείες (Ε.Ε.).
η) Οι κοινωνίες αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελµα, οι αστικές κερδοσκοπικές ή µη εταιρείες, οι συµµετοχικές ή αφανείς καθώς και οι κοινοπραξίες.
θ)Οι Ευρωπαϊκές Εταιρείες (Societas Europaea, SE)

5. Τα µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ηµεδαπά ή αλλοδαπά νοµικά πρόσωπα δηµόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, στα οποία περιλαµβάνονται και τα κάθε είδους ιδρύµατα.

Άρθρο 2
Αντικείµενο και επιβολή του φόρου

1.Ως αντικείµενο για την επιβολή του φόρου νοείται το εισόδηµα που προέρχεται από κάθε κατηγορία (πηγή) ύστερα από την αφαίρεση των δαπανών για την απόκτησή του, όπως αυτό προσδιορίζεται ειδικότερα στον παρόντα νόµο.

2.Ειδικά για τα νοµικά πρόσωπα ως αντικείµενο για την επιβολή του φόρου νοείται :

α) Σε ηµεδαπές ανώνυµες εταιρείες, εταιρείες περιορισµένης ευθύνης και ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες το συνολικό καθαρό εισόδηµα ή κέρδος που προκύπτει στην ηµεδαπή ή αλλοδαπή. Επίσης, επί ηµεδαπών ανώνυµων εταιρειών ή εταιρειών περιορισµένης ευθύνης ή ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών, οι οποίες απαλλάσσονται του φόρου εισοδήµατος βάσει ειδικών διατάξεων νόµων, αντικείµενο φόρου είναι το καθαρό ποσό των κεφαλαιοποιούµενων ή διανεµόµενων µε οποιαδήποτε µορφή κερδών, µετά την αναγωγή αυτού σε µικτό ποσό µε την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτό φόρου εισοδήµατος. Οι διατάξεις του προηγούµενου εδαφίου έχουν ανάλογη εφαρµογή και σε οποιαδήποτε περίπτωση κεφαλαιοποίησης ή διανοµής κερδών για τα οποία δεν έχει καταβληθεί φόρος εισοδήµατος.
Κατ’ εξαίρεση, το συνολικό καθαρό εισόδηµα ή κέρδος των εταιρειών περιορισµένης ευθύνης, που συστήθηκαν µε τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του Ν. 588/1977 (Φ.Ε.Κ. 148/Α’), δεν υπόκειται σε φόρο στο όνοµα του νοµικού προσώπου, αλλά στο όνοµα κάθε εταίρου αυτών για το ποσοστό των κερδών που του αναλογεί από τη συµµετοχή του στη εταιρεία.

β) Σε ηµεδαπές οµόρρυθµες και ετερόρρυθµες εταιρείες, κοινωνίες αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελµα, αστικές κερδοσκοπικές ή µη εταιρείες, συµµετοχικές ή αφανείς, σε Ευρωπαϊκές Εταιρείες καθώς και σε κοινοπραξίες το συνολικό καθαρό εισόδηµα ή κέρδος που προκύπτει στην ηµεδαπή ή αλλοδαπή. Οι διατάξεις της προηγούµενης περίπτωσης έχουν ανάλογη εφαρµογή και σε οποιαδήποτε περίπτωση κεφαλαιοποίησης ή διανοµής κερδών για τα οποία δεν έχει καταβληθεί φόρος εισοδήµατος.

γ) Σε δηµόσιες και δηµοτικές επιχειρήσεις και εκµεταλλεύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα ανεξάρτητα αν αποτελούν ή όχι ίδια νοµικά πρόσωπα, το συνολικό καθαρό εισόδηµα ή κέρδος.

δ) Στους συνεταιρισµούς που έχουν συσταθεί νόµιµα και στις ενώσεις αυτών, στο συνολικό καθαρό εισόδηµα ή κέρδος που προκύπτει στην ηµεδαπή ή αλλοδαπή, πριν από την αφαίρεση των χορηγούµενων εκπτώσεων στα µέλη τους. Τα διανεµόµενα κέρδη και οι χορηγούµενες εκπτώσεις στα µέλη λαµβάνονται από το υπόλοιπο των κερδών, που αποµένει µετά την αφαίρεση του αναλογούντος φόρου εισοδήµατος. Για την εφαρµογή της διάταξης αυτής δεν λαµβάνονται υπόψη οι χορηγούµενες επί των τιµολογίων πωλήσεως εκπτώσεις σε διατιµηµένα είδη και µέχρι των επιτρεπόµενων από τις εκάστοτε ισχύουσες αγορανοµικές διατάξεις ποσοστών.

ε) Σε αλλοδαπές επιχειρήσεις που λειτουργούν µε οποιονδήποτε τύπο εταιρείας, καθώς και στους κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισµούς οι οποίοι αποβλέπουν στην απόκτηση οικονοµικών ωφεληµάτων, το καθαρό εισόδηµα ή κέρδος το οποίο προκύπτει από πηγή που βρίσκεται στην Ελλάδα, καθώς και το καθαρό κέρδος το οποίο προκύπτει από τη µόνιµη εγκατάσταση της επιχείρησης στην Ελλάδα κατά την έννοια του άρθρου 3. Σε αλλοδαπές επιχειρήσεις και οργανισµούς, ανεξάρτητα αν είναι εγκατεστηµένοι ή όχι στην Ελλάδα, που εκµεταλλεύονται πλοία υπό ξένη σηµαία ή αεροσκάφη, λογίζεται ότι προκύπτει στην Ελλάδα και υπόκειται σε φόρο, το κέρδος από τη µεταφορά επιβατών, εµπορευµάτων και λοιπών πραγµάτων γενικά από ελληνικούς λιµένες και αερολιµένες και µέχρι το λιµένα προορισµού ή µέχρι τον αλλοδαπό λιµένα ή αερολιµένα επιβίβασης των επιβατών ή µεταφόρτωσης των εµπορευµάτων και λοιπών πραγµάτων σε πλοίο ή αεροσκάφος άλλης αλλοδαπής επιχείρησης.

στ) Σε ηµεδαπά νοµικά πρόσωπα δηµόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, το καθαρό εισόδηµα που προκύπτει στην ηµεδαπή ή την αλλοδαπή µόνο από εκµετάλλευση κεφαλαίου. Δεν αποτελούν αντικείµενο φορολογίας τα λοιπά εισοδήµατα αυτών των νοµικών προσώπων, καθώς και τα κάθε είδους άλλα έσοδα τους που πραγµατοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού τους. Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής εφαρµόζονται για νοµικά πρόσωπα δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα τα οποία έχουν την έδρα τους σε κράτος µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποκτούν εισόδηµα που προκύπτει στην ηµεδαπή.

ζ) Σε λοιπά αλλοδαπά νοµικά πρόσωπα δηµόσιου ή ιδιωτικού δικαίου µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, το καθαρό εισόδηµα από κάθε πηγή, που προκύπτει στην ηµεδαπή. Δεν αποτελούν αντικείµενο φορολογίας τα κάθε είδους άλλα έσοδα αυτών των νοµικών προσώπων που πραγµατοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού τους.

3. Για την εφαρµογή των διατάξεων των παραγράφων 17 έως και 23 του άρθρου 18, αλλά και των λοιπών διατάξεων ως προς την κεφαλαιοποίηση ή διανοµή κερδών και αποθεµατικών, καθώς και το σχηµατισµό αποθεµατικών, τα νοµικά πρόσωπα των περιπτώσεων ζ’ και η’ της παραγράφου 4 του προηγούµενου άρθρου, εξοµοιώνονται µε τα νοµικά πρόσωπα, για τα οποία εφαρµόζονται οι διατάξεις των κ.ν.2190/1920 και ν.3190/1955, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούν διπλογραφικά βιβλία κατά τις διατάξεις του «Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών»(Ν.4093/2012 ΦΕΚ 222/Α’)και υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό τους.

Άρθρο 3
Έννοια µόνιµης εγκατάστασης στην Ελλάδα των αλλοδαπών νοµικών προσώπων

1. Ως µόνιµη εγκατάσταση της αλλοδαπής επιχείρησης ή οργανισµού στην Ελλάδα, νοείται ο καθορισµένος τόπος επιχειρηµατικών δραστηριοτήτων µέσω του οποίου διεξάγονται εν όλω ή εν µέρει οι εργασίες της επιχείρησης ή του οργανισµού, ιδίως :
α) τόπος διοίκησης,
β) υποκατάστηµα
γ) γραφείο,
δ) εργοστάσιο,
ε) εργαστήριο,
στ) ορυχείο, πηγή πετρελαίου ή αερίου, λατοµείο ή οποιοσδήποτε άλλος τόπος εξόρυξης φυσικών πόρων, και
ζ) εργοτάξιο ή έργο κατασκευής ή συναρµολόγησης.

2. Δεν αποτελούν µόνιµη εγκατάσταση κατά την έννοια της παραγράφου 1:
α) η διατήρηση αποθέµατος αγαθών ή εµπορευµάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά µε σκοπό την αποθήκευση, έκθεση ή παράδοση,
β) η διατήρηση αποθέµατος αγαθών ή εµπορευµάτων που ανήκουν στην επιχείρηση αποκλειστικά µε σκοπό την επεξεργασία από άλλη επιχείρηση,
γ) η διατήρηση καθορισµένου τόπου επιχειρηµατικών δραστηριοτήτων αποκλειστικά µε σκοπό την αγορά αγαθών ή εµπορευµάτων, ή για τη συλλογή πληροφοριών, για την επιχείρηση.

3. Η αλλοδαπή επιχείρηση ή οργανισµός αποκτά µόνιµη εγκατάσταση εφόσον φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ενεργεί για λογαριασµό της και συνάπτει συµφωνίες στο όνοµα της επιχείρησης, εκτός αν οι δραστηριότητές του περιορίζονται στην αγορά αγαθών για την επιχείρηση.

4. Η αλλοδαπή επιχείρηση δεν αποκτά µόνιµη εγκατάσταση αν η δραστηριότητά της περιορίζεται στη διεξαγωγή εργασιών µέσω µεσίτη, γενικού αντιπροσώπου µε προµήθεια ή οποιουδήποτε άλλου ανεξάρτητου πράκτορα, εφόσον τα πρόσωπα αυτά ενεργούν στο πλαίσιο της επαγγελµατικής δραστηριότητάς τους.

5. Αλλοδαπή εταιρεία η οποία συµµετέχει σε ηµεδαπή εταιρεία δεν αποκτά για αυτό και µόνο το λόγο µόνιµη εγκατάσταση στην Ελλάδα.

Άρθρο 4
Κατηγορίες (πηγές) εισοδήµατος

1.Ως κατηγορίες (πηγές) εισοδήµατος νοούνται οι εξής :
Α’. Εισόδηµα από µισθωτή εργασία, το οποίο αποκτούν φυσικά πρόσωπα και διακρίνεται σε :
Α1. Μισθούς.
Α1.1. Μισθούς πληρωµάτων εµπορικού ναυτικού.
Α2. Συντάξεις.
Α3. Μισθούς µε έκδοση τιµολογίου ή απόδειξης για παροχή υπηρεσιών.
Α4.Αποζηµίωση εισπραττόµενη εφάπαξ λόγω διακοπής της σχέσης εργασίας ή άλλης σύµβασης

Β’. Εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα το οποίο αποκτούν :
Β.1.Φυσικά πρόσωπα :
Β.1.1.Ατοµικές επιχειρήσεις.
Β.1.1.1. Αγροτικές επιχειρήσεις.
Β.1.2.Ελεύθεροι επαγγελµατίες.
Β.1.3.Μέλη Διοικητικού Συµβουλίου Α.Ε., εταίροι και διαχειριστές λοιπών εταιρειών
Β.1.4.Σχολάζουσα κληρονοµία
Β.2. Νοµικά πρόσωπα :
Β.2.1. Οµόρρυθµες και Ετερόρρυθµες εταιρείες.
Β.2.2. Εταιρείες περιορισµένης ευθύνης, Ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες και Ευρωπαϊκές εταιρείες.
Β.2.3. Ανώνυµες εταιρείες. Β.2.4. Συνεταιρισµοί και ενώσεις συνεταιρισµών.
Β.2.5. Κοινωνίες αστικού δικαίου, αστικές κερδοσκοπικές ή µη εταιρείες, συµµετοχικές ή αφανείς, και κοινοπραξίες.
Β.2.6. Νοµικά πρόσωπα µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.
Β.2.7.Δηµόσιες, δηµοτικές επιχειρήσεις και εκµεταλλεύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα ανεξάρτητα αν αποτελούν ίδια νοµικά ή όχι πρόσωπα.
Β.2.8.Αλλοδαπές επιχειρήσεις που λειτουργούν µε οποιοδήποτε τύπο.

Γ’. Εισόδηµα από εκµετάλλευση κεφαλαίου το οποίο αποκτούν φυσικά και νοµικά πρόσωπακαι διακρίνεται σε :
Γ.1.Ενοίκια (εκµίσθωση) γης και ακινήτων.
Γ.2.Μερίσµατα Α.Ε. και διανεµόµενα κέρδη λοιπών εταιρειών.
Γ.3.Τόκους.
Γ.4.Εισόδηµα από λοιπές αιτίες
Γ.5.Δικαιώµατα (royalties).
Γ.6.Κέρδη υπεραξίας κεφαλαίου που προκύπτουν από τη µεταβίβαση/εκχώρηση περιουσιακών στοιχείων.

2. Το εισόδηµα στο οποίο επιβάλλεται ο φόρος προσδιορίζεται ανάλογα µε την κατηγορία του εισοδήµατος και φορολογείται σύµφωνα µε τα ειδικώς οριζόµενα για κάθε κατηγορία.

Άρθρο 5
Συνολικό εισόδηµα

1.Ως συνολικό εισόδηµα νοείται :
α) Στην περίπτωση των φυσικών προσώπων, το άθροισµα των εισοδηµάτων από µισθωτή εργασία, επιχειρηµατική δραστηριότητα και εκµετάλλευση κεφαλαίου, τα οποία αποκτώνται κατά την προηγούµενη διαχειριστική περίοδο. Ειδικά αν από την άσκηση επιχειρηµατικής δραστηριότητας προκύπτει αρνητικό στοιχείο εισοδήµατος, αυτό δεν συµψηφίζεται µε θετικά στοιχεία εισοδήµατος από άλλες κατηγορίες και µεταφέρεται για να συµψηφιστεί είτε ολόκληρο είτε κατά το υπόλοιπο αυτού που αποµένει κάθε φορά, κατά περίπτωση, µε θετικό στοιχείο εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα διαδοχικά στα πέντε (5) επόµενα οικονοµικά έτη, µε την προϋπόθεση ότι για τον προσδιορισµό του εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα δεν έχουν εφαρµογή οι διατάξεις του άρθρου 19 και ότι έχει υποβληθεί δήλωση φορολογίας εισοδήµατος µέχρι το τέλος του οικείου οικονοµικού έτους στην οποία θα αναγράφεται η ζηµία που προέκυψε στο ίδιο οικονοµικό έτος. β) Στην περίπτωση των νοµικών προσώπων, το άθροισµα των εισοδηµάτωναπό επιχειρηµατική δραστηριότητα και εκµετάλλευση κεφαλαίου, τα οποία αποκτώνται αυτά είτε κατά το οικονοµικό έτος το προηγούµενο από τη φορολογία, είτε κατά το ηµερολογιακό ή διαχειριστικό ή γεωργικό έτος το οποίο έληξε µέσα στο προηγούµενο από τη φορολογία οικονοµικό έτος. Κατά την άθροιση αυτή συµψηφίζονται τα θετικά και αρνητικά στοιχεία των επί µέρους εισοδηµάτων. Ειδικά το αρνητικό στοιχείο – ζηµιά του εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα, αν δεν καλύπτεται µε συµψηφισµό θετικού στοιχείου εισοδήµατος άλλης κατηγορίας, είτε γιατί δεν υπάρχει τέτοιο στοιχείο εισοδήµατος, είτε γιατί αυτό που υπάρχει είναι ανεπαρκές, µεταφέρεται για να συµψηφιστεί είτε ολόκληρο είτε κατά το υπόλοιπο αυτού που αποµένει κάθε φορά, κατά περίπτωση, διαδοχικά στα πέντε (5) επόµενα οικονοµικά έτη, µε την προϋπόθεση ότι για τον προσδιορισµό του εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα δεν έχουν εφαρµογή οι διατάξεις του άρθρου 19 και ότι έχει υποβληθεί δήλωση φορολογίας εισοδήµατος µέχρι το τέλος του οικείου οικονοµικού έτους στην οποία θα αναγράφεται η ζηµία που προέκυψε στο ίδιο οικονοµικό έτος.

2. Αρνητικό στοιχείο εισοδήµατος από κατηγορία που βρίσκεται στην αλλοδαπή συµψηφίζεται µόνο µε θετικά εισοδήµατα του φορολογουµένου που προκύπτουν στην αλλοδαπή.

Άρθρο 6
Χρονική περίοδος που προκύπτει το εισόδηµα

Ως χρονική περίοδος κατά την οποία προκύπτει το εισόδηµα, νοείται :
α) Για τα φυσικά πρόσωπα το ηµερολογιακό έτος.
β) Για τα νοµικά πρόσωπα της παραγράφου 4 του άρθρου 1 που τηρούν βιβλία µε τη διπλογραφική µέθοδο η διαχειριστική περίοδος.
γ) Για τις λοιπές περιπτώσεις νοµικών προσώπων το ηµερολογιακό έτος.
δ) Για τα νοµικά πρόσωπα που τίθενται σε εκκαθάριση η περίοδος µεταξύ της ηµεροµηνίας που αυτά τίθενται σε εκκαθάριση και της ηµεροµηνίας λήξης αυτής.

Άρθρο 7
Χρόνος επιβολής του φόρου

Ως χρόνος επιβολής του φόρου νοείται το οικονοµικό έτος για το εισόδηµα που κτήθηκε στο προηγούµενο έτος :
α) Για τα φυσικά πρόσωπα η χρονική διάρκεια του οικονοµικού έτους αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31ηΔεκεµβρίου του ίδιου ηµερολογιακού έτους, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε άλλες διατάξεις του παρόντος.
β)Για τις ηµεδαπές ανώνυµες εταιρείες, τις δηµόσιες, δηµοτικές επιχειρήσεις και εκµεταλλεύσεις κερδοσκοπικού χαρακτήρα ανεξάρτητα αν αποτελούν ή όχι ίδια νοµικά πρόσωπα, τους συνεταιρισµούς που έχουν συσταθεί νόµιµα και τις ενώσεις τους, τις αλλοδαπές επιχειρήσεις που λειτουργούν µε οποιονδήποτε τύπο εταιρείας, καθώς και τους κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισµούς που αποβλέπουν στην απόκτηση οικονοµικών ωφεληµάτων, τις ηµεδαπές εταιρείες περιορισµένης ευθύνης, τις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες τις οµόρρυθµες και τις ετερόρρυθµες εταιρείες και τις ευρωπαϊκές εταιρείες, η διαχειριστική περίοδος η οποία λήγει µέσα στο χρονικό διάστηµα από την 1ηΑυγούστου του προηγούµενου ηµερολογιακού έτους µέχρι την 31ηΙουλίου του οικείου οικονοµικού έτους.
γ)Για τις κοινωνίες αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελµα, τις αστικές κερδοσκοπικές ή µη εταιρείες, τις συµµετοχικές ή αφανείς, τις κοινοπραξίες και τα µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ηµεδαπά ή αλλοδαπά νοµικά πρόσωπα δηµόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, στα οποία περιλαµβάνονται και τα κάθε είδους ιδρύµατα,το αµέσως προηγούµενο ηµερολογιακό έτος.

Άρθρο 8
Έννοια διαχειριστικής περιόδου

1.Ως διαχειριστική περίοδος νοείται δωδεκάµηνο χρονικό διάστηµα. Κατά την έναρξη, λήξη ή διακοπή των εργασιών της επιχείρησης η διαχειριστική περίοδος µπορεί να είναι µικρότερη του δωδεκαµήνου. Κατ’ εξαίρεση, για την επιχείρηση που τηρεί βιβλία µε τη διπλογραφική µέθοδο, η διαχειριστική περίοδος έναρξης µπορεί να περιλαµβάνει και µεγαλύτερο του δωδεκαµήνου χρονικό διάστηµα, όχι όµως µεγαλύτερο από είκοσι τέσσερις (24) µήνες.

2. Οι επιχειρήσεις που τηρούν βιβλία µε τη διπλογραφική µέθοδο υποχρεούνται να κλείνουν διαχείριση στις 30 Ιουνίου ή στις 31 Δεκεµβρίου κάθε έτους. Κατ’ εξαίρεση, µπορεί να κλείνει τη διαχείριση του:

α) το υποκατάστηµα, πρακτορείο ή άλλη εγκατάσταση στην Ελλάδα αλλοδαπής επιχείρησης κατά το χρόνο που κλείνει τη διαχείρισή του το κεντρικό κατάστηµα στην αλλοδαπή,

β) η ηµεδαπή επιχείρηση, στην οποία µετέχει αλλοδαπή τοιαύτη µε ποσοστό κεφαλαίου πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον κατά το χρόνο που κλείνει τη διαχείρισή της η αλλοδαπή επιχείρηση,

γ) η ηµεδαπή επιχείρηση στο κεφάλαιο της οποίας µετέχει µε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) άλλη ηµεδαπή επιχείρηση, στην οποία µετέχει αλλοδαπή επιχείρηση µε το ίδιο ή µεγαλύτερο ποσοστό, κατά το χρόνο που κλείνει τη διαχείρισή της η αλλοδαπή επιχείρηση, και

δ) η ηµεδαπή επιχείρηση στο κεφάλαιο της οποίας µετέχει µε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) άλλη ηµεδαπή επιχείρηση, κατά το χρόνο που κλείνει τη διαχείρισή της η συµµετέχουσα επιχείρηση.

Επί αλλαγής του χρόνου λήξης της διαχειριστικής περιόδου της αλλοδαπής επιχείρησης ή της συµµετέχουσας, οι επιχειρήσεις των παραπάνω περιπτώσεων α’, β’, γ’ και δ’ µπορούν, χωρίς έγκριση του προϊσταµένου της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, να προσαρµόζουν το χρόνο λήξης της διαχειριστικής περιόδου µε αυτόν της αλλοδαπής ή της συµµετέχουσας επιχείρησης. Η προσαρµογή µπορεί να γίνεται είτε µε επιµήκυνση είτε µε σύντµηση της διαχειριστικής περιόδου.

3. Όταν κατά τη διάρκεια του προηγούµενου της φορολογίας οικονοµικού έτους έχουν κλειστεί περισσότερες από µία διαχειρίσεις, οι οποίες περιλαµβάνουν χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο από δώδεκα (12) µήνες, ως εισόδηµα λαµβάνεται το άθροισµα των κερδών αυτών των διαχειρίσεων. Σε περίπτωση µετάθεσης του χρόνου λήξης της διαχειριστικής περιόδου, η µετάθεση αυτή θεωρείται, πάντοτε, ως παράταση της δωδεκάµηνης περιόδου. Σε αυτήν την περίπτωση ως εισόδηµα λαµβάνεται αυτό που προκύπτει από την προσαυξηµένη δωδεκάµηνη περίοδο.

Άρθρο 9
Απαλλαγές από το φόρο

1.Τα φυσικά πρόσωπα απαλλάσσονται από το φόρο:
α) Προσωπικά και µε τον όρο της αµοιβαιότητας:

αα)Οι αλλοδαποί πρεσβευτές και οι λοιποί διπλωµατικοί αντιπρόσωποι και πράκτορες για το εισόδηµα από µισθωτές υπηρεσίες και για τα από κάθε πηγή εισοδήµατά τους που αποκτώνται στην αλλοδαπή.

ββ) Οι πρόξενοι και προξενικοί πράκτορες, ως και το κατώτερο προσωπικό των ξένων πρεσβειών και προξενείων, εφόσον έχουν την ιθαγένεια του Κράτους που αντιπροσωπεύεται και αποκτούν στην Ελλάδα εισόδηµα µόνο από µισθωτές υπηρεσίες.

β)Για το τεκµαρτό εισόδηµα που προκύπτει από την παραχώρηση της χρήσης ακινήτων από τον κύριο, νοµέα ή επικαρπωτή αυτών, στο Ελληνικό Δηµόσιο ή σε νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου ή σε νοµικά πρόσωπα τα οποία έχουν κοινωφελείς ή φιλανθρωπικούς σκοπούς, χωρίς αντάλλαγµα,

γ) Για το τεκµαρτό εισόδηµα που προκύπτει από τη δωρεάν παραχώρηση της χρήσης κατοικίας, από τον γονέα που έχει την κυριότητα ή την επικαρπία αυτής προς τα τέκνα του ή από τα τέκνα που έχουν την κυριότητα ή την επικαρπία αυτής προς τους γονείς τους ή από αδελφό που έχει την κυριότητα ή την επικαρπία αυτής προς τα αδέλφια του, προκειµένου να χρησιµοποιηθεί ως κύρια κατοικία.

δ)Για τους τόκους οποιασδήποτε µορφής κατάθεσης σε τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα ή το Ταχυδροµικό Ταµιευτήριο, εφόσον η κατάθεση δεν είναι σε ευρώ και ο δικαιούχος είναι µόνιµος κάτοικος εξωτερικού.

ε)Για τους τόκους εκούσιων καταθέσεων όψεως ή ταµιευτηρίου στο Ταµείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον οι καταθέσεις αυτές δεν είναι σε ευρώ και ο δικαιούχος είναι µόνιµος κάτοικος εξωτερικού.

στ)Για τους τόκους εθνικών δανείων που εκδίδονται µε έντοκα γραµµάτια ή οµολογίες, εφόσον προβλέπεται η απαλλαγή από τον οικείο νόµο.

ζ)Για τους τόκους ενυπόθηκων δανείων αλλοδαπής, τα οποία παρέχονται από αλλοδαπούς µε εγγραφή υποθήκης σε πλοία ελληνικής ιθαγένειας.

η)Για τους τόκους των οµολογιακών δανείων της Δηµοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισµού και του Οργανισµού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος, εφόσον προβλέπεται η απαλλαγή από τον οικείο νόµο.

θ)Για τους τόκους των οµολογιακών δανείων που εκδίδει η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων σε ευρώ ή συνάλλαγµα στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό µε την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 6 του άρθρου 27.

ι)Για τους τόκους των εκδιδόµενων οµολογιακών δανείων και η υπεραξία που τυχόν προκύπτει κατά την εξόφληση των οµολόγων µε ρήτρα εξωτερικού συναλλάγµατος ή ευρωπαϊκής νοµισµατικής µονάδας (ΕCU).

ια)Για τα µερίσµατα από ιδρυτικούς τίτλους και µετοχές ηµεδαπών ανώνυµων εταιρειών που ασχολούνται µε την εκµετάλλευση πλοίων των οποίων τα κέρδη υπόκεινται στον ειδικό φόρο πλοίων, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά. Αν η ανώνυµη εταιρεία παράλληλα µε την εκµετάλλευση των πλοίων ασκεί και άλλες επιχειρήσεις τότε απαλλάσσεται από το φόρο ποσό µερίσµατος ίσο µε τη σχέση µεταξύ των ακαθάριστων εσόδων από την εκµετάλλευση των πλοίων και του συνόλου των ακαθάριστων εσόδων της εταιρείας.

ιβ) Για τα κέρδη των οργανισµών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) και των αµοιβαίων κεφαλαίων του Ν. 2778/1999 (Φ.Ε.Κ. 295/Α’), καθώς και η πρόσθετη αξία που αποκτούν οι µεριδιούχοι αυτών των αµοιβαίων κεφαλαίων από την εξαγορά των µεριδίων τους σε τιµή ανώτερη της τιµής κτήσης, επιφυλασσοµένων των διατάξεων της παραγράφου 3 του άρθρου 33 του Ν. 3283/2004 (Φ.Ε.Κ. 210/Α’) και της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του Ν. 2778/1999 (Φ.Ε.Κ. 295/Α’). Η πιο πάνω απαλλαγή ισχύει και για τους ΟΣΕΚΑ που είναι εγκατεστηµένοι σε άλλο κράτος µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε κράτος του Ευρωπαϊκού Οικονοµικού Χώρου.

ιγ) Για τα κεφαλαιακά κέρδη που προκύπτουν από την ανταλλαγή οµολόγων του Ελληνικού Δηµοσίου ή εταιρικών οµολόγων µε εγγύηση του Ελληνικού Δηµοσίου µε άλλους τίτλους κατ’ εφαρµογή προγράµµατος συµµετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους.

ιδ) Για τα κέρδη από την εκµετάλλευση πλοίων, τα οποία υπόκεινται στον ειδικό φόρο για τα πλοία, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά.

ιε)Για το ποσό της επιχορήγησης που καταβάλλεται στους νέους επαγγελµατίες οι οποίοι υπάγονται στα προγράµµατα απασχόλησης του Οργανισµού Απασχόλησης Εργατικού Δυναµικού (Ο.Α.Ε.Δ.) της παραγράφου 9 του άρθρου 29 του Ν. 1262/1982(Φ.Ε.Κ. 70/Α’). Οι διατάξεις του προηγούµενου εδαφίου ισχύουν και για τα ποσά των επιχορηγήσεων που καταβάλλονται στους νέους ελεύθερους επαγγελµατίες.

ιστ) Για τα κέρδη που εµπίπτουν στη Σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003, από τη διάθεση παραγόµενης ηλεκτρικής ενέργειας προς την εταιρεία «Δ.Ε.Η. Α.Ε». ή άλλο προµηθευτή, µετά από την ένταξη τους στο «Ειδικό Πρόγραµµα Ανάπτυξης Φωτοβολταϊκών Συστηµάτων µέχρι δέκα (10) kw», κατόπιν αποφάσεως των Υπουργών Οικονοµίας και Οικονοµικών, Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιµατικής Αλλαγής, η οποία εκδίδεται σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του Άρθρου 14 του Ν. 3468/2006 (Φ.Ε.Κ. 8/Α’).

ιζ)Για τις συντάξεις και κάθε είδους περιθάλψεις, οι οποίες παρέχονται σε ανάπηρους πολέµου και θύµατα ή οικογένειες θυµάτων πολέµου ως και σε ανάπηρους και θύµατα ειρηνικής περιόδου, στρατιωτικούς γενικά που έπαθαν κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους προδήλως, αναµφισβήτητα και εξαιτίας αυτής.

ιη) Για τη σύνταξη που καταβάλλεται σε ανάπηρους πολέµου µε βάση τα έτη υπηρεσίας τους στο Δηµόσιο, κατά το ποσό της αναπηρικής σύνταξης την οποία θα ελάµβανε ο δικαιούχος αν δεν είχε παραιτηθεί από το δικαίωµα λήψης της. Η διάταξη αυτής της περίπτωσης εφαρµόζεται ανάλογα και στις συντάξεις που καταβάλλονται από το Δηµόσιο σε θύµατα ή οικογένειες θυµάτων πολέµου.

ιθ) Για το εξωιδρυµατικό επίδοµα, καθώς και το ποσό µε το οποίο προσαυξάνεται η σύνταξη, που καταβάλλεται σε τυφλούς και γενικά σε πρόσωπα, που ευρίσκονται διαρκώς σε κατάσταση που απαιτεί συνεχή επίβλεψη, περιποίηση και συµπαράσταση άλλων προσώπων (απόλυτος αναπηρία), τα οποία καταβάλλονται στους δικαιούχους από το Δηµόσιο ή άλλους ασφαλιστικούς φορείς.

κ)Για τους µισθούς, συντάξεις και την πάγια αντιµισθία που χορηγούνται σε πρόσωπα που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και σε πρόσωπα που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπηρίες, που υπερβαίνει σε ποσοστό το ογδόντα τοις εκατό (80%).

λ)Για τις αποδοχές των αλλοδαπών κατωτέρων πληρωµάτων των εµπορικών πλοίων.

µ) Για το επίδοµα ανεργίας που καταβάλλει ο Ο.Α.Ε.Δ. στους δικαιούχους ανέργους, εφόσον το άθροισµα, των λοιπών εισοδηµάτων του φορολογουµένου που φορολογούνται µε τις γενικές διατάξεις δεν υπερβαίνει τα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ ετησίως.

ν)Για το Επίδοµα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.) που καταβάλλεται στους δικαιούχους σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 1 της Πράξης Νοµοθετικού Περιεχοµένου, η οποία κυρώθηκε µε την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του Ν. 2453/1997.

ο)Κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%):

αα)Για τα ειδικά επιδόµατα επικίνδυνης εργασίας πτητικό, καταδυτικό, ναρκαλιείας, αλεξιπτωτιστών, δυτών και υποβρύχιων καταστροφών, που καταβάλλονται σε αξιωµατικούς, υπαξιωµατικούς και οπλίτες των ενόπλων δυνάµεων, των σωµάτων ασφαλείας, της πυροσβεστικής υπηρεσίας και του λιµενικού σώµατος, το επίδοµα ναρκαλιείας που καταβάλλεται σε ιδιώτες, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες ναρκαλιείας µε οποιαδήποτε σχέση στα Υπουργεία Εθνικής Άµυνας, Δηµόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και Αιγαίου,καθώς και τα επιδόµατα επικίνδυνης εργασίας που καταβάλλονται στους δικαιούχους, µε βάση την παράγραφο 5 του άρθρου 14 του Ν. 1505/1984 (Φ.Ε.Κ. 194/Α’) και την περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 7 του Ν.1711/1987 (Φ.Ε.Κ. 109/Α’).

ββ)Για την ειδική αποζηµίωση που καταβάλλεται, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 19 του Ν. 1193/1981, όπως αντικαταστάθηκε µε την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του Ν. 2256/1994 (Φ.Ε.Κ. 196/Α’), στους ιατρούς, τα πληρώµατα ασθενοφόρων και το νοσηλευτικό προσωπικό του Ε.Κ.Α.Β., καθώς και κάθε άλλο ιατρό που εντέλλεται από το Ε.Κ.Α.Β., που εκτελούν διατεταγµένη υπηρεσία µε αεροπορικά µέσα για παροχή πρώτων βοηθειών σε άτοµα που ασθενούν.
π)Κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) των αποδοχών των προσώπων που παρέχουν υπηρεσίες µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα ελληνικά σχολεία που λειτουργούν στην Οµοσπονδιακή Δηµοκρατία της Γερµανίας και έχουν την ελληνική ιθαγένεια ή την ελληνική και τη γερµανική ιθαγένεια ή µόνο τη γερµανική ή είναι πολίτες τρίτης χώρας και πληρώνονται από το Ελληνικό Δηµόσιο ή φορέα που βρίσκεται στην αλλοδαπή και αποτελεί υποδιαίρεση του Ελληνικού Δηµοσίου ή υπηρεσία αυτού.

ρ)Για τις αµοιβές που καταβάλλει η Παγκοσµία Ένωση Αναπήρων Καλλιτεχνών (V.D.Μ. F.Κ.), στα µέλη της ζωγράφους µε το πόδι και το στόµα, που είναι µόνιµοι κάτοικοι Ελλάδας, για την εργασία της ζωγραφικής που κάνουν, αµειβόµενοι αποκλειστικά από την Ένωση αυτή σε συνάλλαγµα.

σ)Για τα χρηµατικά βραβεία που καταβάλλονται από το Δηµόσιο ή την Ακαδηµία Αθηνών ή τον Οργανισµό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, για τη βράβευση επιστηµονικών, καλλιτεχνικών και πνευµατικών γενικά επιδόσεων, καθώς και αυτά που απονέµονται από νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου αφού προκηρυχθεί νόµιµα σχετικός δηµόσιος διαγωνισµός.

τ)Για τα ποσά των υποτροφιών που καταβάλλονται σε όσους νόµιµα έλαβαν την υποτροφία από το Δηµόσιο ή από τα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου ή από τα ιδρύµατα και από περιουσίες του Α.Ν. 2039/1939 (Φ.Ε.Κ. 455/Α’), εφόσον από αυτά αποδεδειγµένα επιδιώκονται κάποιοι εθνωφελείς ή θρησκευτικοί ή φιλανθρωπικοί ή εκπαιδευτικοί ή καλλιτεχνικοί ή κοινωφελείς, ως και τα ποσά των υποτροφιών που παρέχονται σε Έλληνες υποτρόφους από ξένα κράτη ή αλλοδαπά ιδρύµατα και οργανισµούς.

υ)Για τα χρηµατικά ποσά που καταβάλλονται στους αναγνωρισµένους πολιτικούς πρόσφυγες, σε αυτούς που διαµένουν προσωρινά στην Ελλάδα για ανθρωπιστικούς λόγους και σε όσους έχουν υποβάλει αίτηση για αναγνώριση προσφυγικής ιδιότητας, η οποία βρίσκεται στο στάδιο εξέτασης από το Υπουργείο Δηµόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, από φορείς που υλοποιούν προγράµµατα παροχής οικονοµικής ενίσχυσης προσφύγων, τα οποία χρηµατοδοτούνται από την Ύπατη Αρµοστεία του Οργανισµού Ηνωµένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

2.Τα νοµικά πρόσωπα απαλλάσσονται από το φόρο:

α) Το Ελληνικό Δηµόσιο, στο οποίο περιλαµβάνονται και οι αποκεντρωµένες δηµόσιες υπηρεσίες, οι οποίες λειτουργούν ως ειδικά ταµεία, οι δήµοι και οι κοινότητες, τα δηµοτικά και κοινοτικά ιδρύµατα και τα λοιπά δηµοτικά και κοινοτικά νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου, οι σύνδεσµοι δήµων και κοινοτήτων, οι δηµοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης, αποχέτευσης, διαχείρισης απορριµµάτων και τηλεθέρµανσης, η Κεντρική Ένωση Δήµων της Ελλάδας, οι Τοπικές Ενώσεις Δήµων, οι Περιφέρειες, η Ένωση Περιφερειών Ελλάδας, καθώς και τα νοσοκοµεία, βρεφοκοµεία, κέντρα παιδικής µέριµνας και γηροκοµεία που συνιστώνται από τις Περιφέρειες, καθώς και τα Ανώτατα και Ανώτερα Εκπαιδευτικά Ιδρύµατα που λειτουργούν µε τη µορφή νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου, µε εξαίρεση τα εισοδήµατά τους από τόκους και λοιπούς τίτλους. Τα εισοδήµατα από τόκους και λοιπούς τίτλους φορολογούνται µε τις γενικές διατάξεις εκτός από αυτά που προέρχονται από τόκους καταθέσεων και δάνεια του Ελληνικού Δηµοσίου. Ειδικά για το Ελληνικό Δηµόσιο, η απαλλαγή ισχύει και για τα εισοδήµατα που προέρχονται από τόκους και λοιπούς τίτλους, επί των οποίων δεν ενεργείται ούτε παρακράτηση φόρου.

β) Για την υπεραξία που προκύπτει από την πώληση ακινήτου επιχείρησης σε εταιρεία χρηµατοδοτικής µίσθωσης, για το οποίο στη συνέχεια θα συναφθεί σύµβαση χρηµατοδοτικής µίσθωσης µεταξύ εταιρείας χρηµατοδοτικής µίσθωσης και της πωλήτριας επιχείρησης, µε την προϋπόθεση ότι θα εµφανισθεί σε ιδιαίτερο λογαριασµό αφορολόγητου αποθεµατικού, το οποίο φορολογείται, σε περίπτωση διανοµής ή διάλυσης της επιχείρησης, καθώς και λόγω λύσης της σύµβασης ή υποκατάστασης του µισθωτή από νέο πρόσωπο, σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις. Για τον προσδιορισµό της υπεραξίας, ως τιµή πώλησης λαµβάνεται αυτή που ορίζεται στη σύµβαση. Οι διατάξεις των δύο προηγούµενων εδαφίων δεν εφαρµόζονται για συµβάσεις αγοράς ακινήτων στις οποίες αντισυµβαλλόµενος είναι φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα µε έδρα σε µη συνεργάσιµο κράτος ή κράτος µε προνοµιακό φορολογικό καθεστώς, εκτός εάν ο ενδιαφερόµενος αποδεικνύει ότι αυτές αφορούν πραγµατικές συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσµα τη µεταφορά κερδών ή εισοδηµάτων ή κεφαλαίου µε σκοπό τη φοροαποφυγή.

γ) Για τα κέρδη από την εκµετάλλευση πλοίων υπό ελληνική σηµαία, που αποκτώνται από ηµεδαπές ανώνυµες εταιρείες, συνεταιρισµούς ή ενώσεις συνεταιρισµών, τα οποία υπόκεινται στον ειδικό φόρο του ν.27/1975 για τα πλοία, όπως αυτός ισχύει κάθε φορά. Αν δικαιούχος των ως άνω κερδών είναι ηµεδαπή ανώνυµη εταιρεία ή εταιρεία περιορισµένης ευθύνης ή ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία ή συνεταιρισµός, σε περίπτωση διανοµής τους µε οποιαδήποτε µορφή, τα κέρδη αυτά δεν υπόκεινται σε φόρο εισοδήµατος, µη εφαρµοζόµενων των διατάξεων της παραγράφου18 του άρθρου 18.

δ) Για τα κέρδη από την εκµετάλλευση πλοίων υπό ξένη σηµαία και αεροσκαφών, που πραγµατοποιούν στην Ελλάδα οι αλλοδαπές επιχειρήσεις, µε τον όρο της αµοιβαιότητας.

ε) Για τα εισοδήµατα που αποκτούν οι συνεταιρισµοί πρώτου, δεύτερου και τρίτου βαθµού που χαρακτηρίζονται από το νόµο ως αγροτικοί από δραστηριότητες που εµπίπτουν στους σκοπούς που καθορίζονται από τις διατάξεις του καταστατικού τους. Στην απαλλαγή αυτή δεν περιλαµβάνονται:

αα) Τα εισοδήµατα από εκµετάλλευση κεφαλαίου, εκτός των τόκων από συναλλαγµατικές και γραµµάτια, εφόσον πηγάζουν από εµπορικές συναλλαγές, καθώς και των τόκων από δάνεια ή πιστώσεις στα µέλη του συνεταιρισµού. ββ) Τα κέρδη από πώληση προϊόντων µετά από προηγούµενη επεξεργασία τους ή διασκευή η οποία µπορεί να προσδώσει σε αυτά το χαρακτήρα βιοµηχανικών προϊόντων. Δεν θεωρείται ως βιοµηχανική επεξεργασία η διαλογή, εξευγενισµός, καθαρισµός, έκθλιψη, εκκόκκιση, εκχύµωση, αποφλοίωση, παστερίωση, η παραγωγή γαλακτοκοµικών προϊόντων, καθώς και η απλή συσκευασία για τη συντήρηση και µεταφορά των γεωργικών προϊόντων στον τόπο της κατανάλωσης, ανεξάρτητα από τα µέσα που χρησιµοποιούνται για το σκοπό αυτόν. γγ) Τα κέρδη από τη λιανική πώληση σε τρίτους γεωργικών προϊόντων γενικά παραγωγής του συνεταιρισµού ή των µελών αυτού από ίδια πρατήρια ή µε τη µεσολάβηση τρίτων που ενεργούν λιανική πώληση κατ’ εντολή και για λογαριασµό τους. δδ) Τα κέρδη από την πώληση σε τρίτους που δεν είναι µέλη του συνεταιρισµού, αγαθών γενικά που δεν παράγονται από το συνεταιρισµό ή από τα µέλη του, καθώς και τα κέρδη από παροχή υπηρεσιών σε τρίτους που δεν είναι µέλη του συνεταιρισµού. Στα εισοδήµατα αυτά συµψηφίζονται οι τυχόν ζηµίες, που προκύπτουν από κλάδους του συνεταιρισµού, που απαλλάσσονται από το φόρο.
στ)Για τα κέρδη που εισπράττουν ηµεδαπές ανώνυµες εταιρείες και εταιρείες περιορισµένης ευθύνης από εταιρείες που έχουν την έδρα τους σε άλλο κράτος µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτο κράτος στα οποία συµµετέχουν κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 11 του Ν. 2578/1998 (Φ.Ε.Κ. 30/Α’),µε εξαίρεση τα µη συνεργάσιµα κράτη. Τα πιο πάνω κέρδη εµφανίζονται σε ιδιαίτερο λογαριασµό των ιδίων κεφαλαίων, ανεξάρτητα από την επάρκεια κερδών και σε περίπτωση διανοµής ή κεφαλαιοποίησής τους έχουν εφαρµογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 55 και όχι οι διατάξεις της παραγράφου 19 του άρθρου 18.

ζ) Οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου και οι οργανισµοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), επιφυλασσοµένων των διατάξεων των παραγράφων 3 και 5 του άρθρου 52.

η)Για τα εισοδήµατα των περιπτώσεων ιβ’ και ιγ’ της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.

θ) Για τα εισοδήµατα που απαλλάσσονται της φορολογίας µε βάση σύµβαση που έχει κυρωθεί µε νόµο.

ι)Για τα κέρδη των νοµικών προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 1εφόσον εµπίπτουν στην έννοια των πολύ µικρών επιχειρήσεων, όπως αυτές ορίζονται στη Σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής της 6ηςΜαΐου 2003, από τη διάθεση παραγόµενης ηλεκτρικής ενέργειας προς την εταιρεία «Δ.Ε.Η. Α.Ε». ή άλλο προµηθευτή, µετά από την ένταξη τους στο «Ειδικό Πρόγραµµα Ανάπτυξης Φωτοβολταϊκών Συστηµάτων µέχρι δέκα (10) kw», κατόπιν απόφασης των Υπουργών Οικονοµικών, Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δηµόσιων Έργων, η οποία εκδίδεται σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του Άρθρου 14 του Ν. 3468/2006 (Φ.Ε.Κ. 8/Α’).

ια)Για τη διαφορά υπερτιµήµατος των οικοπέδων που πωλούν στα µέλη τους οι οικοδοµικοί συνεταιρισµοί µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, εφόσον εµφανίζεται σε ειδικό λογαριασµό αποθεµατικού και χρησιµοποιηθεί αποκλειστικά για την εκτέλεση έργων κοινής ωφέλειας, που θα εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του οικισµού, δεν αποτελεί εισόδηµα του συνεταιρισµού. Σε περίπτωση διανοµής µε οποιονδήποτε τρόπο του πιο πάνω υπερτιµήµατος στα µέλη του συνεταιρισµού, αυτό φορολογείται µε βάση τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά.

Άρθρο 10
Πρόσωπα που βαρύνουν το φορολογούµενο

1.Ως πρόσωπα που βαρύνουν το φορολογούµενο θεωρούνται:

α) Ο ή η σύζυγος που δεν έχει φορολογούµενο εισόδηµα.

β) Τα άγαµα τέκνα, εφόσον εµπίπτουν σε µία από τις επόµενες κατηγορίες:

αα) Είναι ανήλικα.

ββ) Είναι ενήλικα και δεν έχουν υπερβεί το εικοστό πέµπτο έτος της ηλικίας τους και σπουδάζουν σε αναγνωρισµένες σχολές ή σχολεία του εσωτερικού ή εξωτερικού, καθώς και εκείνα τα οποία παρακολουθούν δηµόσια ή ιδιωτικά ινστιτούτα επαγγελµατικής κατάρτισης στο εσωτερικό.
Ειδικά, για τα τέκνα του προηγούµενου εδαφίου, καθώς και για τα τέκνα που δεν σπουδάζουν, το χρονικό διάστηµα κατά το οποίο θεωρούνται προστατευόµενα µέλη παρατείνεται µέχρι και δύο έτη, εφόσον κατά τα έτη αυτά είναι εγγεγραµµένα στα µητρώα ανέργων του Ο.Α.Ε.Δ.

γγ) Υπηρετούν τη στρατιωτική τους θητεία.

γ) Πρόσωπα που παρουσιάζουν αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και πάνω από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία και εµπίπτουν σε µια από τις παρακάτω κατηγορίες:

αα) τέκνα του φορολογουµένου που είναι άγαµα ή διαζευγµένα ή τελούν σε κατάσταση χηρείας,

ββ) οι αδελφοί και οι αδελφές και των δύο συζύγων που είναι άγαµοι ή διαζευγµένοι ή τελούν σε κατάσταση χηρείας.

δ) Οι ανιόντες και των δύο συζύγων.

ε) Οι ανήλικοι ορφανοί από πατέρα και µητέρα, συγγενείς µέχρι τον τρίτο βαθµό οποιουδήποτε από τους συζύγους.

2. Τα πρόσωπα, που αναφέρονται στις περιπτώσεις β’ έως ε’ της προηγούµενης παραγράφου, θεωρείται ότι βαρύνουν το φορολογούµενο εφόσον συνοικούν µε αυτόν και το ετήσιο φορολογούµενο και απαλλασσόµενο εισόδηµα τους δεν υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ ή το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000,00) ευρώ αν αυτά παρουσιάζουν αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και πάνω από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση.
Για την εφαρµογή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου αυτής της παραγράφου στο όριο του εισοδήµατος δεν λαµβάνονται υπόψη τα εισοδήµατα που αποκτώνται από το δικαιούχο:

α) τα εισοδήµατα των ανήλικων τέκνων, που κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 11 προστίθενται στο συνολικό εισόδηµα του γονέα,

β) έσοδα από διατροφή που καταβάλλεται στο ανήλικο µε δικαστική απόφαση ή ύστερα από συµφωνία που καταρτίστηκε µε συµβολαιογραφικό έγγραφο, και

γ) το εξωϊδρυµατικό επίδοµα της περίπτωσης ιθ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 9 και τα προνοιακά επιδόµατα που χορηγούνται σε άτοµα µε διάφορες αναπηρίες. Δεν θεωρείται ότι βαρύνει το φορολογούµενο αν ο ανήλικος αποκτά εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το ποσό του εισοδήµατος, εκτός αν το σχετικό δικαίωµα περιήλθε στον ανήλικο από κληρονοµιά.

Άρθρο 11
Φορολογική µεταχείριση συζύγων και ανηλίκων τέκνων

1. Κατά τη διάρκεια του γάµου οι σύζυγοι έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν κοινή φορολογική δήλωση. Ο φόρος τα τέλη και οι εισφορές που αναλογούν υπολογίζονται χωριστά στο εισόδηµα καθενός συζύγου. Σε αυτή την περίπτωση, το τυχόν, αρνητικό αποτέλεσµα του εισοδήµατος του ενός συζύγου δεν συµψηφίζεται µε τα εισοδήµατα του άλλου συζύγου.

2. Το εισόδηµα των ανήλικων τέκνων προστίθεται στα εισοδήµατα και φορολογείται στο όνοµα του γονέα που έχει το µεγαλύτερο συνολικό εισόδηµα. Αν οι γονείς έχουν ίσο ποσό συνολικού εισοδήµατος, το εισόδηµα του ανήλικου τέκνου προστίθεται στο εισόδηµα και φορολογείται στο όνοµα του πατέρα. Αν ο υπόχρεος γονέας δεν έχει τη γονική µέριµνα, το εισόδηµα προστίθεται στα εισοδήµατα και φορολογείται στο όνοµα του άλλου γονέα. Τα προηγούµενα εδάφια έχουν εφαρµογή και στην περίπτωση που το εισόδηµα των ανηλίκων τέκνων προέρχεται από ακίνητα που περιήλθαν σε αυτά από ανιόντες, στους οποίους είχαν µεταβιβασθεί από τους γονείς των ανηλίκων. Το εισόδηµα από περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν σε ανήλικα τέκνα από χαριστικές παροχές από του γονείς τους καθώς και το αντίστοιχο υποκατάστατο τους φορολογείται στο όνοµα του γονέα που τα παραχώρησε. Αν η αξία του υποκατάστατου υπερβαίνει την αξία του περιουσιακού στοιχείου, το εισόδηµα που προκύπτει θεωρείται ότι αποτελεί µέρος χαριστικής παροχής που έγινε στο τέκνο από το γονέα του, που έχει το µεγαλύτερο ποσό εισοδήµατος και φορολογείται, επιµεριζόµενο αναλόγως, στο όνοµα αυτού του γονέα.

3. Οι διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου δεν εφαρµόζονται για τις παρακάτω κατηγορίες εισοδηµάτων, σχετικά µε τα οποία έχει δική του φορολογική υποχρέωση:

α) την παροχή εργασίας του ανήλικου τέκνου, µε σχέση εξαρτηµένης ή ανεξάρτητης εργασίας ή µίσθωσης έργου,

β) περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν στο ανήλικο τέκνο από κληρονοµιά,

γ) περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν στο ανήλικο τέκνο από χαριστικές παροχές, εκτός από εκείνα που προέρχονται από χαριστικές παροχές γονέα του,

δ) περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν στο ανήλικο τέκνο από χαριστικές παροχές από γονέα του, ο οποίος έχει αποβιώσει κατά το χρόνο που προκύπτει το εν λόγω εισόδηµα,

ε) συντάξεις που απονεµήθηκαν στο ανήλικο τέκνο, λόγω θανάτου του πατέρα του ή της µητέρας του και

στ) περιουσιακά στοιχεία που µε βάση δικαστική απόφαση περιέρχονται στο ανήλικο, ως υποκατάστατα στοιχείων που αναφέρονται στις προηγούµενες περιπτώσεις αυτής της παραγράφου.

Σε περίπτωση που για το ανήλικο τέκνο, συντρέχει µία ή περισσότερες από τις περιπτώσεις α’ έως στ’ της παραγράφου αυτής, τότε στην υποβαλλόµενη δήλωσή του περιλαµβάνεται και το εισόδηµα που προέρχεται από περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν σε αυτό από χαριστικές παροχές από τους γονείς του, καθώς και το αντίστοιχο υποκατάστατό τους.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΜΙΣΘΩΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Άρθρο 12
Ακαθάριστο εισόδηµα από µισθωτή εργασία

1.Ως ακαθάριστο εισόδηµα από µισθωτή εργασία νοείται :

α)Το εισόδηµα που προκύπτει κάθε ένα οικονοµικό έτος από µισθούς, ηµεροµίσθια, επιχορηγήσεις, επιδόµατα, συντάξεις και γενικά από κάθε παροχή που χορηγείται µε οποιαδήποτε µορφή είτε σε χρήµα είτε σε είδος ή άλλες αξίες για παρούσα ή προηγούµενη υπηρεσία ή για οποιαδήποτε άλλη αιτία, καθώς και κάθε άλλη ωφέλεια, η οποία παρέχεται στο µισθωτό ή άλλο φυσικό πρόσωπο σε εκτέλεση νόµιµης ή συµβατικής υποχρέωσης ή παρέχεται σε αυτόν οικειοθελώς από τον εργοδότη, το οποίο αποκτάται από µισθωτούς γενικά και συνταξιούχους.

β) Το εισόδηµα που αποκτούν οι δικηγόροι ως πάγια αντιµισθία για την παροχή νοµικών υπηρεσιών, καθώς και το εισόδηµα που αποκτούν οι ξεναγοί οι οποίοι υπάγονται στις διατάξεις του άρθρου 37 του Ν. 1545/1985 (Φ.Ε.Κ. 91/Α’),

γ) Η ωφέλεια που αποκτούν οι δικαιούχοι κατά την άσκηση δικαιώµατος προαίρεσης απόκτησης µετοχών µε βάση τις διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου 13 του Κ.Ν. 2190/1920 (Φ.Ε.Κ. 37/Α’), σε τιµή κατώτερη από τη χρηµατιστηριακή τιµή κλεισίµατος των µετοχών της συγκεκριµένης εταιρείας. Για τον υπολογισµό της ωφέλειας, η τιµή διάθεσης του δικαιώµατος στον δικαιούχο, σύµφωνα µε το πρόγραµµα, αφαιρείται από τη χρηµατιστηριακή τιµή κλεισίµατος που έχει η µετοχή κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώµατος αυτού. Αν το δικαίωµα ασκείται σε χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούχος έχει αποχωρήσει από την εταιρεία, έχουν εφαρµογή οι διατάξεις της υποπερίπτωσης γγ’ της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 16. Το ίδιο ισχύει και για προγράµµατα διάθεσης µετοχών αλλοδαπής εταιρείας στα µέλη του διοικητικού συµβουλίου, τους διαχειριστές ή νοµίµους εκπροσώπους και το προσωπικό ηµεδαπής συνδεδεµένης επιχείρησης οποιασδήποτε νοµικής µορφής κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 5 του άρθρου 42ε του Κ.Ν. 2190/1920 (Φ.Ε.Κ. 37/Α’). Αν από την ηµεροµηνία χορήγησης του δικαιώµατος µέχρι την άσκησή του ο δικαιούχος παρέχει την εργασία του και σε άλλες χώρες, πλην της Ελλάδας, το ποσό της ωφέλειας που αντιστοιχεί στην Ελλάδα εξευρίσκεται αναλογικά µε βάση το χρονικό διάστηµα που παρέχει τις υπηρεσίες του στην ηµεδαπή και στην αλλοδαπή. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών µπορεί να ορίζονται τα δικαιολογητικά που συνυποβάλλονται µε τη δήλωση φορολογίας εισοδήµατος των δικαιούχων και ρυθµίζεται κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή της παραγράφου αυτής.

δ) Το 15% της Εργοστασιακής Τιµολογιακής Αξίας (Ε.Τ.Α.) του έτους πρώτης κυκλοφορίας επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτων, εφόσον αυτή είναι από δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ έως είκοσι δύο χιλιάδες (22.000) ευρώ και το 25% όταν υπερβαίνει τις είκοσι δύο χιλιάδες (22.000) ευρώ, χωρίς τις µειώσεις λόγω παλαιότητας που προβλέπονται από το άρθρο 126 του Τελωνειακού Κώδικα Ν. 2960/2001 (Φ.Ε.Κ. 265/Α’), για πέντε (5) έτη από το έτος πρώτης κυκλοφορίας στην Ελλάδα, ανεξάρτητα αν ανήκουν στην επιχείρηση ή είναι µισθωµένα µε οποιονδήποτε τρόπο, για οποιονδήποτε χρησιµοποιεί το αυτοκίνητο. Το προκύπτον ποσό δεν επιµερίζεται σε περισσότερα του ενός πρόσωπα. Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής έχουν εφαρµογή και για τους εκπροσώπους ή διαχειριστές στην Ελλάδα αλλοδαπών ή ηµεδαπών επιχειρήσεων που υπάγονται στις διατάξεις του Α.Ν. 89/1967 (Φ.Ε.Κ. 132/Α’) ή του Ν. 27/1975 (Φ.Ε.Κ. 77/Α’), όταν τα πρόσωπα αυτά είναι Έλληνες υπήκοοι ή έχουν Ελληνικό διαβατήριο.

ε) Τα επιδόµατα που καταβάλλονται στους δικαιούχους σύµφωνα µε τις παραγράφους 1, 2,3 και 6 του άρθρου 63 του Ν. 1892/1990 (Φ.Ε.Κ. 101/A’).

στ) Το εισόδηµα από ατοµική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή ελευθέριο επάγγελµα, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις :

αα)Έχουν έγγραφη σύµβαση µε τα φυσικά ή/και νοµικά πρόσωπα τα οποία λαµβάνουν τις υπηρεσίες τους, και
ββ) Τα φυσικά ή/και νοµικά πρόσωπα τα οποία λαµβάνουν τις υπηρεσίες δεν υπερβαίνουν τα τρία (3), ή εφόσον υπερβαίνουν τον αριθµό αυτό ποσοστό
εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%) των ακαθαρίστων εσόδων να προέρχεται από ένα (1) από τα πρόσωπα αυτά.

2. Δεν νοείται ως εισόδηµα από µισθωτή εργασία: α) Η αποζηµίωση που καταβάλλεται µε σκοπό τη κάλυψη εξόδων για την εκτέλεση υπηρεσίας ή εργασίας από εργάτες ή υπαλλήλους επιχειρήσεων ή δικηγόρους µε πάγια αντιµισθία ή από όσους αποκτούν εισόδηµα µισθωτής εργασίας µε έκδοση τιµολογίου ή απόδειξης για παροχή υπηρεσιών, εφόσον χρησιµοποιείται πραγµατικά για το σκοπό αυτό και αποδεικνύεται η καταβολή από σχετικά παραστατικά. Στην περίπτωση που το ποσό της αποζηµίωσης καθορίζεται µε νόµο, η αποζηµίωση θεωρείται ότι έχει χρησιµοποιηθεί σύµφωνα µε το σκοπό της και δεν µπορεί να αποτελέσει αντικείµενο ελέγχου από τη φορολογική διοίκηση.
β) Οι δαπάνες που καταβάλλονται στα πρόσωπα που µετακινούνται µε εντολή του Δηµοσίου, των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) Α’ και Β’ βαθµού και των λοιπών νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), όπως ορίζονται µε τις διατάξεις του Ν. 2685/1999 (Φ.Ε.Κ. 35/Α’) και του Π.Δ. 200/1993 (Φ.Ε.Κ. 75/Α’), καθώς και τα έξοδα κίνησης που καταβάλλονται στους οικονοµικούς επιθεωρητές του άρθρου 2 του Ν. 2343/1995 (Φ.Ε.Κ. 211/Α’), όπως ορίζονται µε τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του Ν. 2470/1997 (Φ.Ε.Κ. 40/Α’).
γ) Ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) από τις κάθε είδους καθαρές αποδοχές, πρόσθετες αµοιβές, αποζηµιώσεις και συντάξεις που καταβάλλονται αναδροµικά, σε έτος µεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται, σε µισθωτούς ή συνταξιούχους µε βάση νόµο, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύµβαση.
δ) Η αξία των διατακτικών τροφής µέχρι έξι (6) ευρώ ανά εργάσιµη ηµέρα.
ε) Η παροχή που καταβάλλεται εφάπαξ από τα ταµεία προνοίας και τους άλλους ασφαλιστικούς οργανισµούς στους ασφαλισµένους και τις οικογένειες τους, το εφάπαξ βοήθηµα που παρέχεται σε δηµόσιους υπαλλήλους και βοηθητικό προσωπικό λόγω εθελουσίας εξόδου από την υπηρεσία µε παραίτηση, καθώς και τα εφάπαξ βοηθήµατα, που χορηγούνται σύµφωνα µε τους Ν. 4153/1961 (Φ.Ε.Κ. 45/Α’), Α.Ν. 513/1968 (Φ.Ε.Κ. 186/Α’), Ν. 103/1975 (Φ.Ε.Κ. 167/Α’) και Ν. 303/1976 (Φ.Ε.Κ. 94/Α’).

Άρθρο 13
Καθαρό εισόδηµα από µισθωτή εργασία

1.Ως καθαρό εισόδηµα από µισθωτή εργασία νοείται το ποσό που αποµένει αν από το ακαθάριστο εισόδηµα αφαιρεθούν :

α) Κάθε ποσό για φόρο, τέλος ή δικαίωµα υπέρ του Δηµοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου που βαρύνει αυτό το εισόδηµα.

β) Οι κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών ταµείων, οι οποίες επιβάλλονται µε νόµο.

2 Ειδικά, για τους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών και των λοιπών δηµόσιων πολιτικών υπηρεσιών, του Ελληνικού Οργανισµού Τουρισµού, της Μόνιµης Αντιπροσωπείας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες των στρατιωτικών και των συµβούλων και γραµµατέων επικοινωνίας της Γενικής Γραµµατείας Ενηµέρωσης και Επικοινωνίας, που υπηρετούν στην αλλοδαπή, καθώς και των υπαλλήλων του Εµπορικού και Βιοµηχανικού Επιµελητηρίου Αθηνώνκαι των υπαλλήλων της Πανελλήνιας Συνοµοσπονδίας Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισµών, που υπηρετούν στα οικεία αντιπροσωπευτικά γραφεία τους στις Βρυξέλλες, ως καθαρό εισόδηµα από µισθωτή εργασία αυτού του άρθρου λαµβάνεται ποσό ίσο µε το καθαρό ποσό αποδοχών, τις οποίες αυτοί θα έπαιρναν αν υπηρετούσαν στο εσωτερικό.


Άρθρο 14
Χρόνος κτήσης του εισοδήµατος από µισθωτή εργασία

1. Χρόνος κτήσης εισοδήµατος από µισθωτή εργασία θεωρείταιο χρόνος που ο δικαιούχος απέκτησε δικαίωµα είσπραξης του.

2. Ειδικά :
α) Για αποδοχές και συντάξεις, που καταβάλλονται σε έτος µεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται σε µισθωτούς ή συνταξιούχους, µε βάση νόµο, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύµβαση, χρόνος απόκτησής τους δύναται να θεωρείται και ο χρόνος στον οποίο εισπράττονται από τους δικαιούχους. Σε περίπτωση επιλογής φορολόγησης κατά το χρόνο είσπραξής τους εφαρµόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 12.

β) Για ποδοσφαιριστές, καλαθοσφαιριστές, προπονητές, καθώς και άλλους αµειβόµενους αθλητές, το εισόδηµα που αποκτούν, κατά περίπτωση, εξαιτίας της υπογραφής συµβολαίου µετεγγραφής ή της ανανέωσης συµβολαίου συνεργασίας µε ποδοσφαιρικές ανώνυµες εταιρείες ή αναγνωρισµένα αθλητικά σωµατεία, κατανέµεται ισοµερώς για να φορολογηθεί σε όλα τα έτη, για τα οποία διαρκεί το εκάστοτε συµβόλαιο, µη δυνάµενα τα έτη αυτά να υπερβούν τα τρία (3). Κατά την καταβολή και ανεξάρτητα της σχέσης που τους συνδέει παρακρατείται φόρος µε βάση την κλίµακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15 στο σύνολο του ετήσιου καταβλητέου ποσού. Για την απόδοση του φόρου αυτού εφαρµόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 61.

γ) Για τις πρόσθετες αµοιβές και τις αποζηµιώσεις που καταβάλλονται από το Δηµόσιο και τα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου, χρόνος απόκτησης τους είναι αυτός στον οποίο εισπράττονται από τους δικαιούχους. Κατ’ εξαίρεση στην περίπτωση αυτήν, αν οι πρόσθετες αµοιβές ή οι αποζηµιώσεις καταβάλλονται στους δικαιούχους σε έτος µεταγενέστερο από το έτος στο οποίο ανάγονται, µε βάση νόµο, δικαστική απόφαση ή συλλογική σύµβαση, χρόνος απόκτησης τους είναι ο χρόνος στον οποίο εισπράττονται.

δ) Η εφάπαξ προεξόφληση επικουρικής σύνταξης αλλοδαπού ασφαλιστικού φορέα σε δικαιούχο κάτοικο Ελλάδας, η οποία απαλλάσσεται του φόρου στην αλλοδαπή, κατανέµεται για να φορολογηθεί σε ίσα µέρη, στο έτος της καταβολής της και στα τέσσερα (4) επόµενα έτη.

ε) Ειδικά για τις ανείσπρακτες δεδουλευµένες αποδοχές που εισπράττει καθυστερηµένα ο δικαιούχος σε έτος µεταγενέστερο από αυτό στο οποίο ανάγονται, από τις επιχειρήσεις στις οποίες απασχολείται και ακόµα και αν δεν έγινε επίσχεση εργασίας από τους µισθωτούς ή ο εργοδότης δεν κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, χρόνος απόκτησης τους είναι ο χρόνος στον οποίο εισπράττονται, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές αναγράφονται διακεκριµένα στην ετήσια βεβαίωση αποδοχών που χορηγείται στον δικαιούχο για την ανωτέρω διαχειριστική χρήση.

Άρθρο 15
Φορολογία του εισοδήµατος από µισθωτή εργασία

1. Το εισόδηµα από µισθούς, συντάξεις και µισθούς µε έκδοση τιµολογίου ή απόδειξης για παροχή υπηρεσιών υποβάλλεται σε φόρο σύµφωνα µε την ακόλουθη κλίµακα :

     

Σύνολο

Κλιμάκια εισοδήµατος %

Φορολογικός συντελεστής κλιμακίου

Φόρος

Εισοδήματος

Φόρου

25000

21%

5250

25000

5250

15000

36%

5400

40000

10650

Υπερβάλλον

40%

     

2.Ο φόρος που προκύπτει µε βάση την κλίµακα της παραγράφου 1 µειώνεται :
α) Για εισόδηµα µέχρι δεκαοκτώ χιλιάδες (18.000) ευρώ κατά χίλια εννιακόσια πενήντα (1.950) ευρώ. Εφόσον ο φόρος που προκύπτει είναι µικρότερος των χιλίων εννιακοσίων πενήντα (1.950) ευρώ το ποσό µείωσης περιορίζεται στο ποσό του φόρου.
β)Για εισόδηµα πάνω από δεκαοκτώ (18.000) έως και είκοσι εννέα χιλιάδες (29.000) ευρώ το ποσό µείωσης της περίπτωσης α’ περιορίζεται κατά πενήντα (50) ευρώ ανά χίλια (1.000) ευρώ εισοδήµατος
γ) Για εισόδηµα άνω των είκοσι εννέα χιλιάδων (29.000) ευρώ το ποσό µείωσης της περίπτωσης α’ περιορίζεται κατά εκατό (100) ευρώ ανά χίλια (1.000) ευρώ εισοδήµατος.

3.Το ποσό του φόρου που προκύπτει σύµφωνα µε την παράγραφο 2 µειώνεται κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) για κάθε καταβαλλόµενη από τις ακόλουθες δαπάνες:

α)Των εξόδων ιατρικής και νοσοκοµειακής περίθαλψης του φορολογουµένου και των λοιπών προσώπων που τον βαρύνουν κατά το µέρος που δεν καλύπτονται από ασφαλιστικά ταµεία ή/και ασφαλιστικές εταιρείες και υπερβαίνουν το πέντε τοις εκατό (5%) του φορολογούµενου εισοδήµατος. Το ποσό της µείωσης δεν µπορεί να υπερβεί τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Ως έξοδα ιατρικής και νοσοκοµειακής περίθαλψης θεωρούνται:

αα) οι αµοιβές που καταβάλλονται σε ιατρούς και ιατρικά κέντρα, όλων των ειδικοτήτων για ιατρικές επισκέψεις και εξετάσεις, καθώς και οι αµοιβές που καταβάλλονται σε οδοντιάτρους, ορθοδοντικούς, για οδοντοθεραπεία, οδοντοπροσθετική και γναθοχειρουργική,
ββ) τα έξοδα νοσηλείας που καταβάλλονται σε νοσηλευτικά ιδρύµατα ή ιδιωτικές κλινικές, καθώς και οι δαπάνες που καταβάλλονται για διαρκή κάλυψη ιατρικών αναγκών,
γγ) τα έξοδα για φαρµακευτική περίθαλψη γενικά,
δδ) οι αµοιβές που καταβάλλονται σε νοσοκόµο για την παροχή υπηρεσιών σε ασθενή κατά τη νοσηλεία του σε νοσοκοµείο ή κλινική ή στο σπίτι,
εε) η δαπάνη για την αντικατάσταση µελών του σώµατος µε τεχνητά µέλη, καθώς και η δαπάνη για την αγορά ή τοποθέτηση στο σώµα του ασθενούς οργάνων, τα οποία είναι αναγκαία για τη φυσιολογική λειτουργία του ανθρώπινου οργανισµού.
στστ) τα έξοδα νοσοκοµειακής περίθαλψης των τέκνων που είναι άγαµα ή διαζευγµένα ή τελούν σε κατάσταση χηρείας, εφόσον το ετήσιο φορολογούµενο και απαλλασσόµενο εισόδηµά τους δεν υπερβαίνει το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ και πάσχουν από ανίατο νόσηµα, καθώς επίσης και µε τις ίδιες προϋποθέσεις η δαπάνη για την περίθαλψη µε οποιονδήποτε τρόπο των τυφλών, κωφαλάλων ή διανοητικά καθυστερηµένων τέκνων του φορολογούµενου, όπως και η δαπάνη τους για δίδακτρα ή τροφεία που καταβάλλονται γι’ αυτά τα τέκνα σε ειδικές για την πάθησή τους σχολές ή θεραπευτήρια,
ζζ) ποσό ίσο µε το πενήντα τοις εκατό (50%) της δαπάνης που καταβάλλεται σε επιχειρήσεις περίθαλψης ηλικιωµένων, οι οποίες λειτουργούν νόµιµα.

Στις δαπάνες αυτές περιλαµβάνονται και οι δαπάνες για έξοδα ιατρικής και νοσοκοµειακής περίθαλψης των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 10, τα οποία συνοικούν µε τον φορολογούµενο και παρουσιάζουν αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και πάνω από νοητική καθυστέρηση, φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση µε βάση τη γνωµάτευση των οικείων υγειονοµικών επιτροπών του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ) ή είναι τυφλοί που είναι γραµµένοι στο γενικό µητρώο τυφλών, που τηρείται στον οικείο δήµο και έχουν αποκτήσει ετήσιο εισόδηµα πάνω από έξι χιλιάδες (6.000) ευρώ. Στην περίπτωση αυτή, εκπίπτει το ποσό των εξόδων ιατρικής και νοσοκοµειακής περίθαλψης που υπερβαίνει το συνολικό ετήσιο καθαρό πραγµατικό, φορολογούµενο µε τις γενικές διατάξεις ή µε ειδικό τρόπο ή απαλλασσόµενο ή τεκµαρτό εισόδηµα των προσώπων αυτών. Στις δαπάνες αυτές περιλαµβάνονται και οι αντίστοιχες δαπάνες που αφορούν τα τέκνα που ορίζονται στο άρθρο 10 στην περίπτωση που καταβάλλονται από γονέα που δεν συνοικεί µαζί τους, λόγω διάζευξης µε τον άλλο γονέα.
Το ποσό της κάθε δαπάνης της περίπτωσης αυτής η οποία υπολογίζεται αθροιστικά και για τους δύο συζύγους, µειώνει το φόρο, µόνον εφόσον έχει περιληφθεί στην αρχική δήλωση και µερίζεται µεταξύ των συζύγων ανάλογα µε το ύψος του εισοδήµατος του καθενός που φορολογείται µε τις γενικές διατάξεις, όπως αυτό δηλώθηκε µε την αρχική δήλωση ή συµπληρωµατική µέχρι τη λήξη της προθεσµίας.

β) Το ποσό της διατροφής που καταβάλλεται από τον έναν σύζυγο στον άλλο, του οποίου αποτελεί φορολογητέο εισόδηµα και επιδικάστηκε ή συµφωνήθηκε µε συµβολαιογραφική πράξη.

γ) Των ποσών που καταβάλλονται από τον φορολογούµενο λόγω δωρεάς στο Δηµόσιο, τους Οργανισµούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, το Εθνικό Ταµείο Κοινωνικής Συνοχής, τους ιερούς ναούς, τις ιερές µονές του Αγίου Όρους, το Οικουµενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύµων, την Ιερά Μονή Σινά, την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας, τα ηµεδαπά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύµατα, τα κρατικά και δηµοτικά νοσηλευτικά ιδρύµατα και τα νοσοκοµεία που είναι νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισµό, καθώς και το Ταµείο Αρχαιολογικών Πόρων.

δ) Της αξίας των ιατρικών µηχανηµάτων και των ασθενοφόρων αυτοκινήτων, που µεταβιβάζονται λόγω δωρεάς στα κρατικά και δηµοτικά νοσηλευτικά ιδρύµατα και τα νοσοκοµεία που αποτελούν νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισµό.

ε) Των χρηµατικών ποσών που καταβάλλονται από τον φορολογούµενο λόγω δωρεάς προς τα κοινωφελή ιδρύµατα, τα σωµατεία µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και χορηγούν υποτροφίες, τα ηµεδαπά νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου, τα ηµεδαπά νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόµιµα έχουν συσταθεί ή συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, τους ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς που διέπονται από το Ν.1514/ 1985 (Φ.Ε.Κ. 13/Α’) και τα ερευνητικά κέντρα που αποτελούν ηµεδαπά νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

στ) Των χρηµατικών ποσών που καταβάλλονται από τον φορολογούµενο λόγω χορηγίας προς τα µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ηµεδαπά νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόµιµα υπάρχουν ή συνιστώνται, εφόσον επιδιώκουν σκοπούς πολιτιστικούς. Πολιτιστικοί σκοποί είναι, ιδίως, η καλλιέργεια, προαγωγή και διάδοση των γραµµάτων, της µουσικής, του χορού, του θεάτρου, του κινηµατογράφου, της ζωγραφικής, της γλυπτικής και των τεχνών γενικότερα, καθώς και η ίδρυση, επέκταση και συντήρηση των αναγνωρισµένων ιδιωτικών µουσείων, όπως τέχνης, φυσικής ιστορίας, εθνολογικών και λαογραφικών.
Για την εφαρµογή των διατάξεων της προηγούµενης περίπτωσης καθορίζονται, µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Πολιτισµού και Τουρισµού, µετά από έλεγχο που διενεργείται από το Υπουργείο Πολιτισµού και Τουρισµού, τα νοµικά πρόσωπα που επιδιώκουν πολιτιστικούς σκοπούς.
Όταν τα ποσά των δωρεών και των χορηγιών των περιπτώσεων γ’, δ’, ε’ και στ’ µε εξαίρεση τις δωρεές που καταβάλλονται στους δωρεοδόχους, οι οποίοι αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, υπερβαίνουν τα τριακόσια (300) ευρώ ετησίως, λαµβάνονται υπόψη µόνον εφόσον έχουν κατατεθεί σε ειδικό λογαριασµό του νοµικού προσώπου, που πρέπει να ανοιχθεί για το σκοπό αυτόν στο Ταµείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε τράπεζα που νόµιµα λειτουργεί στην Ελλάδα.
Το γραµµάτιο είσπραξης της τράπεζας που εκδίδεται πρέπει να αναφέρει τα στοιχεία του δωρητή ή χορηγού και δωρεοδόχου, το ποσό της δωρεάς ή χορηγίας αριθµητικώς και ολογράφως, την ηµεροµηνία κατάθεσής του και την υπογραφή του δωρητή ή χορηγού, κατά περίπτωση.
Το συνολικό ποσό των δωρεών και χορηγιών της περίπτωσης αυτής επί του οποίου υπολογίζεται η µείωση δεν µπορεί να υπερβαίνει ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) του συνολικού εισοδήµατος που φορολογείται σύµφωνα µε τις γενικές διατάξεις.
Η µείωση διενεργείται εφόσον τα ποσά των δωρεών και χορηγιών υπερβαίνουν συνολικά τα εκατό (100) ευρώ.
Τα χρηµατικά ποσά αυτών των δωρεών και χορηγιών δεν πρέπει να έχουν εκπέσει µε βάση άλλη διάταξη του παρόντος
Οι διατάξεις των περιπτώσεων γ’, δ’, ε’ και στ’ εφαρµόζονται και για δωρεές υπέρ αντίστοιχων κρατικών φορέων και νοµικών προσώπων, εγκατεστηµένων σε άλλα κράτη µέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε χώρες ΕΟΧ. Το ποσό των δωρεών που αναφέρονται στο προηγούµενο εδάφιο µπορεί να κατατίθεται και σε τράπεζα της χώρας στην οποία έχει την κατοικία του ο δωρεοδόχος

4.Εξαιρετικά, το ποσό του φόρου που προκύπτει σύµφωνα µε την παράγραφο 2 µειώνεται κατά διακόσια (200) ευρώ , για τον ίδιο φορολογούµενο και για καθένα από τα πρόσωπα που συνοικούν µε αυτόν ή τον βαρύνουν, εφόσον:

α) Παρουσιάζουν αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και πάνω από νοητική καθυστέρηση, φυσική αναπηρία ή ψυχική πάθηση, µε βάση τη γνωµάτευση των οικείων υγειονοµικών επιτροπών του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ). Δεν λαµβάνεται υπόψη επαγγελµατική ή ασφαλιστική αναπηρία.

β) Είναι τυφλοί που είναι γραµµένοι στο γενικό µητρώο τυφλών, που τηρείται στον οικείο δήµο.

γ) Είναι νεφροπαθείς που τελούν υπό αιµοκάθαρση ή περιτοναϊκή κάθαρση ή έχουν κάνει µεταµόσχευση νεφρού, καθώς και τα πρόσωπα που πάσχουν από µεσογειακή, δρεπανοκυτταρική και µικροδρεπανοκυτταρική αναιµία και κάνουν µεταγγίσεις αίµατος.

δ) Είναι ανάπηροι αξιωµατικοί ή οπλίτες, οι οποίοι µε την ιδιότητα του αναπήρου παίρνουν σύνταξη από το δηµόσιο ταµείο ή αξιωµατικοί οι οποίοι έχουν τεθεί σε κατάσταση πολεµικής διαθεσιµότητας ή αξιωµατικοί που εξαιτίας πολεµικού τραύµατος ή νοσήµατος που επήλθε λόγω κακουχιών σε πολεµική περίοδο, βρίσκονται σε κατάσταση υπηρεσίας γραφείου ή πρόσωπα που έχουν υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 1579/1950 (Φ.Ε.Κ 286/Α’) και του Ν.Δ. 330/1947 (Φ.Ε.Κ. 84/Α’).

ε) Είναι θύµατα πολέµου. Θύµατα πολέµου κατά την έννοια του παρόντος είναι τα πρόσωπα που λαµβάνουν σύνταξη από πολεµική αιτία. Με τα θύµατα πολέµου εξοµοιώνονται και τα πρόσωπα τα οποία ως µέλη οικογενειών αξιωµατικών και οπλιτών, οι οποίοι απεβίωσαν κατά την εκτέλεση διατεταγµένης υπηρεσίας σε ειρηνική περίοδο, δικαιούνται σύνταξη από το δηµόσιο ταµείο.
στ) Παίρνουν σύνταξη από το δηµόσιο ταµείο ως ανάπηροι ή θύµατα εθνικής αντίστασης ή εµφυλίου πολέµου σύµφωνα µε τις διατάξεις των Ν. 1543/1985 (Φ.Ε.Κ. 73/Α’) και Ν. 1863/1985 (Φ.Ε.Κ. 204/Α’), όπως τροποποιήθηκαν µε το Ν. 1976/1991 (Φ.Ε.Κ. 184/Α’).

5. Για τη σύζυγο η οποία έχει εισόδηµα από το οποίο προκύπτει φόρος, οι µειώσεις των περιπτώσεων α’, γ’, δ’, ε’ και στ’ παραγράφου 3 και της παραγράφου 4 που αφορούν την ίδια, της περίπτωσης α’ της παραγράφου 3 που αφορούν τα τέκνα της από προηγούµενο γάµο, τα χωρίς γάµο τέκνα της, τους γονείς της και τους ανήλικους ορφανούς από πατέρα και µητέρα συγγενείς της µέχρι το δεύτερο βαθµό, αφαιρούνται από το δικό της φόρο που προκύπτει µε βάση την κλίµακα. Όταν λόγω θανάτου του ενός από τους συζύγους υποβάλλονται χωριστές δηλώσεις, αν στο εισόδηµα του ενός συζύγου δεν προκύπτει φόρος ή ο φόρος που προκύπτει είναι κατώτερος από το άθροισµα των µειώσεων των περιπτώσεων α’, γ’, δ’, ε’ και στ’ της παραγράφου 3 και της παραγράφου 4, το άθροισµα αυτών ή η διαφορά που προκύπτει δεν µειώνει το φόρο του άλλου συζύγου.
Κατ’ εξαίρεση, στην περίπτωση αυτή, µειώνουν το φόρο του άλλου συζύγου τα ποσά των µειώσεων που αφορούν έξοδα ιατρικής και νοσοκοµειακής περίθαλψης του ενός συζύγου και των λοιπών προσώπων που συνοικούν µαζί του και τον βαρύνουν.
Αν µε βάση τη φορολογική κλίµακα δεν προκύπτει για τον φορολογούµενο ποσό φόρου ή αυτό που προκύπτει είναι µικρότερο από το άθροισµα των µειώσεων της περίπτωσης α’ της παραγράφου 3και της παραγράφου 4 που αφορούν αυτόν προσωπικά και τα πρόσωπα που τον βαρύνουν, ολόκληρο το ποσό των µειώσεων των περιπτώσεων αυτών ή η διαφορά που προκύπτει, µειώνει το ποσό του φόρου που προκύπτει µε βάση τη φορολογική κλίµακα για τον άλλο σύζυγο.
Αν το συνολικό ποσό των µειώσεων είναι µεγαλύτερο του φόρου, ο οποίος προκύπτει µε βάση τη φορολογική κλίµακα για τον φορολογούµενο και τη σύζυγό του, η διαφορά δεν επιστρέφεται ούτε συµψηφίζεται.
Το ποσό που αποµένει ύστερα από τις µειώσεις αποτελεί το φόρο που αναλογεί στο συνολικό καθαρό εισόδηµα του φορολογούµενου.

6. Ο φόρος στις µισθούς που αποκτούν οι αξιωµατικοί και το κατώτερο πλήρωµα του εµπορικού ναυτικού από την παροχή υπηρεσιών σε εµπορικά πλοία, υπολογίζεται µε αναλογικό συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) για τους αξιωµατικούς και δέκα τοις εκατό (10%) για το κατώτερο πλήρωµα.

7. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 2 τουάρθρου 12, φορολογούνται αυτοτελώς, εξαντλούµενης της φορολογικής υποχρεώσεως, τα ποσά των αποζηµιώσεων που καταβάλλονται στους δικαιούχους µε βάση:
α) το άρθρο 1 του β.δ. 16/18 Ιουλίου 1920 (ΦΕΚ 158 Α`),
β) το ν. 2112/1920 (ΦΕΚ 67 Α`),
γ) το άρθρο 94 του ν.δ. 3026/1954 (ΦΕΚ 235 Α`).

Ο φόρος υπολογίζεται, µε βάση την παρακάτω κλίµακα:

Κλιµάκιο Φορολογικός αποζηµίωσης συντελεστής % (ευρώ)
0 -60.000 0%
60.001 -100.000 10%
100.001 -150.000 25%
150.001 και άνω 30%

Ο φόρος παρακρατείται κατά την πληρωµή της αποζηµίωσης στον δικαιούχο. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της περίπτωσης ε` της παραγράφου 2 του άρθρου 12, οι διατάξεις αυτής της περίπτωσης εφαρµόζονται αναλόγως και για κάθε εφάπαξ αποζηµίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιονδήποτε λόγο διακοπής της σχέσης εργασίας ή άλλης σύµβασης, η οποία συνδέει τον φορέα µε τον δικαιούχο της αποζηµίωσης. Αν το ποσό που καταβάλλεται στον δικαιούχο της αποζηµίωσης υπερβαίνει εκείνο που πρέπει να του καταβληθεί, σύµφωνα µε τις κείµενες διατάξεις, το συνολικό ποσό της αποζηµίωσης που καταβάλλεται φορολογείται σύµφωνα µε την πιο πάνω κλίµακα.

8. Από το ποσό του φόρου που αναλογεί στο συνολικό καθαρό εισόδηµα εκπίπτουν:

α) Ο φόρος που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 53 στο εισόδηµα που υπόκειται σε φόρο µέσα στο ίδιο οικονοµικό έτος.

β) Ο φόρος που αποδεδειγµένα καταβλήθηκε στην αλλοδαπή σε κράτος µε το οποίο η Ελλάδα έχει θέσει σε ισχύ Σύµβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας (Σ.Α.Δ.Φ.)για το εισόδηµα που προέκυψε σε αυτό µέχρι όµως του ποσού του φόρου που αναλογεί για το εισόδηµα αυτό στην Ελλάδα. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζονται τα δικαιολογητικά στοιχεία για την εφαρµογή της διάταξης του προηγούµενου εδαφίου. Για την εξεύρεση του ποσού αυτού του φόρου, το ποσό του φόρου που προκύπτει στην Ελλάδα στο συνολικό εισόδηµα ύστερα από την εφαρµογή των διατάξεων του άρθρου αυτού, µειώνεται κατά το ποσό που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού και µερίζεται, ανάλογα µε τα δύο τµήµατα του εισοδήµατος στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή.
Εάν το ποσό του φόρου που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε είναι µεγαλύτερο από τον οφειλόµενο φόρο, η επιπλέον διαφορά επιστρέφεται.

9. Όσοι κατοικούν στην αλλοδαπή και αποκτούν εισόδηµα από µισθωτή εργασία που πηγάζει στην Ελλάδα δεν δικαιούνται τις µειώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4. Από τη διάταξη αυτή εξαιρούνται οι κάτοικοι των κρατών -µελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι: α) αποκτούν εισόδηµα στην Ελλάδα πλέον του ενενήντα τοις εκατό (90%) του συνολικού εισοδήµατος τους ή β) αποδεικνύουν ότι το εκτός Ελλάδος φορολογητέο εισόδηµά τους δεν υπερβαίνει το ποσό των 9.285 Ευρώ.

10.Εξαιρετικά, τα χρηµατικά ποσά που καταβάλλονται σε αθλητές εθνικών οµάδων, ως επιβράβευση αυτών από το Δηµόσιο, λόγω επίτευξης διεθνών στόχων ατοµικώς ή οµαδικώς, καθώς και τα χρηµατικά ποσά των πάσης φύσεως χορηγιών που καταβάλλονται στους ανωτέρω αθλητές, φορολογούνται µε συντελεστή φόρου είκοσι τοις εκατό (20%). Ο φόρος που προκύπτει παρακρατείται κατά την πληρωµή. Με την παρακράτηση αυτού του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήµατος των δικαιούχων για τα ποσά αυτά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ

Άρθρο 16
Έννοια εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα

Ως εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα νοείται :

1. Το εισόδηµα από την ατοµική η εταιρική άσκηση εµπορικής επιχείρησης, στην οποία περιλαµβάνεται και η µεµονωµένη συµπτωµατική πράξη που αποβλέπει στην επίτευξη κέρδους:

α) Το κέρδος που αποκτάται από ατοµική ή εταιρική επιχείρηση εµπορική, βιοµηχανική ή βιοτεχνική ή από την άσκηση οποιουδήποτε κερδοσκοπικού επαγγέλµατος, το οποίο δεν υπάγεται στα ελευθέρια επαγγέλµατα όπως αυτά ορίζονται κατωτέρω, ή σε άλλο ειδικώς ρυθµιζόµενο από τον παρόντα νόµο.

β) το κέρδος από την άσκηση επιχείρησης αγοραπωλησίας ακινήτων γενικά. Ως κέρδος θεωρείται η επιπλέον διαφορά µεταξύ της αξίας του ακινήτου το οποίο πουλήθηκε και της αξίας αυτού κατά το χρόνο της αγοράς. Ως αξία πώλησης λαµβάνεται αυτή που προσδιορίζεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν. 1249/1982 (Φ.Ε.Κ. 43/Α’). Αν όµως το τίµηµα που αναφέρεται στα οικεία πωλητήρια συµβόλαια είναι µεγαλύτερο από την πιο πάνω αξία, ως ακαθάριστο έσοδο λαµβάνεται το αναφερόµενο σε αυτά τα συµβόλαια τίµηµα. Ειδικά, για τις περιοχές που δεν ισχύει το αντικειµενικό σύστηµα προσδιορισµού της αξίας των ακινήτων, ως ακαθάριστα έσοδα λαµβάνονται:

αα) Το τίµηµα από τις πωλήσεις των πιο πάνω ακινήτων που αναφέρεται στα οικεία πωλητήρια συµβόλαια.

ββ) Η διαφορά µεταξύ του τιµήµατος της αξίας, κατά περίπτωση, που φορολογήθηκε, και της πραγµατικής αξίας του ακινήτου, η οποία εξευρίσκεται σύµφωνα µε τις διατάξεις που ισχύουν στη φορολογία µεταβίβασης ακινήτων.
Η διαφορά αυτή µειώνεται µε τις δαπάνες του άρθρου 18 που βαρύνουν τον πωλητή.

γ) Η ωφέλεια που πραγµατοποιείται από οργανωµένη επιχείρηση πώλησης οικοπέδων ή αγροτεµαχίων, τα οποία προέρχονται από εδαφικές εκτάσεις της επιχείρησης, που βρίσκονται εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως, δήµου ή κοινότητας, οι οποίες έχουν κατατµηθεί ή ρυµοτοµηθεί. Ως ωφέλεια θεωρείται η επιπλέον διαφορά µεταξύ της αξίας της έκτασης η οποία πουλήθηκε και της αξίας της πριν από την κατάτµηση ή τη ρυµοτόµηση. Ως αξία πώλησης λαµβάνεται αυτή που προσδιορίζεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν. 1249/1982. Αν όµως το τίµηµα που αναφέρεται στα οικεία πωλητήρια συµβόλαια είναι µεγαλύτερο από την πιο πάνω αξία, ως ακαθάριστο έσοδο λαµβάνεται το αναφερόµενο σε αυτά τα συµβόλαια τίµηµα. Ειδικά, για τις περιοχές που δεν ισχύει το αντικειµενικό σύστηµα προσδιορισµού της αξίας των ακινήτων, ως ακαθάριστα έσοδα λαµβάνονται:
αα) Το τίµηµα από τις πωλήσεις των πιο πάνω ακινήτων που αναφέρεται στα οικεία πωλητήρια συµβόλαια. ββ) Η διαφορά µεταξύ του τιµήµατος της αξίας, κατά περίπτωση, που φορολογήθηκε, και της πραγµατικής αξίας του ακινήτου, η οποία εξευρίσκεται σύµφωνα µε τις διατάξεις που ισχύουν στη φορολογία µεταβίβασης ακινήτων. Η διαφορά αυτή µειώνεται µε τις δαπάνες του άρθρου 18 που βαρύνουν τον πωλητή.

δ) Τα κέρδη από παρεπόµενες εργασίες που ενεργούνται από την επιχείρηση παράλληλα µε τον κύριο σκοπό της.

ε) Η πραγµατοποιηθείσα αυτόµατη υπερτίµηση του πάγιου κεφαλαίου που χρησιµοποιείται στην επιχείρηση, καθώς και η υπερτίµηση που δεν πραγµατοποιήθηκε, εφόσον αυτή έχει περιληφθεί στην απογραφή.
Κατ εξαίρεση, η υπερτίµηση από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, το οποίο ιδιοχρησιµοποιείται ή έχει ιδιοχρησιµοποιηθεί για την άσκηση του αντικειµένου των εργασιών της επιχείρησης, απαλλάσσεται του φόρου, εφόσον εµφανίζεται σε ιδιαίτερο λογαριασµό αφορολόγητου αποθεµατικού και φορολογείται σε περίπτωση διανοµής του ή διάλυσης της επιχείρησης, σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις. Κατά τον υπολογισµό του υπερτιµήµατος από την πώληση ακινήτου, εξαιρουµένου του υπερτιµήµατος που προκύπτει από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, ως τιµή πώλησης δεν δύναται να ληφθεί ποσό µικρότερο της αξίας, όπως αυτή προσδιορίζεται σύµφωνα µε τις διατάξεις περί φορολογίας µεταβίβασης ακινήτων.
Οι διατάξεις των δύο προηγούµενων εδαφίων εφαρµόζονται ανάλογα και για την υπεραξία που προκύπτει κατά την εισφορά ακινήτων που βρίσκονται στις Περιοχές Ολοκληρωµένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) της παραγράφου 3 του άρθρου 29 του Ν. 2545/1997 (Φ.Ε.Κ. 254/Α’), σε επιχείρηση -φορέα ίδρυσης και εκµετάλλευσης των Π.Ο.Τ.Α.
Ειδικά για τα ακίνητα που αποτέλεσαν αντικείµενο σύµβασης χρηµατοδοτικής µίσθωσης του Ν. 1665/1986 (Φ.Ε.Κ. 194/Α’) και µεταβιβάζονται είτε λόγω λήξης της σύµβασης αυτής ή εξαγοράζονται πριν από τη λήξη της µίσθωσης από το µισθωτή, ως αξία πώλησης αυτών λαµβάνεται αυτή που καθορίζεται από τους όρους της σύµβασης χρηµατοδοτικής µίσθωσης που είχε υπογραφεί. Η διάταξη του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζεται στις περιπτώσεις που το ακίνητο µεταβιβάζεται σε τρίτο πρόσωπο πλην του µισθωτή ή των κληρονόµων του, εφόσον υπεισέλθουν στη θέση του θανόντος µισθωτή, λόγω κληρονοµικής διαδοχής, σύµφωνα µε τις κείµενες διατάξεις.

στ) Η υπεραξία που προκύπτει από την πώληση ακινήτου επιχείρησης σε εταιρεία χρηµατοδοτικής µίσθωσης, για το οποίο στη συνέχεια θα συναφθεί σύµβαση χρηµατοδοτικής µίσθωσης µεταξύ εταιρείας χρηµατοδοτικής µίσθωσης και της πωλήτριας επιχείρησης.

ζ) Οι τόκοι συναλλαγµατικών και γραµµατίων από εµπορικές συναλλαγές, οι τόκοι από τις αποδεδειγµένες πωλήσεις εµπορευµάτων µε πίστωση µεταξύ εµπόρων και οι προκύπτοντες τόκοι υπερηµερίας, λόγω καθυστέρησης στην καταβολή του πιστωθέντος τιµήµατος, µε την προϋπόθεση ότι αυτός που αποκτά το εισόδηµα αυτό ασκεί επιχειρηµατική γενικά δραστηριότητα στην Ελλάδα ή, προκειµένου για αλλοδαπό, ότι αυτός έχει µόνιµη εγκατάσταση στην Ελλάδα και οι τόκοι προέρχονται από εργασίες της µόνιµης αυτής εγκατάστασης. Επίσης και οι τόκοι της περίπτωσης αυτής που επιδικάζονται µε δικαστική απόφαση.

η) Η ωφέλεια επιχείρησης, που προκύπτει από την παραίτηση πιστώτριας επιχείρησης από την είσπραξη χρέους, η οποία λαµβάνει χώρα µέσα στα πλαίσια της επαγγελµατικής τους συνεργασίας. Στην περίπτωση αυτή δεν έχουν εφαρµογή οι διατάξεις περί φορολογίας δωρεών.

2. Το εισόδηµα από την ατοµική η εταιρική άσκηση αγροτικής επιχείρησης το οποίο αποκτάται από την εκµετάλλευση µιας ή περισσοτέρων γεωργικών επιχειρήσεων κάθε µορφής, όπως είναι οι αγροτικές, κτηνοτροφικές, πτηνοτροφικές, µελισσοκοµικές, σηροτροφικές, δασικές, αλιευτικές κ.λπ.

3. Το εισόδηµα από ελευθέρια επαγγέλµατα, ήτοι :

α) οι αµοιβές από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλµατος του ιατρού, οδοντιάτρου, κτηνιάτρου, φυσιοθεραπευτή, βιολόγου, ψυχολόγου, µαίας, δικηγόρου, δικολάβου, συµβολαιογράφου, άµισθου υποθηκοφύλακα, δικαστικού επιµελητή, αρχιτέκτονα, µηχανικού, τοπογράφου, χηµικού, γεωπόνου, γεωλόγου, δασολόγου, ωκεανογράφου, σχεδιαστή, δηµοσιογράφου, συγγραφέα, διερµηνέα, ξεναγού, µεταφραστή, καθηγητή ή δασκάλου, καλλιτέχνη γλύπτη ή ζωγράφου ή σκιτσογράφου ή χαράκτη, ηθοποιού, εκτελεστή µουσικών έργων ή µουσουργού, καλλιτεχνών των κέντρων διασκέδασης, χορευτή, χορογράφου, σκηνοθέτη, σκηνογράφου, ενδυµατολόγου, διακοσµητή, οικονοµολόγου, αναλυτή, προγραµµατιστή, ερευνητή ή συµβούλου επιχειρήσεων, λογιστή ή φοροτέχνη, αναλογιστή, κοινωνιολόγου, κοινωνικού λειτουργού και εµπειρογνώµονα.

β) Κάθε αµοιβή ή παροχή που καταβάλλεται: αα) Σε πραγµατογνώµονες, διαιτητές, εκκαθαριστές γενικά, ελεγκτές ανώνυµων εταιρειών, εκτελεστές διαθηκών, εκκαθαριστές κληρονοµιών και κηδεµόνες σχολάζουσας κληρονοµιάς. ββ) Σε συγγραφείς και µουσουργούς από συγγραφικά δικαιώµατα γενικά. γγ) Σε αντιπροσώπους επαγγελµατικών οργανώσεων και ιδιώτες για τη συµµετοχή τους σε κάθε είδους επιτροπές ή συµβούλια, από το Δηµόσιο, νοµικά πρόσωπα δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, σωµατεία, ιδρύµατα, συνεταιρισµούς και οργανισµούς γενικά. δδ) Στη σύζυγο ή στο σύζυγο λόγω διατροφής, η οποία επιδικάστηκε σε αυτούς ή συµφωνήθηκε µε συµβολαιογραφική πράξη. Το ποσό της διατροφής που καταβάλλεται στα πρόσωπα της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 10, από οποιαδήποτε αιτία, δεν θεωρείται εισόδηµα τους.

γ) Τα ακόλουθα εισοδήµατα: αα) οι πάσης φύσεως τόκοι που καταβάλλονται σε αρχιτέκτονες, µηχανικούς και τοπογράφους λόγω καθυστέρησης είσπραξης των αµοιβών για τις υπηρεσίες τους. ββ) τα εφάπαξ χρηµατικά ποσά που καταβάλλονται από τον Οργανισµό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας Α.Ε. βάσει κανονισµού του προσωπικού του από το Λογαριασµό Νεότητας στα ενήλικα τέκνα των υπαλλήλων αυτού από ίδια κεφάλαια. Στο εισόδηµα αυτό διενεργείται παρακράτηση φόρου σύµφωνα µε τα οριζόµενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 54.
γγ) η ωφέλεια που αποκτά ο δικαιούχος κατά την άσκηση δικαιώµατος προαίρεσης απόκτησης µετοχών, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 13 του άρθρου 13 του Κ.Ν. 2190/1920 (Φ.Ε.Κ. 37/Α’), σε τιµή κατώτερη από τη χρηµατιστηριακή τιµή κλεισίµατος των µετοχών της συγκεκριµένης εταιρείας, όταν ο δικαιούχος έχει αποχωρήσει από αυτή. Για το εισόδηµα αυτό εφαρµόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 12.

δδ) κάθε εισόδηµα που δεν µπορεί να υπαχθεί σε κάποια από τις υποκατηγορίες του άρθρου 4 καθώς και κάθε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από άγνωστη πηγή και αιτία προέλευσης ή που δεν προκύπτει από διαρκή και σταθερή πηγή, εκτός εάν ο φορολογούµενος αποδείξει την πραγµατική πηγή ή την αιτία προέλευσης ή ότι η εν λόγω προσαύξηση φορολογείται µε άλλες διατάξεις ή ότι απαλλάσσεται από το φόρο µε ειδική διάταξη.

4. Το εισόδηµα από αµοιβές µελών Δ.Σ. Α.Ε., εταίρων και διαχειριστών λοιπών εταιρειών, ήτοι:

α) Κάθε παροχή σε χρήµα ή σε είδος και γενικά κάθε παροχή αποτιµητή σε χρήµα που καταβάλλεται από ανώνυµη εταιρεία στα µέλη του διοικητικού συµβουλίου της, για τις υπηρεσίες που παρέχουν βάσει ειδικής σύµβασης µίσθωσης εργασίας ή εντολής. .

β) Κάθε παροχή σε χρήµα ή σε είδος και γενικά κάθε παροχή αποτιµητή σε χρήµα που καταβάλλεται από τα λοιπά πρόσωπα της παραγράφου 4 του άρθρου 1 σε εταίρους ή διαχειριστές τους για υπηρεσίες που παρέχουν σε αυτά.

Άρθρο 17
Ακαθάριστο εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα

1. Ως ακαθάριστο εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα νοείται το σύνολο των ακαθάριστων εσόδων από τις κάθε είδους επιχειρηµατικές δραστηριότητες του φυσικού ή νοµικού προσώπου.

2. Το ακαθάριστο εισόδηµαπροκύπτει από τα τηρούµενα βιβλία και στοιχεία προσαυξανόµενο µε τυχόν διαπιστούµενη αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη. Εξαιρετικά:

α) Ως ακαθάριστο έσοδο των επιχειρήσεων που ασχολούνται µε την πώληση ανεγειρόµενων οικοδοµών λαµβάνεται η αξία των αυτοτελών οικοδοµών, διαµερισµάτων πολυκατοικιών, καταστηµάτων, γραφείων, αποθηκών και λοιπών χώρων, όπως αυτή αναγράφεται στο συµβόλαιο µεταβίβασης και η οποία δεν µπορεί να είναι µικρότερη από αυτή που προσδιορίζεται σύµφωνα µε τις διατάξεις περί φορολογίας µεταβίβασης ακινήτων και της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Κώδικα Φ.Π.Α.(Ν. 2859/2000, Φ.Ε.Κ. 248/Α’) όπως αναµορφώνεται µετά τον έλεγχο της ειδικής δήλωσης Φ.Π.Α. για τη µεταβίβαση ακινήτου σύµφωνα µε τις διατάξεις της ισχύουσας κάθε φορά Απόφασης του Υπουργού Οικονοµικών για τον έλεγχο της δήλωσης αυτής. Αν όµως η αξία που προκύπτει από άλλα επίσηµα ή ανεπίσηµα στοιχεία είναι µεγαλύτερη από την αξία που αναφέρεται παραπάνω, ως ακαθάριστο έσοδο λαµβάνεται η µεγαλύτερη αυτή αξία. Χρόνος απόκτησης του ακαθάριστου εσόδου, ο οποίος λαµβάνεται υπόψη για τον προσδιορισµό του ύψους αυτού, θεωρείται η ηµέρα σύνταξης του οριστικού συµβολαίου. Στην περίπτωση όµως που έχει συνταχθεί συµβολαιογραφικό προσύµφωνο και το οριστικό συµβόλαιο δεν έχει συνταχθεί µέσα σε διάστηµα δύο
(2) ετών από την ηµέρα σύνταξης του συµβολαιογραφικού προσυµφώνου, ως χρόνος απόκτησης του ακαθάριστου εσόδου θεωρείται η ηµέρα κατά την οποία συµπληρώνονται δύο (2) έτη από την ηµέρα σύνταξης του συµβολαιογραφικού προσυµφώνου. Ειδικά, όταν το προσύµφωνο υπογράφεται µε τον όρο της αυτοσύµβασης, που προβλέπεται από το άρθρο 235 του Αστικού Κώδικα και εφόσον καταβάλλεται ολόκληρο το τίµηµα και παραδίδεται η νοµή του ακινήτου, χρόνος απόκτησης του ακαθάριστου εσόδου θεωρείται η ηµέρα υπογραφής του προσυµφώνου αυτού. Ως πωλήσεις θεωρούνται και αυτές που έγιναν απευθείας από τον οικοπεδούχο για λογαριασµό του εργολήπτη. Η αντικειµενική ή η πραγµατική αξία, κατά περίπτωση, των αυτοτελών οικοδοµών, διαµερισµάτων, καταστηµάτων, γραφείων, αποθηκών και λοιπών χώρων που περιέρχονται κατά το χρόνο της διάλυσης στα µέλη των υποχρέων, που αναφέρονται στις περιπτώσεις ζ’ και η’ της παραγράφου 4 του άρθρου 1, θεωρείται ως ακαθάριστο έσοδο των υπόχρεων αυτών κατά τον χρόνο της διάλυσής τους. Το καθαρό κέρδος που προκύπτει µε βάση τα έσοδα αυτά φορολογείται στο όνοµα των υπόχρεων, που αναφέρονται στις περιπτώσεις ζ’ και η’ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 κατά το έτος που διαλύεται η εταιρεία, κοινωνία ή κοινοπραξία.

β) Τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων, των εργολάβων και υπεργολάβων που ασχολούνται µε την εργοληπτική κατασκευή δηµόσιων ή ιδιωτικών τεχνικών έργων, γενικώς, καθώς και των επιχειρήσεων που ασχολούνται µε την εκτέλεση µηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, εξευρίσκονται ως εξής:
αα) Για τις επιχειρήσεις που ασχολούνται µε την εργολαβική κατασκευή τεχνικών έργων ή την εκτέλεση µηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του Δηµοσίου, δήµων και κοινοτήτων, δηµόσιων επιχειρήσεων ή εκµεταλλεύσεων, οργανισµών ή επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, καθώς και των νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου, γενικώς, ως ακαθάριστα έσοδα λαµβάνονται τα εργολαβικά ανταλλάγµατα που πιστοποιούνται µε τους οικείους λογαριασµούς κατά τη διάρκεια της χρήσης, τα οποία µειώνονται µε τα ποσά των εγγυήσεων καλής εκτέλεσης που αντιστοιχούν σε αυτά και τα οποία θεωρούνται έσοδα της χρήσης µέσα στην οποία αποδίδονται. ββ) Για επιχειρήσεις που ασχολούνται µε την εργολαβική κατασκευή ιδιωτικών τεχνικών έργων, ή οικοδοµών ή την εκτέλεση µηχανολογικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων σε ιδιώτες, ως ακαθάριστο έσοδο λαµβάνεται η αξία του έργου που εκτελέστηκε κατά τη διάρκεια της χρήσης.

γ) Για την εκτέλεση έργου χωρίς τη χρησιµοποίηση ίδιων υλικών, ως ακαθάριστο έσοδο λαµβάνεται η αξία του έργου που έχει εκτελεστεί κατά τη διάρκεια της χρήσης χωρίς να υπολογιστεί η αξία των υλικών.

3. Στο ακαθάριστο εισόδηµα των νοµικών προσώπων των παραγράφων4και 5 του άρθρου 1συµπεριλαµβάνεται και το εισόδηµα από εκµετάλλευση κεφαλαίου.

Άρθρο 18
Καθαρό εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα

1 . Με την επιφύλαξη των οριζοµένων στην παράγραφο 5, στα άρθρα 44, 45 και στην παράγραφο 4 του άρθρου 46 το καθαρό εισόδηµα των φυσικών και νοµικών προσώπων που ασκούν επιχειρηµατική δραστηριότητα και τηρούν απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία εξευρίσκεται λογιστικά µε έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 17 του κόστους των πωληθέντων και του συνόλου γενικά των εξόδων που πραγµατοποιεί η επιχείρηση και αφορούν τη διαχειριστική περίοδο. Η έκπτωση των ως άνω δαπανών διενεργείται εφόσον είναι βέβαιες και εκκαθαρισµένες, σχετίζονται µε την επιχειρηµατική δραστηριότητα, στηρίζονται σε φορολογικά στοιχεία και έχουν καταχωρηθεί στα τηρούµενα βιβλία. Δαπάνες υπό µορφή πρόβλεψης αναγνωρίζονται υπό την προϋπόθεση ότι στηρίζονται σε φορολογικά στοιχεία τα οποία έχουν παραληφθεί µέχρι το τέλος του τέταρτου (4ου) µήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου και πριν την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήµατος. Ο φόρος αυτού του νόµου, τα πρόστιµα και οι πρόσθετοι φόροι δεν αναγνωρίζονται για έκπτωση από το εισόδηµα αυτό.

2. Οι δαπάνες που περιλαµβάνονται στις ακόλουθες περιπτώσεις εκπίπτουν υπό τις προϋποθέσεις που αναγράφονται σε αυτές :

α) Τα έξοδα µισθοδοσίας και αµοιβών του προσωπικού τακτικές και έκτακτες, συµπεριλαµβανοµένων των κάθε είδους παροχών σε χρήµα ή σε είδος, εφόσον έχουν καταβληθεί ή βεβαιωθεί οι ασφαλιστικές εισφορές υπέρ του Ι.Κ.Α. ή άλλου ασφαλιστικού οργανισµού µέχρι τη λήξη της προθεσµίας υποβολής της κατάστασης φορολογικής αναµόρφωσης που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 38 του Ν. 2873/2000 (Φ.Ε.Κ. 285/Α’), εκτός αν από την κείµενη νοµοθεσία προβλέπεται µερική ή ολική απαλλαγή από την υποχρέωση για την καταβολή εισφορών. Οι δαπάνες µισθοδοσίας δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση αν δεν έχουν εξοφληθεί µέσω επαγγελµατικών τραπεζικών λογαριασµών ή επιταγών που εξοφλούνται µέσω των ίδιων λογαριασµών. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται η εφαρµογή των διατάξεων του προηγούµενου εδαφίου, η διαδικασία της εξόφλησης των δαπανών µισθοδοσίας, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή των διατάξεων αυτών.

β) Οι αµοιβές και οι κάθε είδους απολαβές υπαλλήλων µελών του Δ.Σ. ανώνυµης εταιρείας της περίπτωσης α’ της παραγράφου 4 του άρθρου 16, εφόσον έχουν καταβληθεί ασφαλιστικές εισφορές.

γ) Οι µισθοί,αµοιβές και οι κάθε είδους απολαβές των εταίρων των εταιρειών περιορισµένης ευθύνης, των Ι.Κ.Ε., εφόσον τα πρόσωπα αυτά για τις υπηρεσίες που παρέχουν στις εταιρείες έχουν ασφαλιστεί σε οποιονδήποτε ασφαλιστικό οργανισµό ή ταµείο

δ) Οι αποδοχές προσωπικού κατά το µέρος που δεν επιδοτούνται από τον Ο.Α.Ε.Δ. µε τις προϋποθέσεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου αυτής.

ε) Τα ποσά που καταβάλλει επιχείρηση σε υπαλλήλους της για τα παιδιά αυτών που σπουδάζουν στην αλλοδαπή, εφόσον έχουν καταβληθεί η βεβαιωθεί οι ασφαλιστικές εισφορές µέχρι την ηµεροµηνία που ορίζεται στην περίπτωση α’ και εφόσον φορολογούνται ως εισόδηµα από µισθωτές υπηρεσίες. στ) Τα ασφάλιστρα που καταβάλλει η επιχείρηση για οµαδική ασφάλιση ζωής του εργατοϋπαλληλικού προσωπικού της, στην έννοια της οποίας συµπεριλαµβάνεται η ιατροφαρµακευτική περίθαλψη και η χορήγηση εφάπαξ ποσού ή περιοδικά καταβαλλόµενης παροχής σε χρήµα µετά το χρόνο της πρόωρης ή κανονικής συνταξιοδότησης του ανωτέρω προσωπικού, καθώς και η κάλυψη θανάτου ή κατά κινδύνων τυχαίων συµβεβηκότων εφόσον δεν υπερβεί για καθέναν από τους ασφαλιζόµενους τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.Τα ασφαλιστήρια συµβόλαια της διάταξης αυτής δεν παρέχουν δικαίωµα λήψης δανείου της επιχείρησης ή των ασφαλιζοµένων.

ζ) Τα ενοίκια που καταβάλλει η επιχείρηση για τη διαµονή εργαζοµένων της σε ξενοδοχεία, ενοικιαζόµενα δωµάτια ή οικίες που βρίσκονται σε διαφορετικό µέρος από τον τόπο της µόνιµης κατοικίας τους, λόγω εκτός έδρας εργασίας τους. Στην περίπτωση αυτή, η απόσταση του τόπου εργασίας και προσωρινής διαµονής πρέπει να απέχει από τη µόνιµη κατοικία του εργαζοµένου εκατό (100) χιλιόµετρα και άνω και επιπλέον, τα δικαιολογητικά να έχουν εκδοθεί στο όνοµα της επιχείρησης.

η) Τα ποσά που καταβάλλει η επιχείρηση για την κάλυψη του ενοικίου κατοικίας των εργαζοµένων σε αυτήν εφόσον τα ποσά αυτά φορολογούνται ως εισόδηµα από µισθωτές υπηρεσίες.

θ) Οι παροχές σε χρήµα ή σε είδος προς τους εργαζοµένους για επιβράβευση της απόδοσής τους εφόσον έχουν καταβληθεί η βεβαιωθεί οι ασφαλιστικές εισφορές µέχρι την ηµεροµηνία που ορίζεται στην περίπτωση α’ και εφόσον φορολογούνται ως εισόδηµα από µισθωτές υπηρεσίες, καθώς και τα χρηµατικά βραβεία που καταβάλλει επιχείρηση σε εργαζοµένους της λόγω των εξαιρετικών επιδόσεων που έχουν επιτύχει αποδεδειγµένα στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύµατα που σπουδάζουν και µέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ για κάθε εργαζόµενο.

ι) Τα ποσά που καταβάλλει η επιχείρηση για έξοδα κινητής τηλεφωνίας και πρόσβασης στο διαδίκτυο σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) για λογαριασµούς εφόσον οι λογαριασµοί αυτοί δεν υπερβαίνουν τον αριθµό των απασχολούµενων υπαλλήλων, συµπεριλαµβανοµένων και των νοµίµων εκπροσώπων της επιχείρησης.

ια) Τα ποσά που καταβάλλει η επιχείρηση για την αγορά ειδικής ενδυµασίας του προσωπικού, εφόσον είναι απαραίτητη για την εκτέλεση των καθηκόντων του, για λόγους υγιεινής ή/και ασφάλειας ή/και οµοιόµορφης εµφάνισης.

ιβ) Τα ποσά που καταβάλλει η επιχείρηση για επιµόρφωση του προσωπικού της εφόσον η επιµόρφωση έχει σχέση µε το αντικείµενο εργασιών της επιχείρησης ή το αντικείµενο εργασιών του προσωπικού ή µε τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών ή των προγραµµάτων αυτών που χρησιµοποιούνται για τις ανάγκες της επιχείρησης ή την εκµάθηση ξένων γλωσσών.

ιγ) Τα ποσά που καταβάλλει η επιχείρηση σε παιδικούς και βρεφονηπιακούς σταθµούς εφόσον τα παραστατικά εκδίδονται στο όνοµα της επιχείρησης και στην αιτιολογία αναγράφονται τα στοιχεία του τέκνου.

ιδ) Οι δαπάνες κυκλοφορίας, επισκευών και συντηρήσεων, οι αποσβέσεις και τα µισθώµατα που καταβάλλονται σε εταιρεία χρηµατοδοτικής µίσθωσης ή οποιονδήποτε τρίτο των επιβατηγών ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτων σε ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%). Ο περιορισµός αυτός δεν εφαρµόζεται στις επιχειρήσεις που ασχολούνται µε την εκµίσθωση επιβατηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, στις επιχειρήσεις που χρησιµοποιούν τα αυτοκίνητα τους αποκλειστικά για την εκπαίδευση υποψήφιων οδηγών καθώς και στις αντιπροσωπείες και τα συνεργεία αυτοκινήτων για τα αυτοκίνητα αντικατάστασης.

ιε) Τα ποσά των αποσβέσεων για την κάλυψη της φθοράς των κάθε είδους εγκαταστάσεων ή µηχανηµάτων ή φθαρτών υλικών, συναφών µε τη λειτουργία της επιχείρησης και γενικά κάθε κινητής ή ακίνητης περιουσίας της επιχείρησης όπως και των άϋλων περιουσιακών στοιχείων και δικαιωµάτων, εφόσον αυτές έγιναν µε οριστικές έγγραφες. Η διενέργεια των τακτικών αποσβέσεων είναι υποχρεωτική. Οι αποσβέσεις διενεργούνται µε τη σταθερή µέθοδο απόσβεσης επί της αξίας κτήσης των πάγιων περιουσιακών στοιχείων, προσαυξηµένης µε τις δαπάνες προσθηκών και βελτιώσεων. Ο υπολογισµός των αποσβέσεων γίνεται, σε ετήσια βάση, ως ακολούθως:

αα) Τα κτίρια, οι εγκαταστάσεις κτιρίων µε συντελεστή τέσσερα τοις εκατό (4%).

ββ) Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και τα προγράµµατα λογισµικού µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%).

γγ) Τα λοιπά πάγια περιουσιακά στοιχεία µε συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%). Ειδικά για τα επιβατηγά ιδιωτικής χρήσης αυτοκίνητα το ποσοστό απόσβεσης ορίζεται σε είκοσι τοις εκατό (20%).

δδ) Η υπεραξία απόκτησης επιχείρησης µε συντελεστή δέκατοις εκατό (10%)

εε) Τα πάσης φύσεως δικαιώµατα σύµφωνα µε το χρόνο που ορίζεται στη σύµβαση. Αν δεν ορίζεται χρόνος τότε αποσβένονται µε συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%).

στστ) Τα έξοδα πολυετούς απόσβεσης, όπως αυτά ορίζονται στο Π.Δ. 1123/1980 µε συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%).

Εξαιρετικά πάγια στοιχεία των οποίων η αξία κτήσης του καθενός είναι µέχρι πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ µπορούν να αποσβεσθούν εξ ολοκλήρου µέσα στη χρήση κατά την οποία αυτά χρησιµοποιήθηκαν ή τέθηκαν σε λειτουργία. Σε περίπτωση κατά την οποία πάγιο περιουσιακό στοιχείο τεθεί εκτός εκµετάλλευσης δεν υπολογίζονται αποσβέσεις για το διάστηµα που αυτό παραµένει εκτός εκµετάλλευσης. Όταν µελλοντικά το πάγιο περιουσιακό στοιχείο τεθεί εντός εκµετάλλευσης συνεχίζεται από την ηµεροµηνία αυτή ο υπολογισµός των αποσβέσεων. Ειδικά οι νέες επιχειρήσεις για τις τρεις (3) πρώτες διαχειριστικές περιόδους, δύνανται για όλα τα πάγια περιουσιακά στοιχεία να διενεργούν αποσβέσεις µε µηδενικό συντελεστή. Τα παραπάνω εφαρµόζονται και για τη δαπάνη που καταβάλλει επιχείρηση, για την κατασκευή µη ιδιόκτητου δικτύου σύνδεσης του σταθµού αυτοπαραγωγής ή ανεξάρτητης παραγωγής µέχρι το δίκτυο της Δ.Ε.Η. Ειδικά, τα νοµικά πρόσωπα της παραγράφου 4 του άρθρου 1 που εκµισθώνουν κτίριο που έχει ανεγερθεί σε έδαφός τους αποκλειστικά µε δαπάνες του µισθωτή εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδά τους τις αποσβέσεις που προβλέπονται στην υποπερίπτωση αα’ της περίπτωσης αυτής.

ιστ) Τα έξοδα που πραγµατοποιούν οι εταιρείες χρηµατοδοτικής µίσθωσης του Ν. 1665/1986 (Φ.Ε.Κ. 194/Α’) για την αγορά ακινήτων, τα οποία θα αποτελέσουν αντικείµενο σύµβασης του ίδιου νόµου, µπορούν να αποσβέννυνται και ισόποσα, ανάλογα µε τα έτη διάρκειας της σύµβασης. Οι εταιρείες που για πρώτη φορά εφαρµόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, µπορούν να εκπίπτουν τα έξοδα της περίπτωσης αυτής, καθώς και αντίστοιχα έξοδα πολυετούς απόσβεσης που αναγνωρίζονται ως τέτοια βάσει νόµου, ανάλογα µε τον υπολειπόµενο χρόνο από την αρχική καταχώρισή τους.

ιζ) Τα ποσά των δαπανών επισκευής και συντήρησης που πραγµατοποιούνται σε µισθούµενα ακίνητα, κατά το χρόνο της πραγµατοποίησής τους. Τα ποσά των δαπανών για βελτιώσεις και προσθήκες σε µισθωµένα ακίνητα εκπίπτουν ισόποσα από τα ακαθάριστα έσοδα των χρήσεων που διαρκεί η µίσθωση. Σε περίπτωση κατά την οποία ο ετήσιος συντελεστής απόσβεσης που προκύπτει µε τον τρόπο αυτόν είναι µικρότερος από το συντελεστή που ορίζεται στην υποπερίπτωση αα’ της περίπτωσης ιε’ για το ίδιο πάγιο στοιχείο, όταν αυτό είναι ιδιόκτητο, η επιχείρηση µπορεί να εφαρµόσει τον συντελεστή της υποπερίπτωσης αυτής.

ιη) Τα ποσά των προβλέψεων για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων. Το ποσό της πρόβλεψης αυτής υπολογίζεται σε ποσοστό έως µισό τοις εκατό (0,5%) επί της αναγραφόµενης αξίας στα τιµολόγια πώλησης ή παροχής υπηρεσιών προς επιτηδευµατίες, µετά την αφαίρεση αα) των επιστροφών ή εκπτώσεων και ββ) της αξίας των πωλήσεων ή παροχής υπηρεσιών προς το Δηµόσιο, δήµους, δηµόσιες επιχειρήσεις, οργανισµούς ή επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου. Οι ανώνυµες χρηµατιστηριακές εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών υπολογίζουν την πρόβλεψη επί της αξίας της προµήθειας που αναγράφεται στα πινακίδια, τα οποία εκδίδουν προς επιτηδευµατίες ή ιδιώτες, και µε την προϋπόθεση ότι σε αυτά αναγράφονται τα στοιχεία, που ορίζονται από τις διατάξεις του «Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών»(Ν.4093/2012 ΦΕΚ 222/Α’). Ειδικά για τις επιχειρήσεις σταθερής και κινητής τηλεφωνίας, τις επιχειρήσεις ύδρευσης-αποχέτευσης, τις επιχειρήσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, τις επιχειρήσεις εκµετάλλευσης συνδροµητικών τηλεοπτικών σταθµών, καθώς και τις επιχειρήσεις διανοµής και παροχής φυσικού αερίου, το ποσό της πρόβλεψης υπολογίζεται µε ποσοστό έως ένα τοις εκατό (1%) επί της αξίας των αγαθών ή υπηρεσιών ή συνδροµητικών που αναγράφεται στα εκδιδόµενα στοιχεία προς επιχειρήσεις ή φυσικά πρόσωπα, µε εξαίρεση αυτά που εκδίδονται προς το Δηµόσιο, δήµους, δηµόσιες επιχειρήσεις, οργανισµούς ή επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου. Οµοίως, υπολογίζεται πρόβλεψη µε ποσοστό έως ένα τοις εκατό (1%) επί της αναγραφόµενης στις αποδείξεις λιανικής πώλησης αξίας, η οποία προκύπτει από λιανικές πωλήσεις διαρκών καταναλωτικών αγαθών µε πίστωση που περιλαµβάνονται στους µε αριθµό 501 – 503, 521 – 528 και 721 – 726 κωδικούς ειδών και υπηρεσιών διεθνούς ταξινόµησης COICOP/HICP, µε την προϋπόθεση ότι στις αποδείξεις αυτές αναγράφεται διακεκριµένα το είδος, η ποσότητα και η αξία των συγκεκριµένων αγαθών. Το ποσό των ως άνω προβλέψεων για κάθε διαχειριστική χρήση, συναθροιζόµενο µε το ποσό της πρόβλεψης που έγινε σε προγενέστερες διαχειριστικές χρήσεις και η οποία εµφανίζεται στα τηρούµενα βιβλία της επιχείρησης, δεν µπορεί να υπερβεί το ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του συνολικού χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασµού «Πελάτες», όπως αυτό εµφανίζεται στην απογραφή τέλους χρήσης.
Για τον υπολογισµό του χρεωστικού υπολοίπου των πελατών δεν περιλαµβάνονται τυχόν υπόλοιπα που αφορούν το Δηµόσιο, δήµους ή κοινότητες, δηµόσιες επιχειρήσεις, οργανισµούς ή επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας και νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου.
Η έκπτωση της δαπάνης αυτής από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων εµφανίζεται στα τηρούµενα βιβλία σε ειδικό λογαριασµό «Προβλέψεις για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων». Με την εξάντληση των ένδικων µέσων εξοµοιούται η διαγραφή απαίτησης σύµφωνα µε συµφωνία εξυγίανσης που επικυρώνεται από το πτωχευτικό δικαστήριο σύµφωνα µε το έκτο κεφάλαιο του Πτωχευτικού Κώδικα.
Η σχηµατιζόµενη ως άνω πρόβλεψη χρησιµοποιείται για την απόσβεση (διαγραφή) πελατών που είναι ανεπίδεκτοι είσπραξης. Πέραν της σχηµατιζόµενης κατά τα ανωτέρω πρόβλεψης, κανένα άλλο ποσό δεν αναγνωρίζεται για έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων. Εξαιρετικά, αν σε κάποια διαχειριστική χρήση το ποσό των πράγµατι επισφαλών απαιτήσεων, για τις οποίες έχουν εξαντληθεί όλα τα ένδικα µέσα, είναι µεγαλύτερο εκείνου που προκύπτει από την εφαρµογή του αντίστοιχου ποσοστού πρόβλεψης για τους τηρούντες διπλογραφικά βιβλία, το επιπλέον ποσό που δεν καλύπτεται από τη σχηµατισθείσα πρόβλεψη, µπορεί να αποσβεσθεί στη διαχειριστική αυτή χρήση µε οριστικές εγγραφές, για τους δε τηρούντες απλογραφικά βιβλία µπορεί να αποσβεσθεί στη διαχειριστική αυτή χρήση µε οριστικές εγγραφές το συνολικό ποσό εφόσον παρακολουθείται σε ιδιαίτερη στήλη στα τηρούµενα βιβλία.
Τα οριζόµενα στα δύο προηγούµενα εδάφια εφαρµόζονται αναλόγως και για πελάτες εξωτερικού. Με την εξάντληση των ένδικων µέσων εξοµοιούται η διαγραφή απαίτησης σύµφωνα µε συµφωνία εξυγίανσης που επικυρώνεται από το πτωχευτικό δικαστήριο σύµφωνα µε το έκτο κεφάλαιο του Πτωχευτικού Κώδικα. Το ποσό της πρόβλεψης που εµφανίζεται στο λογαριασµό 44.11 «Προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις» δεν υπόκειται σε φορολογία εισοδήµατος, εκτός και αν στο τέλος κάθε πενταετίας, αρχής γενοµένης από τις διαχειριστικές περιόδους που ξεκινούν από την 1.1.2015 για τις υφιστάµενες επιχειρήσεις ή από το έτος έναρξης δραστηριότητας για τις νέες, υφίσταται στον ως άνω λογαριασµό υπόλοιπο λόγω της µη επαλήθευσης των προβλέψεων µε επισφαλείς απαιτήσεις. Το υπόλοιπο αυτό ποσό µεταφέρεται στα ακαθάριστα έσοδα της επόµενης διαχειριστικής περιόδου και φορολογείται µε τις γενικές διατάξεις.

Επίσης, οι εταιρείες χρηµατοδοτικής µίσθωσης του Ν. 1665/1986 (Φ.Ε.Κ. 194/Α’) επιτρέπεται να ενεργούν για την κάλυψη επισφαλών απαιτήσεών τους, έκπτωση έως και δύο τοις εκατό (2%) επί του συνολικού ύψους µισθωµάτων, τα οποία προκύπτουν από τις συµβάσεις χρηµατοδοτικής µίσθωσης, που έχουν συναφθεί µέσα στην οικεία διαχειριστική χρήση. Το ποσό αυτό της πρόβλεψης για κάθε διαχειριστική χρήση, συναθροιζόµενο µε το ποσό της πρόβλεψης, η οποία διενεργήθηκε σε προγενέστερες διαχειριστικές χρήσεις και εµφανίζεται στα τηρούµενα βιβλία της επιχείρησης, δεν µπορεί να υπερβεί το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του καταβεβληµένου µετοχικού κεφαλαίου, όπως αυτό εµφανίζεται στην απογραφή τέλους χρήσης. Η έκπτωση αυτή εµφανίζεται στα τηρούµενα βιβλία σε ειδικό λογαριασµό «Προβλέψεις για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων». Πέραν της πρόβλεψης αυτής, κανένα άλλο ποσό δεν αναγνωρίζεται για έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα των εταιρειών χρηµατοδοτικής µίσθωσης για απόσβεση επισφαλών απαιτήσεων.

ιθ) Το σύνολο των µαθηµατικών αποθεµάτων των ασφαλιστικών εταιρειών.

κ)Τα αποθεµατικά για την αποκατάσταση του ενεργητικού που, µε βάση σύµβαση, θα περιέλθει µετά την πάροδο ορισµένου χρόνου στο Δηµόσιο ή σε τρίτους.

κα) Τα ποσά των κάθε είδους φόρων, δικαιωµάτων και τελών, που βαρύνουν την επιχείρηση καθώς και του ανταποδοτικού τέλους λόγω συµµετοχής σε συλλογικό σύστηµα εναλλακτικής διαχείρισης σύµφωνα µε τις διατάξεις του Ν. 2939/2001 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’), µε εξαίρεση τους φόρους και τέλη που ορίζονται στην περίπτωση δ’ της παραγράφου 3. Ως χρόνος έκπτωσης λογίζεται ο χρόνος της καταβολής αυτών υπέρ του Δηµοσίου ή τρίτων.

κβ) Τα δικαιώµατα ή αποζηµιώσεις που καταβάλλονται σε επιχειρήσεις και οργανισµούς για τη χρησιµοποίηση τεχνικής βοήθειας, ευρεσιτεχνιών, σηµάτων σχεδίων, µυστικών βιοµηχανικών µεθόδων και τύπων, πνευµατικής ιδιοκτησίας και άλλων συναφών δικαιωµάτων.
Όταν οι πιο πάνω αποζηµιώσεις ή δικαιώµατα ή έξοδα για διοικητική υποστήριξη, οργάνωση, αναδιοργάνωση και για υπηρεσίες γενικά καταβάλλονται σε συνδεδεµένες επιχειρήσεις, ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 46, 47 και 48. Οι πιο πάνω αποζηµιώσεις ή δικαιώµατα εκπίπτουν µε τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

αα) Η συναλλαγή να είναι πραγµατική και η υποχρέωση καταβολής να προκύπτει από έγγραφη σύµβαση και από αντίστοιχο τιµολόγιο του αντισυµβαλλοµένου. ββ) Να έχει αποδοθεί στο Δηµόσιο ο φόρος που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 21 ή της οικείας διµερούς σύµβασης περί αποφυγής της διπλής φορολογίας. Σε περίπτωση µη καταβολής του ποσού εντός της οικείας διαχειριστικής περιόδου, αρκεί η πίστωση στο όνοµα του δικαιούχου µέχρι τη λήξη της προθεσµίας κλεισίµατος ισολογισµού της διαχειριστικής περιόδου στην οποία αναφέρονται οι αποζηµιώσεις ή τα δικαιώµατα. γγ) Σε περίπτωση που τα υπόψη ποσά καταβάλλονται από εµπορικές επιχειρήσεις και αφορούν σε σήµατα, µεθόδους εµπορίας ή διανοµής και άλλα συναφή δικαιώµατα, αυτά να µην έχουν ενσωµατωθεί στην τιµή πώλησης. Τα ανωτέρω εφαρµόζονται και για τον κλάδο εµπορίας των µικτών επιχειρήσεων.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρµογή και για τα έξοδα για διοικητική υποστήριξη, οργάνωση, αναδιοργάνωση και για υπηρεσίες γενικά που παρέχονται στη επιχείρηση.

κγ) Οι δαπάνες επιστηµονικής και τεχνολογικής έρευνας κατά το χρόνο της πραγµατοποίησής τους, προσαυξηµένες κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%). Ειδικά οι δαπάνες που αφορούν πάγιο εξοπλισµό, προκειµένου να προσαυξηθούν σύµφωνα µε το προηγούµενο εδάφιο, κατανέµονται ισόποσα στα επόµενα τρία (3) έτη. Τα κριτήρια χαρακτηρισµού των πιο πάνω δαπανών καθορίζονται µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδοµών, Μεταφορών και Δικτύων. Στην περίπτωση αυτή, οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του παρόντος έχουν εφαρµογή για το υπόλοιπο ζηµιών που προκύπτει µετά την αφαίρεση του ως άνω ποσοστού. Συγχρόνως µε την υποβολή της φορολογικής της δήλωσης, η επιχείρηση υποβάλλει στην αρµόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδοµών, Μεταφορών και Δικτύων τα απαραίτητα δικαιολογητικά για τις δαπάνες έρευνας και τεχνολογίας που πραγµατοποίησε. Ο έλεγχος και η πιστοποίηση των δαπανών αυτών διενεργούνται εντός χρονικού διαστήµατος έξι (6) µηνών. Μετά την άπρακτη παρέλευση της εν λόγω προθεσµίας θεωρείται ότι οι σχετικές δαπάνες έχουν εγκριθεί. Σε κάθε περίπτωση, το Υπουργείο Ανάπτυξης Ανταγωνιστικότητας, Υποδοµών, Μεταφορών και Δικτύων ενηµερώνει σχετικά το Υπουργείο Οικονοµικών σύµφωνα µε τη διαδικασία που καθορίζεται στην ανωτέρω κοινή υπουργική απόφαση.

κδ) Η ζηµιά που πραγµατοποιήθηκε από φθορά, απώλεια ή υποτίµηση κεφαλαίου, συµπεριλαµβανοµένης και της ζηµίας σε εκκαθαρισθείσα ηµεδαπή επιχείρηση ή αλλοδαπή µε έδρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Προκειµένου για ακίνητα, για τον υπολογισµό της ζηµιάς αυτών, ως τιµή πώλησης δεν δύναται να ληφθεί ποσό µικρότερο της αξίας, όπως αυτή προσδιορίζεται σύµφωνα µε τις διατάξεις περί φορολογίας µεταβιβάσεως ακινήτων.

κε) Η ζηµιά που προκύπτει από συµβάσεις ή πράξεις επί παραγώγων χρηµατοοικονοµικών προϊόντων, οι οποίες πραγµατοποιούνται για κάλυψη κινδύνων. Ειδικά για τις τραπεζικές επιχειρήσεις και τις εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών εκπίπτει η ζηµία από πάσης φύσεως συµβάσεις ή πράξεις επί παραγώγων χρηµατοοικονοµικών προϊόντων.

κστ) Η αξία των πρώτων και βοηθητικών υλών που χρησιµοποιήθηκαν, καθώς και των άλλων εµπορεύσιµων αγαθών, στην οποία περιλαµβάνονται και οι ειδικές δαπάνες επεξεργασίας, αποθήκευσης, µεταφοράς, ασφάλειας κ.λπ. Για τον προσδιορισµό του κόστους των µενόντων προϊόντων στις βιοµηχανικές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις, συνυπολογίζεται στην αξία των υλικών που χρησιµοποιήθηκαν και ανάλογο ποσοστό εξόδων παραγωγής, στα οποία περιλαµβάνονται και οι τακτικές αποσβέσεις των πάγιων περιουσιακών στοιχείων. Ειδικά για τις επιχειρήσεις που τηρούν απλογραφικά βιβλία όταν δεν διενεργούν απογραφή, ως απογραφή λήξης της διαχειριστικής περιόδου λαµβάνεται ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί των αγορών της περιόδου αυτής και ως απογραφή έναρξης ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί των αγορών της προηγούµενης διαχειριστικής περιόδου. Αν προαιρετικά έχει διενεργηθεί απογραφή έναρξης και λήξης, για τον προσδιορισµό του καθαρού εισοδήµατος λαµβάνονται υπόψη τα δεδοµένα αυτών, µε την προϋπόθεση ότι θα συνεχισθεί η σύνταξη των απογραφών για µία τριετία από τη σύνταξη της πρώτης προαιρετικής απογραφής λήξης. Αν δεν τηρηθεί η υποχρέωση αυτή, επιβάλλονται οι προβλεπόµενες από τις διατάξεις του N. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’) κυρώσεις για τη µη σύνταξη απογραφής. Εξαιρετικά στις περιπτώσεις όπου η επιχείρηση διενεργήσει απογραφή λήξης ενώ η απογραφή έναρξης έχει ληφθεί µε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) τότε για τον προσδιορισµό των καθαρών αποτελεσµάτων της χρήσης ως απογραφή λήξης θα ληφθεί ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) των αγορών της χρήσης και η διενεργηθείσα απογραφή λήξης θα ληφθεί υπόψη ως απογραφή έναρξης της επόµενης διαχειριστικής περιόδου. Επίσης αν η επιχείρηση δεν υποχρεούται να διενεργήσει απογραφή λήξης τότε για τον προσδιορισµό των καθαρών αποτελεσµάτων της χρήσης ως απογραφή έναρξης θα ληφθεί ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) των αγορών της προηγούµενης χρήσης.

κζ) Τα ποσά των δαπανών διαφηµίσεων που βαρύνουν την επιχείρηση είτε εφάπαξ κατά το έτος της έκδοσης του προβλεπόµενου φορολογικού στοιχείου είτε ισόποσα σε πέντε (5) διαχειριστικές περιόδους. Ειδικά τα ποσά των δαπανών, που υπόκεινται σε τέλος διαφηµίσεων υπέρ Ο.Τ.Α., δεν αναγνωρίζονται ως δαπάνη της διαφηµιζόµενης επιχείρησης, αν δεν έχει καταβληθεί το τέλος που αναλογεί µε τριπλότυπο είσπραξης του οικείου δήµου ή κοινότητας µέχρι την ηµεροµηνία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήµατος του έτους έκδοσης του προβλεπόµενου φορολογικού στοιχείου.

κη) Τα δώρα της επιχείρησης προς πελάτες, επιχειρήσεις ή µη, εφόσον έχει καταβληθεί το οφειλόµενο τέλος υπέρ Ο.Τ.Α. για τη συνολική αξία των δώρων αυτών µέχρι την ηµεροµηνία υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήµατος. Το ποσό της δαπάνης που εκπίπτει µε βάση τις διατάξεις της περίπτωσης αυτής, δεν µπορεί να υπερβαίνει τα πενήντα (50) ευρώ για κάθε λήπτη.

κθ) Αποζηµιώσεις, καθώς και πάσης φύσεως αµοιβές, που οφείλονται από επιχειρήσεις ή επιτηδευµατίες σε οποιοδήποτε φυσικό ή νοµικό πρόσωπο, µε βάση δικαστική ή διαιτητική απόφαση ή οποιαδήποτε αναγνώριση ή συµβιβασµό, δεν αναγνωρίζονται ως δαπάνη για τον προσδιορισµό των καθαρών κερδών, που υπάγονται στη φορολογία εισοδήµατος του οφειλέτη, εάν µέσα σε ένα µήνα από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου εντός της οποίας πραγµατοποιείται η καταβολή ή η πίστωση αυτών, δεν κοινοποιηθεί στην αρµόδια δηµόσια οικονοµική υπηρεσία φορολογίας του δικαιούχου αντίγραφο της απόφασης ή του εγγράφου η απόφαση ή το έγγραφο, βάσει του οποίου καταβάλλεται ή πιστώνεται η αποζηµίωση ή η αµοιβή στον δικαιούχο. Τα οριζόµενα στο προηγούµενο εδάφιο δεν ισχύουν προκειµένου για αποζηµιώσεις που καταβάλλονται ή πιστώνονται από ασφαλιστικές εταιρείες.

κι) Οι ακόλουθες δωρεές :
αα) Τα ποσά που καταβάλλονται λόγω δωρεάς στο Δηµόσιο, τους οργανισµούς τοπικής αυτοδιοίκησης, το Εθνικό Ταµείο Κοινωνικής Συνοχής (Ε.ΤΑ.Κ.Σ.), τα ηµεδαπά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύµατα, τα κρατικά και δηµοτικά νοσηλευτικά ιδρύµατα και τα νοσοκοµεία που είναι νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισµό, καθώς και το Ταµείο Αρχαιολογικών Πόρων.
ββ) Η αξία των ειδών διατροφής που δωρίζονται από επιχειρήσεις, οι οποίες παράγουν ή εµπορεύονται τέτοια αγαθά, προς το κοινωφελές ίδρυµα µε την επωνυµία «ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΡΟΦΙΜΩΝ -ΙΔΡΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΕΙΝΑΣ»(Φ.Ε.Κ. 540/Β’/1995). Για την εφαρµογή του προηγούµενου εδαφίου, ως αξία των δωριζοµένων ειδών διατροφής λαµβάνεται το κόστος απόκτησης ή παραγωγής τους, κατά περίπτωση και είναι απαραίτητη η έκδοση του προβλεποµένου στοιχείου.
γγ) Η αξία των κινητών µνηµείων, όπως αυτά ορίζονται από την κείµενη νοµοθεσία, που µεταβιβάζονται λόγω δωρεάς στο Δηµόσιο ή σε µουσεία αναγνωρισµένα από τον Υπουργό Πολιτισµού σύµφωνα µε την ίδια νοµοθεσία. Σε περίπτωση µεταβίβασης στο Δηµόσιο, η αποδοχή της δωρεάς γίνεται µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Πολιτισµού και Τουρισµού, ύστερα από γνώµη του αρµόδιου γνωµοδοτικού Συµβουλίου του Υπουργείου Πολιτισµού και Τουρισµού και µετά από χρηµατική αποτίµηση της αξίας των µνηµείων από ειδική εκτιµητική επιτροπή και αποδοχή της αξίας από τον δωρητή. Η απόφαση αυτή περιλαµβάνει τα στοιχεία του δωρητή, την περιγραφή και τη χρηµατική αποτίµηση του µνηµείου. Τα µνηµεία κατατίθενται σε κρατικά µουσεία. Σε περίπτωση µεταβίβασης λόγω δωρεάς σε µουσεία που δεν ανήκουν στο Δηµόσιο, η αποδοχή της δωρεάς γίνεται µετά από χρηµατική αποτίµηση των µνηµείων από την ειδική εκτιµητική επιτροπή του έκτου εδαφίου του παρόντος. Το ποσό που αφαιρείται δεν µπορεί να υπερβεί ποσοστό δέκα πέντε τοις εκατό (15%) του συνολικού καθαρού εισοδήµατος ή κερδών που προκύπτουν από τον ισολογισµό της διαχειριστικής περιόδου από τα ακαθάριστα έσοδα της οποίας εκπίπτει. Σε περίπτωση που η έκδοση της απόφασης της ειδικής εκτιµητικής επιτροπής γίνεται σε µεταγενέστερη χρήση από αυτή της δωρεάς, το ποσό του προηγούµενου εδαφίου εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της διαχειριστικής περιόδου µέσα στην οποία εκδίδεται η απόφαση αυτή.
δδ) Η αξία των ιατρικών µηχανηµάτων και των ασθενοφόρων αυτοκινήτων, που µεταβιβάζονται λόγω δωρεάς στα κρατικά και δηµοτικά νοσηλευτικά ιδρύµατα και τα νοσοκοµεία που αποτελούν νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισµό.
εε) Τα χρηµατικά ποσά που καταβάλλονται µέχρι ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού καθαρού εισοδήµατος ή των κερδών που προκύπτουν από ισολογισµούς λόγω δωρεάς προς τα κοινωφελή ιδρύµατα, τα σωµατεία µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που παρέχουν υπηρεσίες εκπαίδευσης και χορηγούν υποτροφίες, τους ιερούς ναούς, τις ιερές µονές του Αγίου Όρους, το Οικουµενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Αλεξανδρείας και Ιεροσολύµων, την Ιερά Μονή Σινά, την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας, τα ηµεδαπά νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου, τα ηµεδαπά νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόµιµα έχουν συσταθεί ή συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, τους ερευνητικούς και τεχνολογικούς φορείς που συστάθηκαν και διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 1514/1985 (Φ.Ε.Κ. 13/Α’) και του Ν. 3653/2008 (Φ.Ε.Κ. 49/Α’), καθώς και τα ερευνητικά κέντρα που αποτελούν ηµεδαπά νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και έχουν συσταθεί νόµιµα.
Οι διατάξεις του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζονται για δωρεές χρηµατικών ποσών προς αθλητικά σωµατεία. στστ) Επίσης, τα χρηµατικά ποσά που καταβάλλονται µέχρι το ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού καθαρού εισοδήµατος ή των κερδών που προκύπτουν από ισολογισµούς, λόγω χορηγίας προς τα µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ηµεδαπά νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόµιµα υπάρχουν ή συνιστώνται, εφόσον επιδιώκουν σκοπούς πολιτιστικούς.
Πολιτιστικοί σκοποί είναι ιδίως, η καλλιέργεια, η προαγωγή και διάδοση των γραµµάτων, της µουσικής, του χορού, του θεάτρου, του κινηµατογράφου, της ζωγραφικής, της γλυπτικής και των τεχνών, γενικότερα, καθώς και η ίδρυση, επέκταση και συντήρηση των αναγνωρισµένων ιδιωτικών µουσείων, όπως τέχνης, φυσικής ιστορίας, εθνολογικών και λαογραφικών. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονοµικών και Πολιτισµού καθορίζονται, µετά από έλεγχο του Υπουργείου Πολιτισµού, τα νοµικά πρόσωπα που επιδιώκουν πολιτιστικούς σκοπούς για την εφαρµογή αυτών των διατάξεων.
Όταν τα ποσά των δωρεών και των χορηγιών των υποπεριπτώσεων ββ’ και στστ’, µε εξαίρεση τις δωρεές που καταβάλλονται στους δωρεοδόχους του πρώτου εδαφίου της υποπερίπτωσης στστ’, υπερβαίνουν τα τριακόσια (300) ευρώ ετησίως, λαµβάνονται υπόψη µόνο εφόσον έχουν κατατεθεί στο Ταµείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή σε λογαριασµό του νοµικού προσώπου που τηρείται σε τράπεζα. Τα χρηµατικά ποσά αυτών των δωρεών και χορηγιών δεν πρέπει να έχουν εκπέσει µε βάση άλλη διάταξη του παρόντος. Το συνολικό ποσό των δωρεών που εκπίπτουν δεν µπορεί να υπερβαίνει το ποσό των καθαρών κερδών που προκύπτουν πριν από την αφαίρεση αυτών των ποσών από τα ακαθάριστα έσοδα της οικείας διαχειριστικής περιόδου.
ζζ) Οι παροχές σε είδος ή σε χρήµα που πραγµατοποιούν οι επιχειρήσεις της παραγράφου 19 του άρθρου 2 του Ν. 2939/2001 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’) για τους σκοπούς του ίδιου νόµου, προς οργανισµούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) ή άλλους αρµόδιους φορείς διαχείρισης αποβλήτων που αναφέρονται στην 69728/824/1996 (Φ.Ε.Κ. 358/Β’) υπουργική απόφαση ή άλλες σχετικές διατάξεις, καθώς και οι σχετικές µε αυτές δαπάνες που πραγµατοποιούνται. ηη) Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής εφαρµόζονται και για δωρεές υπέρ αντίστοιχων κρατικών φορέων και νοµικών προσώπων, εγκατεστηµένων σε άλλα κράτη µέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε χώρες ΕΟΧ.

λ)Τα ποσά που καταβάλλει η επιχείρηση για δαπάνες ταξιδιών που πραγµατοποιούν στην αλλοδαπή διευθυντικά και άλλα στελέχη της που εργάζονται σε αυτήν, καθώς και αντιπρόσωποι ή ειδικοί επιστήµονες που εκπροσωπούν την επιχείρηση στην αλλοδαπή και αφορούν έξοδα ξενοδοχείων, εισιτήρια και έξοδα διατροφής. Τα έξοδα διατροφής αναγνωρίζονται µέχρι του ποσού που αντιστοιχεί στο κόστος διαµονής. Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής ισχύουν µε την προϋπόθεση ότι ο σκοπός του
ταξιδιού συνδέεται µε την ασκούµενη δραστηριότητα της επιχείρησης.

µ) Οι ασφαλιστικές εισφορές σε ταµεία υποχρεωτικής ασφάλισης που καταβάλλονται από επιτηδευµατίες φυσικά πρόσωπα ή νοµικά πρόσωπα για την ασφάλιση των εταίρων ή/και των διοικούντων νοµικά πρόσωπα εφόσον αυτές έχουν καταβληθεί ή βεβαιωθεί µέχρι τη λήξη της προθεσµίας υποβολής της κατάστασης φορολογικής αναµόρφωσης που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 38 του Ν. 2873/2000 (Φ.Ε.Κ. 285/Α’).

ν) Οι δαπάνες οργάνωσης ενηµερωτικών ηµερίδων και συναντήσεων για τους εργαζοµένους ή πελάτες της. Ειδικά για αυτές που πραγµατοποιούνται εκτός του νοµού που εδρεύει η επιχείρηση ή λειτουργεί υποκατάστηµα της οι δαπάνες αυτές εκπίπτουν µέχρι του ποσού των τριακοσίων (300) ευρώ ανά συµµετέχοντα στην εκδήλωση.

ξ) Η ζηµιά που προκύπτει σε βάρος επιχείρησης από την εκχώρηση απαιτήσεων που ενεργείται σύµφωνα µε τις διατάξεις του Ν. 3156/2003 (Φ.Ε.Κ. 157/Α’).

ο) Τα έξοδα διανυκτέρευσης σε ξενοδοχείο, αλλοδαπών πελατών, αντιπροσώπων και διευθυντικών στελεχών ηµεδαπών ή αλλοδαπών επιχειρήσεων, καθώς και ειδικών επιστηµόνων, που προκύπτει από τα εκδοθέντα φορολογικά στοιχεία.Τα ανωτέρω ισχύουν µε την προϋπόθεση ότι το ξενοδοχείο ευρίσκεται εντός του νοµού, στη χωρική αρµοδιότητα του οποίου είναι εγκατεστηµένη η έδρα ή υποκατάστηµα της επιχείρησης που επιβαρύνεται µε τα πιο πάνω έξοδα.Η αξία των δώρων που γίνονται προς τα ανωτέρω πρόσωπα και µέχρι είκοσι (20) ευρώ για κάθε δωρεοδόχο. Λοιπά έξοδα φιλοξενίας και διανυκτέρευσης δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση.

π) Οι αποδοχές του λογιστή που απασχολεί η επιχείρηση εφόσον η δήλωση φόρου εισοδήµατος της επιχείρησης υπογράφεται από αυτόν.

3. Οι δαπάνες που περιλαµβάνονται στις ακόλουθες περιπτώσεις δεν εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα :

α) Αποσβέσεις παγίων :
αα) Στην αξία γηπέδου ή οικοπέδου επί του οποίου είτε ευρίσκονται είτε δεν ευρίσκονται κτίσµατα.
ββ) Στην αξία κτιρίου τράπεζας που περιέχεται σε αυτή µετά από πλειστηριασµό για ικανοποίηση απαιτήσεών της, εφόσον δεν χρησιµοποιείται από την ίδια ή δεν εκµισθώνεται.
γγ) Όταν η επιχείρηση δεν διενεργεί απόσβεση χρησιµοποιούµενου παγίου σε συγκεκριµένη χρήση, εφόσον αυτό δεν έχει τεθεί εκτός εκµετάλλευσης, ή όταν διενεργεί µε µικρότερο συντελεστή από τον προβλεπόµενο, δεν έχει το δικαίωµα διενέργειας αποσβέσεων για το ποσό αυτό στις επόµενες χρήσεις.
δδ) Όταν διενεργείται απόσβεση µε συντελεστή ανώτερο από τον προβλεπόµενο, το επιπλέον του νοµίµου ποσού απόσβεσης,.
εε) Οι αποσβέσεις που ενεργεί επιχείρηση στο κόστος επαναγοράς ακινήτου (κτιρίου), πριν από τη λήξη της σύµβασης χρηµατοδοτικής µίσθωσης (sale and leaseback), δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδά της µέχρι του ποσού της υπεραξίας του κτιρίου για το οποίο έτυχε απαλλαγής κατά την αρχική πώληση του ακινήτου προς την εταιρεία χρηµατοδοτικής µίσθωσης στστ) Οι αποσβέσεις που υπολογίζονται στην υπεραξία που αναλογεί στην αποσβεσθείσα αξία των εισφεροµένων παγίων περιουσιακών στοιχείων από την επιχείρηση που µετατρέπεται ή συγχωνεύεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του Ν.Δ. 1297/1972 (Φ.Ε.Κ. 217/Α’).
ζζ) Οι αποσβέσεις που διενεργούν οι τραπεζικές, ασφαλιστικές καθώς και οι εισηγµένες στο Χ.Α. ανώνυµες εταιρείες, λόγω αναπροσαρµογής της αξίας των ιδιοχρησιµοποιούµενων ακινήτων τους σύµφωνα µε το άρθρο 28 του Ν. 3091/2002, κατά το µέρος που αναλογούν στην υπεραξία αυτή. ηη) Οι αποσβέσεις που αναλογούν στην αξία των παγίων στοιχείων που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς των κρατικών επιχορηγήσεων του Ν. 1892/1990 και του Ν. 2601/1998, για την πραγµατοποίηση επενδύσεων.

β) Ζηµία :
αα) Η ζηµία που προκύπτει σε βάρος ηµεδαπής επιχείρησης από τη συµµετοχή της σε αλλοδαπή επιχείρηση.
ββ) Η ζηµία που προκύπτει από την αποτίµηση µετοχών, οµολόγων και συµµετοχών σε άλλες επιχειρήσεις.
γγ) Η χρεωστική διαφορά (ζηµιά) που προκύπτει κατά την εξαγορά σύµφωνα µε τις διατάξεις του Ν. 2166/1993 (Φ.Ε.Κ. 137/Α’) Ν.Δ. 1297/1972 (Φ.Ε.Κ. 217/Α’) και Ν. 2190/1920 (Φ.Ε.Κ. 37/Α’), θυγατρικής εταιρείας από τη µητρική της ή το αντίθετο, όταν το καταβαλλόµενο τίµηµα είναι µεγαλύτερο από την καθαρή θέση ή το µετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας που εξαγοράζεται.
δδ) Η ζηµία που προκύπτει όταν κατά τη µεταβίβαση επιχείρησης ή µέρους αυτής µεταβιβάζονται στοιχεία παθητικού µεγαλύτερης αξίας από την αξία των στοιχείων του ενεργητικού.
εε) Η ζηµία που προκύπτει από την πώληση και αποτίµηση µεριδίων αµοιβαίων κεφαλαίων. στστ) Η ζηµία από τη µείωση της ονοµαστικής αξίας µετοχών ανώνυµης εταιρείας τις οποίες κατέχει άλλη ανώνυµη εταιρεία. ζζ) Η ζηµία από την αναπόσβεστη αξία κατεδαφισθέντων κτιρίων της επιχείρησης.

γ) Οι τόκοι υπερηµερίας λόγω οφειλής φόρων, τελών, εισφορών και προστίµων προς το Δηµόσιο ή άλλα νοµικά πρόσωπα δηµόσιου δικαίου. Οι διατάξεις του προηγούµενου εδαφίου έχουν εφαρµογή και για τους καταβαλλόµενους δασµούς.

δ) Φόροι -Τέλη : αα) Ο φόρος εισοδήµατος που βαρύνει την επιχείρηση.

ββ) ο φόρος υπεραξίας λόγω αναπροσαρµογής της αξίας των ακινήτων που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 24 του Ν. 2065/1992 (Φ.Ε.Κ. 113/Α’),
γγ) ο φόρος ακίνητης περιουσίας της παραγράφου 2 του άρθρου 50 του Ν. 3842/2010 (Φ.Ε.Κ. 58/Α’),
δδ) το ενιαίο τέλος ακινήτων της παραγράφου 3 του άρθρου 15 του Ν. 3634/2008 (Φ.Ε.Κ. 9/Α’),
εε) το τέλος επιτηδεύµατος του άρθρου 31 του Ν. 3986/2011 (Φ.Ε.Κ. 152/Α’),
στστ) το έκτακτο ειδικό τέλος ηλεκτροδοτούµενων δοµηµένων επιφανειών του άρθρου 53 του Ν. 4021/2011 (Φ.Ε.Κ. 218/Α’),
ζζ) η έκτακτη εισφορά του πέµπτου άρθρου του Ν. 3845/2010 (Φ.Ε.Κ. 65/Α’)
ηη) η έκτακτη εισφορά του άρθρου 2 του Ν. 3808/2009 (Φ.Ε.Κ. 227/Α’),
θθ) η έκτακτη εισφορά ακινήτων του άρθρου 3 του Ν. 3808/2009 (Φ.Ε.Κ. 227/Α’).
Στην περίπτωση που οι ανωτέρω φόροι επαναχρεώνονται στην αντισυµβαλλόµενη επιχείρηση, εκπίπτουν ως δαπάνη της επιχείρησης που τους επαναχρεώνει εφόσον έχουν αποτελέσει έσοδο φορολογητέο για αυτήν.

ιι) Οι καταβαλλόµενοι από την επιχείρηση κάθε είδους φόροι που βαρύνουν τρίτους.

ιαια) Οι ποινικές ρήτρες, τα πρόστιµα και οι χρηµατικές ποινές που επιβάλλονται για οποιονδήποτε λόγο σε βάρος επιχείρησης όπως και οι πρόσθετοι φόροι και πρόστιµα για παραβάσεις της φορολογικής νοµοθεσίας που καταλογίζονται σε βάρος επιχείρησης µετά από το φορολογικό έλεγχο.
Τα ίδια ισχύουν και για τους πρόσθετους φόρους ή πρόστιµα που καταβάλλονται λόγω εκπροθέσµου στο Δηµόσιο.

ιβιβ) Το ποσό των προσαυξήσεων που κατέβαλε επιχείρηση για την εκπρόθεσµη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών προς τους ασφαλιστικούς οργανισµούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης.

ιγιγ) Ο οριζόµενος από τις διατάξεις των άρθρων 15 έως και 18 του Ν. 3091/2002 (Φ.Ε.Κ. 330/Α’) ετήσιος ειδικός φόρος επί της αξίας των ακινήτων που έχουν στην κυριότητα τους αλλοδαπές εταιρείες χωρίς καµία άλλη δραστηριότητα στην Ελλάδα.

ιδιδ) Το ποσό του Φόρου Προστιθέµενης Αξίας (Φ.Π.Α.) που αναλογεί στην αξία των κτισµάτων που παραδίδει οικοδοµική επιχείρηση στον οικοπεδούχο, στην περίπτωση ανέγερσης οικοδοµής µε αντιπαροχή, σε περίπτωση που δεν εισπράττεται από τον τελευταίο.

ιειε) Το αγγελιόσηµο που καταβάλουν οι εκδοτικές επιχειρήσεις, καθόσον βαρύνει τους πελάτες τους και οι υπόψη επιχειρήσεις απλώς µεσολαβούν για την είσπραξη και την απόδοσή του αγγελιόσηµου στον Ενιαίο Δηµοσιογραφικό Οργανισµό Επικουρικής Ασφάλισης και Περίθαλψης.

ιστιστ) Το ποσό εξαγοράς ποινής για αγορανοµική παράβαση.

ε) Σε περίπτωση κατά την οποία στα ακαθάριστα έσοδα περιλαµβάνονται και έσοδα που απαλλάσσονται του φόρου εισοδήµατος ή έσοδα από µερίσµατα και κέρδη από συµµετοχή σε ηµεδαπές εταιρείες, για τον υπολογισµό του καθαρού κέρδους της επιχείρησης που υπόκειται σε φορολογία, το συνολικό ποσό των δαπανών που πρόκειται να εκπεσθεί µειώνεται κατά το ποσό των χρεωστικών τόκων που εξευρίσκεται µε επιµερισµό των τόκων αυτών µεταξύ των υποκείµενων στη φορολογία ακαθάριστων εσόδων και αυτών που αναφέρονται πιο πάνω. Οι διατάξεις του προηγουµένου εδαφίου δεν εφαρµόζονται για τραπεζικές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από τη νοµική µορφή που λειτουργούν.

στ) Χρηµατικά ποσά ή είδη που χορηγούνται δωρεάν από επιχείρηση σε συνεργάτες, το προσωπικό ή σε τρίτα πρόσωπα, εφόσον τα δώρα αυτά δεν εµπίπτουν στην περίπτωση σ’ της παραγράφου 2.

ζ) Αµοιβές σε χρήµα ή σε είδος δεν αναγνωρίζονται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα, όταν η παροχή ή η λήψη αυτών συνιστά ποινικό αδίκηµα ακόµα και αν η καταβολή αυτών πραγµατοποιείται στο εξωτερικό.

η) Των µισθωµάτων που καταβάλλει ο µισθωτής στις εταιρείες του Ν. 1665/1986 (ΦΕΚ 194 Α’) ή σε αλλοδαπές εταιρείες χρηµατοδοτικής µίσθωσης για ακίνητα κατά το µέρος που αναλογούν στην αξία του οικοπέδου.

4. Για τις ασφαλιστικές ανώνυµες εταιρείες εκπίπτουν, επιπλέον, από τα ακαθάριστα έσοδα :

α) Τα µαθηµατικά αποθέµατα των ασφαλειών ζωής, τα οποία υπολογίζονται µε βάση τους κανόνες της αναλογιστικής.

β) Τα αποθεµατικά για την κάλυψη των κινδύνων που ισχύουν, τα οποία υπολογίζονται επί των καθαρών ασφαλίστρων µε συντελεστή που ορίζεται, κατά κλάδους µε κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονοµικών και Ανάπτυξης.

γ) Οι κρατήσεις για ζηµίες που έχουν συµβεί, οι οποίες λαµβάνονται όπως αυτές καθορίζονται µε πραγµατογνωµοσύνη, µειωµένες κατά το ποσό της τυχόν συµµετοχής των αντασφαλιστών στις κρατήσεις αυτές. Ως καθαρό ασφάλιστρο νοείται, για την εφαρµογή αυτής της παραγράφου, το ολικό ποσό του ασφαλίστρου µειωµένο κατά το ποσό του αντασφαλίστρου.

5. Οι τράπεζες επιτρέπεται να εκπίπτουν, αντί των ποσών των αποσβέσεων των επισφαλών απαιτήσεων για τις οποίες έχουν γίνει οριστικές εγγραφές, ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) στο ποσό του ετήσιου µέσου όρου των πραγµατικών χορηγήσεων, όπως αυτό προκύπτει από τις µηνιαίες λογιστικές καταστάσεις τους. Τέτοιες χορηγήσεις είναι οι απαιτήσεις κεφαλαίου και οι απαιτήσεις των εγγεγραµµένων τόκων, όχι όµως και επισφαλών ή µη εισπράξιµων τόκων των επισφαλών απαιτήσεων ή απαιτήσεων µη παραγωγικών, τους οποίους οι τράπεζες δικαιούνται να µην εµφανίζουν ή εγγράφουν στα βιβλία τους, υποχρεούµενες να αποδεικνύουν ότι πρόκειται για τέτοιους τόκους, καθώς και η κάλυψη στο σύνολο του ή εν µέρει οµολογιακού δανείου ιδιωτικών επιχειρήσεων ή η απόκτηση µετοχών κατά τη σύσταση ανώνυµης εταιρείας ή αύξηση του κεφαλαίου της, για το χρονικό διάστηµα κατά το οποίο οι τίτλοι των οµολογιών ή µετοχών παραµένουν στο χαρτοφυλάκιο της τράπεζας. Στις χορηγήσεις αυτές δεν περιλαµβάνονται τα δάνεια γενικά προς το Δηµόσιο και τα νοµικά πρόσωπα δηµόσιου δικαίου, τα δάνεια γενικά για τα οποία δόθηκε εγγύηση του Δηµοσίου και οι καταθέσεις σε άλλες Τράπεζες.

6. Πέρα από το ποσοστό έκπτωσης που προβλέπεται στην προηγούµενη παράγραφο οι τράπεζες δικαιούνται να εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα τους, για τον προσδιορισµό των αποτελεσµάτων της χρήσης πρόσθετες ειδικές κατά περίπτωση προβλέψεις για την απόσβεση απαιτήσεων κατά πελατών τους, για τις οποίες έχει διακοπεί ο λογισµός τόκων, σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα από το άρθρο 88 του Ν. 3601/2007 (Φ.Ε.Κ. 178/Α’). Κατά το µέρος που οι προβλέψεις αυτές δεν επαληθευθούν και δεν διενεργηθούν οριστικές εγγραφές διαγραφής των απαιτήσεων µέσα στις επόµενες οκτώ (8) χρήσεις από τη χρήση σχηµατισµού τους, η τράπεζα υποχρεούται µέσα σε τρεις (3) µήνες από τη λήξη της όγδοης χρήσης να υποβάλει συµπληρωµατική δήλωση φορολογίας εισοδήµατος του οικείου

οικονοµικού έτους, στο οποίο σχηµατίστηκε η πρόβλεψη, µη εφαρµοζοµένων στην περίπτωση αυτή των διατάξεων του άρθρου 87.
Η δήλωση αυτή του µηεπαληθευθέντος υπολοίπου είναι εκπρόθεσµη και επιβάλλονται επί του φόρου που προκύπτει οι προσαυξήσεις που προβλέπονται για την εκπρόθεσµη υποβολή τους. Σε περίπτωση µη υποβολής της δήλωσης αυτής εκδίδεται φύλλο ελέγχου καταλογισµού του οφειλόµενου τυχόν φόρου πλέον των νόµιµων προσαυξήσεων.

7. Πλέον των αναφερόµενων στις προηγούµενες παραγράφους δαπανών, από τα ακαθάριστα έσοδα των ηµεδαπών ανώνυµων εταιρειών εκπίπτουν και οι ακόλουθες:

α) Τα ποσά που καταβάλλει ηµεδαπή ανώνυµη εταιρεία για την εξαγορά ιδρυτικών τίτλων αυτής, καθώς και οι τόκοι που καταβάλλει στους κατόχους ιδρυτικών τίτλων της, εφόσον οι τόκοι αυτοί δεν προέρχονται από τα κέρδη της.

β) Οι τόκοι που καταβάλλει ηµεδαπή ανώνυµη εταιρεία στους κατόχους προνοµιούχων µετοχών αυτής, εφόσον οι τόκοι δεν προέρχονται από τα κέρδη της.

γ) Οι αµοιβές και αποζηµιώσεις µελών του διοικητικού συµβουλίου που βαρύνουν την ίδια την ανώνυµη εταιρεία, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του Κ.Ν. 2190/1920.

8. Ειδικά για το ποσό της ζηµιάς νοµικού προσώπου της παραγράφου 4 του άρθρου 1, που αποσβέσθηκε µε ειδική προς τούτο µείωση του µετοχικού ή εταιρικού κεφαλαίου αυτού, δεν έχουν εφαρµογή οι διατάξεις της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1του άρθρου 5.

9. Ως καθαρό εισόδηµα των αλλοδαπών επιχειρήσεων που εκµεταλλεύονται πλοία υπό ξένη σηµαία και αεροσκάφη λαµβάνεται ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) στα ακαθάριστα έσοδα που πραγµατοποιούνται από τη µεταφορά επιβατών, εµπορευµάτων και πραγµάτων γενικά, από ελληνικούς λιµένες και αερολιµένες και µέχρι το λιµένα προορισµού ή µέχρι τον αλλοδαπό λιµένα ή αερολιµένα επιβίβασης των επιβατών ή µεταφόρτωσης των εµπορευµάτων και λοιπών πραγµάτων σε πλοίο ή αεροσκάφος άλλης αλλοδαπής επιχείρησης.

10. Για τις Εταιρείες Ειδικού Σκοπού που ορίζονται από το Ν. 3389/2005 (Φ.Ε.Κ. 232/Α’), ως χρόνος απόκτησης του εισοδήµατος από την υλοποίηση Συµπράξεων Δηµόσιου και Ιδιωτικού Τοµέα θεωρείται ο χρόνος που το τίµηµα καθίσταται απαιτητό µε βάση τους όρους της οικείας κάθε φορά Σύµβασης Σύµπραξης. Οι διατάξεις του προηγούµενου εδαφίου δεν ισχύουν για έσοδα που αποκτούν οι Εταιρείες Ειδικού Σκοπού από ίδια εκµετάλλευση του έργου. Το συνολικό κόστος υλοποίησης της Σύµπραξης, στο οποίο περιλαµβάνεται το κατασκευαστικό κόστος, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική Σύµβαση Σύµπραξης ή το σχετικό Παρεπόµενο Σύµφωνο, το αρχικό κόστος του συνολικά απαιτούµενου εξοπλισµού που αποτελεί µέρος του αναλαµβανόµενου έργου, οι τόκοι της περιόδου κατασκευής, καθώς και κάθε κόστος και δαπάνη για την επίβλεψη, την ασφάλιση, τις αµοιβές συµβούλων, τα προπαρασκευαστικά έξοδα, τους τεχνικούς ελέγχους, τα νοµικά έξοδα, τα έξοδα εγκατάστασης και µετεγκατάστασης, τα έξοδα εγγυητικών επιστολών, αποσβένυνται, είτε µε τους συντελεστές της περίπτωσης ιε’ της παραγράφου 2, είτε µε τη µέθοδο που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 97 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ 101/Α’). Αν το έργο αυτό επιχορηγείται από το Ελληνικό Δηµόσιο, οι αποσβέσεις ενεργούνται επί του υπολοίπου που αποµένει µετά από την αφαίρεση της επιχορήγησης από το κόστος κατασκευής. Οι ζηµίες της Εταιρείας Ειδικού Σκοπού µεταφέρονται προς συµψηφισµό µε τα κέρδη των δέκα (10) επόµενων χρήσεων.

11. Η χρεωστική διαφορά που προκύπτει σε βάρος των νοµικών προσώπων από την ανταλλαγή οµολόγων του Ελληνικού Δηµοσίου ή εταιρικών οµολόγων, κατ’ εφαρµογή προγράµµατος συµµετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, εκπίπτει σε ίσες δόσεις που δεν µπορούν να υπερβούν τον αριθµό των διαχειριστικών περιόδων που µεσολαβούν µέχρι τη λήξη των οµολόγων του Ελληνικού Δηµοσίου που εκδόθηκαν σε ανταλλαγή των αρχικών τίτλων, αρχής γενοµένης από τη διαχειριστική περίοδο µέσα στην οποία πραγµατοποιείται η ανταλλαγή των τίτλων και ανεξάρτητα από το χρόνο διακράτησής τους. Για την εφαρµογή του προηγούµενου εδαφίου, ως χρεωστική διαφορά λαµβάνεται η διαφορά µεταξύ της ονοµαστικής αξίας των τίτλων που εκδόθηκαν σε ανταλλαγή και του κόστους απόκτησης των αρχικών τίτλων. Ειδικά, σε περίπτωση που µετά την απόκτηση των αρχικών τίτλων προέκυψε ζηµιά από την αποτίµησή τους η οποία δεν έχει συµψηφιστεί µε αποθεµατικό κατά τις διατάξεις του άρθρου 38 του Ν. 2238/1994 (Φ.Ε.Κ. 151/Α’), λαµβάνεται το αρχικό κόστος απόκτησης.

12. Τα εισοδήµατα των νοµικών προσώπων και ιδρυµάτων της παραγράφου 5 του άρθρου 1 προσδιορίζονται ως εξής:

α) Τα εισοδήµατα από εκµίσθωση γης και ακινήτων, σύµφωνα µε τις διατάξεις της περίπτωσης β’ της παραγράφου 6 του άρθρου 22. Ειδικά για τον προσδιορισµό του εισοδήµατος από εκµίσθωση γης και ακινήτων εκπίπτουν οι δαπάνες επισκευής, συντήρησης, ανακαίνισης, οι πάγιες και λειτουργικές δαπάνες και κάθε είδους άλλη δαπάνη, µέχρι εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%) επί του ακαθαρίστου εισοδήµατος από εκµίσθωση γης και ακινήτων, εφόσον καλύπτεται από νόµιµα παραστατικά.

β) Τα εισοδήµατα από µερίσµατα ανωνύµων εταιρειών, διανεµόµενα κέρδη λοιπών εταιρειών, τόκους και λοιπούς τίτλους, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 25, 26 και 28. Κατ’ εξαίρεση, για τον προσδιορισµό του καθαρού εισοδήµατος από τόκους που αποκτούν αυτά τα νοµικά πρόσωπα, εκπίπτουν οι τόκοι που καταβάλλονται σε δανειοδοτικούς φορείς, µέχρι το ύψος του συνολικού ακαθάριστου εισοδήµατος από τόκους.

γ) Τα εισοδήµατα από γεωργικές εκµεταλλεύσεις, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 16.

δ) Τα εισοδήµατα τα οποία δεν µπορούν να υπαχθούν σε µία από τις κατηγορίες της παραγράφου 1 του άρθρου 4, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 16 και των άρθρων 17, 18 και 19.

13. Για την εξεύρεση του συνολικού καθαρού φορολογητέου εισοδήµατος των νοµικών προσώπων και ιδρυµάτων της προηγούµενης παραγράφου, εφαρµόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5, της παραγράφου 3 του άρθρου 23 και της παραγράφου 13 του άρθρου 27.

14. Τα έσοδα και τα έξοδα των εταιρειών που εφαρµόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, που προκύπτουν κατά την αρχική αναγνώριση των χρηµατοοικονοµικών µέσων, κατανέµονται ανάλογα µε τη χρονική διάρκεια των αντίστοιχων µέσων, σύµφωνα και µετά οριζόµενα από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Ως χρηµατοοικονοµικά µέσα νοούνται τα οριζόµενα από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, όπως αυτά υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση κατ’ εφαρµογή του Κανονισµού 1606/2002, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου.

15. Για την εξεύρεση του συνολικού καθαρού φορολογητέου εισοδήµατος των εταιρειών που είτε υποχρεωτικά είτε προαιρετικά εφαρµόζουν τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα που υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως προβλέπεται από τον
Κανονισµό (ΕΚ) αριθµ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 19ης Ιουλίου 2002, που δηµοσιεύθηκε στην Επίσηµη Εφηµερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (L 243) και των Κανονισµών που εκδίδονται από την Επιτροπή (Commission), κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 3 και 6 του Κανονισµού αυτού, εφαρµόζονται τα εξής:
α) Στην περίπτωση των εταιρειών που τηρούν τα βιβλία τους σύµφωνα µε τους κανόνες της ισχύουσας φορολογικής νοµοθεσίας, τα κέρδη (ή ζηµίες) της εταιρείας προκύπτουν αποκλειστικά από τα τηρούµενα βιβλία µε βάση τους ισχύοντες κανόνες της φορολογικής νοµοθεσίας. Τα κέρδη (ή ζηµίες) της εταιρείας που προκύπτουν από τις Οικονοµικές Καταστάσεις µε βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα δεν λαµβάνονται υπόψη για τους σκοπούς φορολογίας.
β) Στην περίπτωση των εταιρειών που τηρούν τα βιβλία τους σύµφωνα µε τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα που υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κέρδη (ή ζηµίες) της εταιρείας προκύπτουν αποκλειστικά από τον Πίνακα Φορολογικών Αποτελεσµάτων Χρήσης.
γ) Από το φορολογητέο εισόδηµα µε βάση την παράγραφο αυτή ή την περίπτωση α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 αφαιρούνται τα κέρδη τα οποία έχουν υπαχθεί σε φόρο σε προηγούµενη διαχειριστική περίοδο.

16. Για να προσδιοριστεί το καθαρό κέρδος που προκύπτει στην Ελλάδα από τη µόνιµη εγκατάσταση αλλοδαπής επιχείρησης µε εξαίρεση τις µόνιµες εγκαταστάσεις εταιριών που εδρεύουν στην Ε.Ε./Ε.Ο.Χ., η επιβάρυνση της µόνιµης εγκατάστασης στην Ελλάδα µε γενικά έξοδα διαχείρισης και διάφορα άλλα έξοδα οργάνωσης και λειτουργίας της που πραγµατοποιούνται από την έδρα της επιχείρησης που βρίσκεται στην αλλοδαπή, δεν µπορεί να είναι µεγαλύτερη από πέντε τοις εκατό (5%) των εξόδων διοικητικής λειτουργίας που πραγµατοποιούνται στην Ελλάδα από τη µόνιµη εγκατάσταση της αλλοδαπής επιχείρησης, όπως αυτά εµφανίζονται στις οικονοµικές καταστάσεις κάθε δεδοµένης διαχειριστικής χρήσης. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζονται τα αναγκαία προς τούτο δικαιολογητικά για την αναγνώριση των δαπανών αυτών και κάθε άλλη λεπτοµέρεια χρήσιµη για την εφαρµογή της παραγράφου αυτής.

17. Όταν µεταξύ των εισοδηµάτων των νοµικών προσώπων της παραγράφου 4 του άρθρου 1, συµπεριλαµβάνονται και µερίσµατα ή κέρδη από συµµετοχή σε άλλες εταιρείες, των οποίων τα κέρδη έχουν φορολογηθεί σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος, τα εισοδήµατα αυτά αφαιρούνται από τα συνολικά καθαρά κέρδη προκειµένου για τον υπολογισµό των φορολογητέων κερδών του νοµικού προσώπου. Σε περίπτωση όµως, που στα καθαρά κέρδη των πιο πάνω προσώπων, συµπεριλαµβάνονται, εκτός από τα µερίσµατα και τα κέρδη από συµµετοχή σε άλλες εταιρείες, που αναφέρονται πιο πάνω, και αφορολόγητα έσοδα και περαιτέρω λαµβάνει χώρα διανοµή κερδών, για τον προσδιορισµό των διανεµόµενων κερδών, που αναλογούν στα εισοδήµατα, που προβλέπουν οι διατάξεις των παραγράφων 18 και 19 του παρόντος άρθρου, λαµβάνονται τα συνολικά καθαρά κέρδη, που προκύπτουν από τους ισολογισµούς των νοµικών αυτών προσώπων.

18. Αν στα καθαρά κέρδη, που προκύπτουν από ισολογισµούς των νοµικών προσώπων της παραγράφου 4 του άρθρου 1 συµπεριλαµβάνονται και έσοδα αφορολόγητα, για τον προσδιορισµό των φορολογητέων κερδών του νοµικού προσώπου προστίθεται σε αυτά το µέρος των αφορολόγητων εσόδων, που αναλογεί στα διανεµόµενα κέρδη µε οποιαδήποτε µορφή, µετά την αναγωγή του ποσού αυτού σε µικτό ποσό µε την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτό φόρου. Αν όµως τα αφορολόγητα έσοδα του νοµικού προσώπου είναι µεγαλύτερα από τα προκύψαντα, βάσει ισολογισµού, καθαρά κέρδη και περαιτέρω λαµβάνει χώρα διανοµή κερδών µε οποιαδήποτε µορφή, το µέρος των κερδών που διανέµεται φορολογείται στο όνοµα του νοµικού προσώπου κατά την αναγωγή αυτού σε µικτό ποσό µε την προσθήκη του αναλογούντος σε αυτό φόρου. Στην περίπτωση αυτή, επί της ζηµιάς που προκύπτει µετά τη λογιστική αναµόρφωση των προκυψάντων αποτελεσµάτων, η οποία λαµβάνει χώρα µε την υποβολή της δήλωσης του άρθρου 59, δεν έχουν εφαρµογή οι διατάξεις της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 5.

19. Αφορολόγητα αποθεµατικά των νοµικών προσώπων, ανεξάρτητα του χρόνου σχηµατισµού τους, διανεµόµενα ή κεφαλαιοποιούµενα οποτεδήποτε, φορολογούνται κατά το χρόνο της διανοµής ή κεφαλαιοποίησης µε βάση τις διατάξεις του παρόντος στο όνοµα του νοµικού προσώπου, µετά την αναγωγή αυτών σε µικτό ποσό µε την προσθήκη του αναλογούντος φόρου. Τα ως άνω διανεµόµενα ή κεφαλαιοποιούµενα αποθεµατικά φορολογούνται αυτοτελώς, µη συναθροιζοµένων των ποσών αυτών µε το προκύπτον αποτέλεσµα του ισολογισµού, κατά το χρόνο που γίνεται η διανοµή ή κεφαλαιοποίηση. Προς τούτο, το νοµικό πρόσωπο υποχρεούται να υποβάλλει δήλωση του άρθρου 59 µέσα στο πρώτο δεκαπενθήµερο του επόµενου µήνα από το µήνα που λαµβάνεται η απόφαση από το αρµόδιο όργανο για διανοµή ή κεφαλαιοποίηση των αποθεµατικών. Ο προκύπτων φόρος καταβάλλεται σε τρεις ίσες µηνιαίες δόσεις, από τις οποίες, η πρώτη ταυτόχρονα µε την υποβολή της δήλωσης, οι δε υπόλοιπες δύο την τελευταία εργάσιµη ηµέρα των δύο (2) επόµενων, από την υποβολή της δήλωσης, µηνών. Με την καταβολή του ως άνω φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για τα διανεµόµενα ή κεφαλαιοποιούµενα αποθεµατικά. Τα ανωτέρω δεν έχουν εφαρµογή :
α) σε αφορολόγητα αποθεµατικά, για την κεφαλαιοποίηση των οποίων ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 1473/1984 (Φ.Ε.Κ. 127/Α’) και του άρθρου 101 του Ν. 1892/1990,
β) σε περίπτωση διανοµής ή κεφαλαιοποίησης αφορολόγητων αποθεµατικών που έχουν σχηµατίσει µέχρι του χρόνου έναρξης ισχύος του Ν. 2065/1992 οι εταιρείες περιορισµένης ευθύνης, µε εξαίρεση τα σχηµατισθέντα βάσει αναπτυξιακών νόµων αποθεµατικά.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρµόζονται ανάλογα και για τις επιχειρήσεις της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 1, σε περίπτωση πίστωσης του κεντρικού καταστήµατος ή ανάληψης ή εξαγωγής στο εξωτερικό κερδών ή αποθεµατικών που δεν έχουν φορολογηθεί στο όνοµα του νοµικού προσώπου, ανεξάρτητα του χρόνου σχηµατισµού τους. Στην περίπτωση αυτή η δήλωση του άρθρου 59, για την καταβολή του οφειλόµενου φόρου υποβάλλεται µέσα στο πρώτο δεκαπενθήµερο του επόµενου µήνα από το µήνα που γίνεται η πίστωση ή η ανάληψη ή η εξαγωγή στο εξωτερικό των κερδών ή αποθεµατικών και ο οφειλόµενος φόρος καταβάλλεται µέσα στην προθεσµία, που ορίζεται από την παράγραφο αυτή. Πέραν του φόρου εισοδήµατος που οφείλεται µε βάση τα πιο πάνω, στο καθαρό ποσό των µερισµάτων που λαµβάνουν οι µέτοχοι ή τα µέλη του συνεταιρισµού ή των κερδών που λαµβάνουν τα µέλη των λοιπών προσώπων της παραγράφου 4 του άρθρου 1, ανεξάρτητα αν η καταβολή γίνεται σε µετρητά ή µετοχές ή εταιρικά µερίδια, ενεργείται και παρακράτηση φόρου εισοδήµατος σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 55.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρµόζονται ανάλογα και επί διανοµής ή κεφαλαιοποίησης αποθεµατικών, προερχόµενων από εισοδήµατα που έχουν φορολογηθεί κατά ειδικό τρόπο µε εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης. Στην περίπτωση αυτήν ο παρακρατηθείς ή καταβληθείς, κατά περίπτωση, στα ανωτέρω εισοδήµατα φόρος συµψηφίζεται µε αυτόν που αναλογεί στο νοµικό πρόσωπο για τα εισοδήµατα αυτά.

20. Αφορολόγητα αποθεµατικά που έχουν σχηµατισθεί ή σχηµατίζονται σύµφωνα µε τις διατάξεις του ν. 3299/2004 (ΦΕΚ 261Α’), του ν.2601/1998 (ΦΕΚ81Α’), του ν.1262/1982 (ΦΕΚ70Α’), καθώς και µε οποιονδήποτε άλλο αναπτυξιακό νόµο, λόγω πραγµατοποίησης παραγωγικών επενδύσεων, όταν διανέµονται ή κεφαλαιοποιούνται, προστίθενται στα κέρδη της επιχείρησης και φορολογούνται στη διαχειριστική περίοδο µέσα στην οποία έγινε η διανοµή ή ανάληψη του αντίστοιχου ποσού του αφορολόγητου αποθεµατικού. Για τα κέρδη αυτά έχουν εφαρµογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 55. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν έχουν εφαρµογή για τα πιο πάνω αποθεµατικά που κεφαλαιοποιούνται κατ’ εφαρµογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν.1473/1984 (ΦΕΚ 127Α’) ή του άρθρου 101 του ν.1892/1990( ΦΕΚ101Α’).

21. Σε περίπτωση διάλυσης ηµεδαπής ανώνυµης εταιρείας θεωρείται ως κέρδος, φορολογούµενο στο όνοµα του νοµικού προσώπου, το ποσό που λαµβάνουν οι µέτοχοι πέραν του πράγµατι καταβληθέντος και µη επιστραφέντος σε αυτούς µετοχικού κεφαλαίου και των κερδών που έχουν υπαχθεί σε φορολογία µε βάση τις διατάξεις του παρόντος. Ως πράγµατι καταβληθέν από τους µετόχους ποσό θεωρείται το µετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, προσαυξηµένο κατά τα αποθεµατικά τα σχηµατισθέντα από καταβολή των µετόχων κατά την τυχόν υπέρ το άρτιον έκδοση των µετοχών. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, έχουν ανάλογη εφαρµογή και σε περίπτωση διάλυσης εταιρείας περιορισµένης ευθύνης, ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείες, ετερόρρυθµης και οµόρρυθµης εταιρείας ή αστικής εταιρείας.

22. Σε περίπτωση εξαγοράς ή µε οποιονδήποτε τρόπο απόκτησης από ηµεδαπή ανώνυµη εταιρεία ιδίων αυτής µετοχών µε σκοπό την απόσβεση ή µείωση του κεφαλαίου της, το ποσό που καταβάλλεται στους µετόχους πέραν του πράγµατι καταβληθέντος από αυτούς αντίτιµου µετοχών και µη επιστραφέντος σε αυτούς, προέρχεται από το υπόλοιπο των κερδών που προκύπτει µετά την αφαίρεση του αναλογούντος, µε βάση την παράγραφο 6 του άρθρου 21φόρου, από τα συνολικά κέρδη. Ως πράγµατι καταβληθέν από τους µετόχους ποσό θεωρείται το µετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, προσαυξηµένο κατά τα αποθεµατικά τα σχηµατισθέντα από την τυχόν υπέρ το άρτιον έκδοση των µετοχών. Το ανωτέρω ποσό που λαµβάνουν οι µέτοχοι δεν υπόκειται σε φορολογία εφόσον το νοµικό πρόσωπο δεν έχει, µέσα στη διαχειριστική περίοδο που λαµβάνει χώρα η απόσβεση ή µείωση του κεφαλαίου, εισοδήµατα απαλλασσόµενα της φορολογίας. Σε περίπτωση ύπαρξης των πιο πάνω εισοδηµάτων, έχουν ανάλογη εφαρµογή οι διατάξεις της παραγράφου 18 του παρόντος άρθρου.

23. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών θα καθοριστούν η λογιστική εµφάνιση και ο τρόπος παρακολούθησης των αποθεµατικών, που σχηµατίζουν οι επιχειρήσεις από τα κέρδη κάθε χρήσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή των διατάξεων των παραγράφων 17 έως και 21 του παρόντος άρθρου.


Άρθρο 19
Προσδιορισµός ακαθαρίστου και καθαρού εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα µε αντικειµενικό τρόπο

1. Ο προσδιορισµός του ακαθαρίστου και του καθαρού εισοδήµατος των φυσικών και νοµικών προσώπων που ασκούν επιχειρηµατική δραστηριότητα γίνεται µε αντικειµενικό τρόπο στις ακόλουθες περιπτώσεις :

α)Όταν δεν τηρούνται τα προβλεπόµενα βιβλία, τα φορολογικά στοιχεία και τα λοιπά προβλεπόµενα δικαιολογητικά έγγραφα καθώς και τα συνοδευτικά στοιχεία συναλλαγών και καθίστανται αδύνατες οι ελεγκτικές επαληθεύσεις.

β)Όταν δεν προσκοµίζονται µετά από δύο τουλάχιστον προσκλήσεις τακτικού φορολογικού ελέγχου τα τηρούµενα βιβλία, τα φορολογικά στοιχεία και τα λοιπά προβλεπόµενα δικαιολογητικά έγγραφα καθώς και τα συνοδευτικά στοιχεία συναλλαγών εκτός εάν υπάρχει η δυνατότητα αναπαραγωγής αυτών µε αξιόπιστο τρόπο, από τον ίδιο τον υπόχρεο ή/και από τις διασταυρώσεις του ελέγχου.

2. Για τους υπόχρεους για τους οποίους συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 1:
α) Το ακαθάριστο εισόδηµα προσδιορίζεται µε βάση τα στοιχεία και τις πληροφορίες που διαθέτει η ελεγκτική αρχή για την έκταση της συναλλακτικής δράσης και τις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης. Στην περίπτωση αυτή λαµβάνονται υπόψη οι αγορές, οι πωλήσεις και το µικτό κέρδος που εµφανίζει η επιχείρηση, το µικτό κέρδος που πραγµατοποιείται από οµοειδείς επιχειρήσεις που λειτουργούν µε παρόµοιες συνθήκες, το απασχολούµενο προσωπικό, το ύψος των κεφαλαίων που έχουν επενδυθεί, καθώς και των ίδιων κεφαλαίων κίνησης, το ποσό των δανείων και των πιστώσεων, το ποσό των εξόδων παραγωγής και διάθεσης των εµπορευµάτων, των εξόδων διαχείρισης και γενικά κάθε επαγγελµατική δαπάνη.
Ειδικά για τους ελεύθερους επαγγελµατίες για τον προσδιορισµό του ακαθαρίστου εισοδήµατος λαµβάνονται υπόψη ο χρόνος και ο τρόπος άσκησης του επαγγέλµατος, ο τόπος που ασκείται αυτό, η ειδικότητα, ο επιστηµονικός τίτλος, ο κύκλος των εργασιών, το ύψος της αµοιβής που εισπράττεται κατά περίπτωση, το προσωπικό το οποίο απασχολείται, τα µέσα που διαθέτονται, η πελατεία, το ύψος των επαγγελµατικών δαπανών και γενικά κάθε άλλο στοιχείο που προσδιορίζει την επαγγελµατική δραστηριότητα και απόδοση αυτών.Η κρίση του προϊσταµένου της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας για τον προσδιορισµό του ακαθαρίστου εισοδήµατος πρέπει να µην απέχει από τα δεδοµένα της κοινής πείρας.

β) Το καθαρό εισόδηµα προσδιορίζεται µε πολλαπλασιασµό του ακαθαρίστου εισοδήµατος, όπως αυτό προσδιορίζεται σύµφωνα µε τα οριζόµενα στην περίπτωση α΄ µε τον µοναδικό συντελεστή καθαρού κέρδους που περιλαµβάνεται σε ειδικό πίνακα ο οποίος καταρτίζεται µε αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών που δηµοσιεύονται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, προσαυξηµένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Στην περίπτωση που για κάποια δραστηριότητα δεν έχει προβλεφθεί µοναδικός συντελεστής καθαρού κέρδους στον ανωτέρω πίνακα, θα έχει εφαρµογή ο µέσος όρος των συντελεστών της κατηγορίας του πίνακα στην οποία θα εντασσόταν η δραστηριότητα αυτή προσαυξηµένος κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Στα κατά τα ανωτέρω ακαθάριστα έσοδα δεν συµπεριλαµβάνονται τα ακόλουθα ποσά εσόδων:

αα) Οι τόκοι από συναλλακτικές πράξεις, µε εξαίρεση τους τόκους της περίπτωσης η’ της παραγράφου 1 του άρθρου 16, που αποτελούν εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα.

ββ) Η αυτόµατη υπερτίµηση κεφαλαίου της επιχείρησης.

γγ) Τα ποσά που έχουν εισπραχθεί από επισφαλείς απαιτήσεις που έχουν αποσβεστεί, εφόσον είχαν γίνει δεκτές από τον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισµό του φορολογούµενου εισοδήµατος. δδ) Τα ποσά που έχουν εισπραχθεί από φόρους, τέλη και εισφορές της επιχείρησης, εφόσον είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως και είχαν γίνει δεκτά από τον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισµό του φορολογούµενου εισοδήµατος.

Τα ποσά των πιο πάνω υποπεριπτώσεων αα’ έως δδ’ προστίθενται στο καθαρό κέρδος της επιχείρησης, το οποίο προκύπτει από την εφαρµογή του συντελεστή καθαρού κέρδους.

Αν από τα στοιχεία που προσκοµίζει ο φορολογούµενος προκύπτει αποδεδειγµένα, ότι, από γεγονότα ανώτερης βίας, το πραγµατικό κέρδος είναι κατώτερο από αυτό που προσδιορίζεται µε την εφαρµογή του µέσου συντελεστή, το κέρδος αυτό µπορεί να καθορίζεται µε χρήση κατώτερου συντελεστή, όχι όµως κατώτερου από το µηδέν.

Εξαιρετικά, σε περιπτώσεις µερικής ή ολικής καταστροφής της επιχείρησης και των βιβλίων και στοιχείων από πυρκαγιά, σεισµό, πληµµύρα ή θεοµηνία, µπορεί να αναγνωρισθεί αρνητικός συντελεστής µέχρι ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) επί των ακαθάριστων εσόδων των ανέλεγκτων χρήσεων. Στις περιπτώσεις αυτές, ανεξάρτητα από την κατηγορία βιβλίων, το σχετικό αίτηµα της επιχείρησης κρίνεται από την επιτροπή της παραγράφου 1 του άρθρου 88, εφαρµοζοµένων ανάλογα των οριζόµενων στις διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του ίδιου άρθρου.

Άρθρο 20
Χρόνος κτήσης του εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα

1. Χρόνος απόκτησης του εισοδήµατος από εµπορική και αγροτική επιχείρηση είναι ο χρόνος που ορίζεται στο άρθρο 6.

2. Χρόνος κτήσης του εισοδήµατος από υπηρεσίες ελευθέριου επαγγέλµατος θεωρείται ο χρόνος κατά τον οποίο παρασχέθηκαν οι υπηρεσίες από τον ελεύθερο επαγγελµατία. Όταν πρόκειται για παροχή υπηρεσιών διαρκείας, χρόνος κτήσης του εισοδήµατος θεωρείται ο χρόνος που καθίσταται απαιτητό κάθε επί µέρους τµήµα της αµοιβής για το µέρος αυτό και την υπηρεσία που παρασχέθηκε
Ειδικά για συγγραφείς, µουσουργούς και καλλιτέχνες ζωγράφους ή γλύπτες ή χαράκτες, το εισόδηµα που αποκτούν κάθε χρόνο από τα έργα της πνευµατικής τους παραγωγής µπορεί να κατανεµηθεί σε ίσα µέρη για να φορολογηθεί στο έτος της κτήσης του και στα τρία επόµενα έτη. Το ίδιο εφαρµόζεται και στην περίπτωση που προκύπτει ζηµιά.

3. Χρόνος απόκτησης του εισοδήµατος της παραγράφου 4 του άρθρου 16 από αµοιβές µελών Δ.Σ. ανωνύµων εταιρειών, εταίρων και διαχειριστών λοιπών εταιρειών θεωρείται ο χρόνος καταβολής ή πίστωσής του στους δικαιούχους.

4. Τα κέρδη από επιχειρηµατική δραστηριότητα των νοµικών προσώπων της περίπτωσης 4 του άρθρου 1 που τηρούν απλογραφική µέθοδο του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών, θεωρείται ότι αποκτήθηκαν από κάθε ένα εταίρο ή µέλος για το ποσοστό των κερδών που του αναλογεί από τη συµµετοχή του στο νοµικό πρόσωπο. Ως χρόνος κτήσης αυτών θεωρείται η ηµεροµηνία στην οποία έκλεισε η διαχείριση.

Άρθρο 21
Φορολογία του εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα

1. Το εισόδηµα από ατοµική εµπορική επιχείρηση και ελευθέριο επάγγελµα υποβάλλεται σε φόρο σύµφωνα µε την ακόλουθη κλίµακα :

Κλιµάκιο εισοδήµατος

Φορολογικός

συντελεστής

%

Φόρος κλιµακίου

Σύνολο

Εισοδήµατος Φόρου
50.000

26%

13.000 50.000 13.000
Υπερβάλλον

33%

     

2. Το εισόδηµα από ατοµική αγροτική επιχείρηση υποβάλλεται σε φόρο µε συντελεστή δεκατρία τοις εκατό (13%).

3. Το εισόδηµα από αµοιβές µελών Δ.Σ. ανωνύµων εταιρειών, εταίρων και διαχειριστών λοιπών εταιρειών της παραγράφου 4 του άρθρου 16 φορολογείται µε συντελεστή τριάντα τρία τοις τοις εκατό (33%). Ο φόρος αυτός παρακρατείται µε βάση τα οριζόµενα στο άρθρο 54.

4. Από το ποσό του φόρου που αναλογεί στο συνολικό καθαρό εισόδηµα των παραγράφων 1 και 2 εκπίπτουν:

α) Ο φόρος που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 54και 55 στο εισόδηµα που υπόκειται σε φόρο µέσα στο ίδιο οικονοµικό έτος.
β) Ο φόρος που αποδεδειγµένα καταβλήθηκε στην αλλοδαπή σε κράτος µε το οποίο η Ελλάδα έχει θέσει σε ισχύ Σύµβαση Αποφυγής Διπλής Φορολογίας (Σ.Α.Δ.Φ.) για το εισόδηµα που προέκυψε σε αυτή µέχρι όµως του ποσού του φόρου που αναλογεί για το εισόδηµα αυτό στην Ελλάδα. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζονται τα δικαιολογητικά στοιχεία για την εφαρµογή της διάταξης του προηγούµενου εδαφίου. Για την εξεύρεση του ποσού αυτού του φόρου, το ποσό του φόρου που προκύπτει στην Ελλάδα στο συνολικό εισόδηµα ύστερα από την εφαρµογή των διατάξεων του άρθρου αυτού, µειώνεται κατά το ποσό που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου αυτού και µερίζεται, ανάλογα µε τα δύο τµήµατα του εισοδήµατος στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή.

5. Το συνολικό καθαρό εισόδηµα των υπόχρεων των περιπτώσεων ζ’ και η’ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 οι οποίοι τηρούν απλογραφικά βιβλία,υποβάλλεται σε φόροσύµφωνα µε την ακόλουθη κλίµακα :

Κλιµάκιο εισοδήµατος

Φορολογικός

συντελεστής

%

Φόρος κλιµακίου

Σύνολο

Εισοδήµατος Φόρου
50.000

26%

13.000 50.000 13.000
Υπερβάλλον

33%

     

6.Το συνολικό καθαρό εισόδηµα των υπόχρεων των περιπτώσεων ζ’ και η’ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 που τηρούν διπλογραφικά βιβλία καθώς και των λοιπών υπόχρεων της ιδίας παραγράφου, καθώς και της παραγράφου 5 του άρθρου 1υποβάλλεται σε φόρο µε συντελεστή είκοσι έξι τοις εκατό (26%). Με το συντελεστή αυτόν φορολογούνται και τα κέρδη που δηλώνονται µε την οριστική δήλωση που υποβάλλουν τα υπό εκκαθάριση νοµικά πρόσωπα της παραγράφου 4 του άρθρου 1 µε βάση τις διατάξεις της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 59, ανεξάρτητα από το χρόνο που τέθηκαν σε εκκαθάριση.

7. Αν στο συνολικό εισόδηµα περιλαµβάνεται και εισόδηµα από ακίνητα, το ακαθάριστο ποσό αυτού υποβάλλεται και σε συµπληρωµατικό φόρο ο οποίος υπολογίζεται µε συντελεστή τρία τοις εκατό (3%). Το ποσό του συµπληρωµατικού φόρου αυτής της παραγράφου δεν µπορεί να είναι µεγαλύτερο από το ποσό του φόρου που αναλογεί στο συνολικό εισόδηµα του υπόχρεου, σύµφωνα µε τις παραγράφους 5 και 6.Ο φόρος της παραγράφου αυτής δεν επιβάλλεται στα εισοδήµατα από ακίνητα των νοµικών προσώπων, τα οποία απαλλάσσονται σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9, του φόρου εισοδήµατος για τα εισοδήµατα αυτά.

8. Από το συνολικό ποσό του φόρου που αναλογεί στο φορολογούµενο εισόδηµα και του συµπληρωµατικού φόρου των παραγράφων 5 και 6 εκπίπτουν:
α) Ο φόρος που προκαταβλήθηκε, παρακρατήθηκε ή καταβλήθηκε, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 27, 29, 35, 37, 39, 50, 52, 54 και 55, στο εισόδηµα που υπόκειται σε φόρο.
β) Ο φόρος που αποδεδειγµένα καταβλήθηκε στην αλλοδαπή για το εισόδηµα που προέκυψε σε αυτήν και υπόκειται σε φορολογία. Ο φόρος αυτός σε καµιά περίπτωση δεν µπορεί να είναι ανώτερος από το ποσό του φόρου που αναλογεί για το εισόδηµα αυτό στην Ελλάδα.
Για την απόδειξη του ύψους του φόρου που έχει καταβληθεί εκτός Ελλάδας απαιτείται βεβαίωση εκδιδόµενη στη χώρα καταβολής του φόρου, από Ορκωτό Ελεγκτή ή άλλη αρµόδια αρχή της χώρας. Το ποσό φόρου που εκπίπτει σύµφωνα µε την περίπτωση αυτή σε καµία περίπτωση δεν µπορεί να είναι ανώτερο από το ποσό του φόρου που αναλογεί για το εισόδηµα αυτό στην Ελλάδα. Ειδικά για τα µερίσµατα ή κέρδη που εισπράττει ηµεδαπή µητρική εταιρεία από αλλοδαπή θυγατρική της σε κράτος µη συνεργάσιµο ή µε έδρα σε άλλο κράτος µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτο κράτος όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ν. 2578/1998, εκπίπτει το άθροισµα των ποσών του φόρου που τυχόν καταβλήθηκε ως φόρος εισοδήµατος νοµικού προσώπου, καθώς και του φόρου που παρακρατήθηκε ως φόρος επί του µερίσµατος.

9. Όταν το ποσό του φόρου που προκαταβλήθηκε ή παρακρατήθηκε είναι µεγαλύτερο από το φόρο που αναλογεί, η επιπλέον διαφορά συµψηφίζεται στο υπόλοιπο ποσό που προκύπτει για βεβαίωση.

10. Με την επιβολή του φόρου των παραγράφων 5 έως 9 του άρθρου αυτού εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση :
α)Των υπόχρεων νοµικών προσώπων των περιπτώσεων ζ’ και η’ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 και των προσώπων που συµµετέχουν σε αυτά.
β)Των λοιπών υπόχρεων νοµικών προσώπων.

11. Στις αλλοδαπές επιχειρήσεις και οργανισµούς που αναλαµβάνουν στην Ελλάδα κατάρτιση µελετών και σχεδίων ή τη διεξαγωγή ερευνών τεχνικής, οικονοµικής ή επιστηµονικής γενικά φύσεως, ανεξάρτητα αν αυτές εκπονούνται στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή ή την επίβλεψη και συντονισµό εκτέλεσης τεχνικών έργων που πραγµατοποιούνται από τρίτους στην Ελλάδα ή την παροχή επιστηµονικής φύσεως συµβουλών προς τον κύριο του εκτελούµενου στην Ελλάδα τεχνικού έργου και δεν έχουν µόνιµη εγκατάσταση στην Ελλάδα, επιβάλλεται, για τα καθαρά κέρδη που αποκτούν από τις υπηρεσίες αυτές, φόρος εισοδήµατος µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), ο οποίος υπολογίζεται στη συνολική ακαθάριστη αµοιβή τους. Ο φόρος αυτός παρακρατείται από τον υπόχρεο για την καταβολή κατά την εκάστοτε πίστωση ή την καταβολή της αµοιβής στο δικαιούχο. Με την παρακράτηση του φόρου που ενεργείται σύµφωνα µε τα πιο πάνω, εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήµατος των αλλοδαπών επιχειρήσεων και οργανισµών για τα κέρδη που αποκτούν από τις υπηρεσίες αυτές. Οι τράπεζες υποχρεούνται να αρνηθούν την παροχή του ποσού συναλλάγµατος ή ευρώ που αναλογεί για την αποστολή στο εξωτερικό εισοδηµάτων, που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, αν δεν προσκοµισθεί σε αυτές αποδεικτικό καταβολής στο Δηµόσιο του φόρου που αναλογεί στα εισοδήµατα αυτά.

12. Οι αµοιβές που καταβάλλονται από το Ελληνικό Δηµόσιο, τους δήµους και τις κοινότητες του Κράτους, τον Ελληνικό Οργανισµό Τουρισµού (Ε.Ο.Τ.), το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, τον Οργανισµό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, τον Οργανισµό Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης -Θεσσαλονίκη 1997, το Σύλλογο «Οι Φίλοι της Μουσικής», καθώς και την Εθνική Λυρική Σκηνή σε ξένα καλλιτεχνικά συγκροτήµατα ή µεµονωµένους καλλιτέχνες ξένων χωρών, για τη συµµετοχή τους σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα, φορολογούνται αυτοτελώς µε συντελεστή φόρου είκοσι έξι τοις εκατό (26%).Ο φόρος που προκύπτει παρακρατείται κατά την πληρωµή. Με την παρακράτηση αυτού του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση από το φόρο εισοδήµατος των δικαιούχων για τις ως άνω αµοιβές.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΕΙΣΟΔΗΜΑ ΑΠΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

Άρθρο 22
Εισόδηµα από εκµίσθωση γης και ακινήτων

1.Ως ακαθάριστο εισόδηµα από εκµίσθωση γης και ακινήτων νοείται:
α) Αυτό που προκύπτει κάθε οικονοµικό έτος, είτε από εκµίσθωση ή δωρεάν παραχώρηση χρήσης ή από επίταξη µιας ή περισσότερων οικοδοµών είτε από εκµίσθωση γαιών. Στην έννοια του όρου «γαίες» περιλαµβάνονται οι γαίες που καλλιεργούνται ή είναι φυτεµένες, τα δάση και οι δενδρώδεις εκτάσεις, τα λιβάδια και οι κάθε είδους βοσκήσιµες γαίες, τα µεταλλεία και λατοµεία, οι πηγές, τα φρέατα, οι λίµνες και οι δεξαµενές, τα ιχθυοτροφεία, καθώς και κάθε άλλη έκταση γης, µαζί µε τα στοιχεία που είναι στην επιφάνεια του εδάφους και τις κάθε είδους ύλες που είναι κάτω από αυτό. Το εισόδηµα αυτό αποκτάται από κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει νόµιµα µεταβιβασθεί µε οριστικό συµβόλαιο ή έχει αποκτηθεί µε δικαστική απόφαση ή λόγω χρησικτησίας το δικαίωµα πλήρους κυριότητας ή νοµής ή επικαρπίας ή οίκησης, κατά περίπτωση.
β) Το δικαίωµα που αποκτάται από τον κύριο του εδάφους προκειµένου για οικοδοµές που έχουν ανεγερθεί σε έδαφος κυριότητας τρίτου ή αν πρόκειται για επιφάνειες και εµφυτεύσεις που διατηρούνται σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 58 και 59 του Α.Ν. 2783/1941 (Φ.Ε.Κ. 29/Α’).
γ) Το εισόδηµα από γήπεδα, ιδιαίτερα όταν αυτά χρησιµοποιούνται ως αποθήκες, εργοστάσια ή εργαστήρια ή ως χώροι στάθµευσης αυτοκινήτων, θεαµάτων, καφενείων, γυµναστηρίων και γενικά για κάθε άλλη χρήση.
δ) Η αξία που έχει κατά το χρόνο της ανέγερσης της η οικοδοµή που ανεγέρθηκε µε δαπάνες του µισθωτή σε έδαφος του οποίου την κυριότητα έχει ο εκµισθωτής, αν µετά τη λήξη του χρόνου της µίσθωσης του εδάφους η οικοδοµή παραµένει στην κυριότητα του εκµισθωτή. Το ετήσιο εισόδηµα εξευρίσκεται µε διαίρεση του υπολοίπου, που προκύπτει µετά την αφαίρεση του τυχόν ανταλλάγµατος, που έχει ορισθεί στη σύµβαση για τη µεταβίβαση της κυριότητας της οικοδοµής, από την αξία αυτής, κατά το χρόνο της ανέγερσης της, σε µέρη ίσα µε τον αριθµό των ετών κατά τα οποία διαρκεί η µίσθωση του εδάφους. Ως αξία της οικοδοµής που έχει ανεγερθεί σε έδαφος κυριότητας τρίτου λαµβάνεται η πραγµατική αξία της οικοδοµής, η οποία εξευρίσκεται από τα δεδοµένα των βιβλίων που τηρεί ο µισθωτής. Οι διατάξεις αυτής της περίπτωσης εφαρµόζονται ανάλογα και για βελτιώσεις ή επεκτάσεις που γίνονται µε δαπάνες του µισθωτή σε οικοδοµή της οποίας την κυριότητα έχει ο εκµισθωτής, αν µετά τη λήξη του χρόνου της µίσθωσης της οικοδοµής οι βελτιώσεις ή επεκτάσεις παραµένουν στην κυριότητα του εκµισθωτή.
ε) Σε περίπτωση υπεκµίσθωσης, αυτό που αποκτιέται από το µισθωτή.
στ) Σε περίπτωση µεταβίβασης του δικαιώµατος της επικαρπίας για ορισµένο χρόνο, ενός ή περισσότερων ακινήτων, σε ηµεδαπά ή αλλοδαπά νοµικά πρόσωπα, τα µισθώµατα αποκτά ο κύριος ή ο επικαρπωτής του ακινήτου από τη µεταβίβαση αυτή. Για τον προσδιορισµό του ετήσιου εισοδήµατος, το αντάλλαγµα αυτό διαιρείται σε µέρη ίσα προς τον αριθµό των πραγµατικών ετών διάρκειας της επικαρπίας. Σε περίπτωση που το αντάλλαγµα αυτό είναι µικρότερο τουλάχιστον κατά δέκα τοις εκατό (10%) από την πραγµατική αξία του δικαιώµατος της επικαρπίας, όπως αυτή προσδιορίζεται µε τις διατάξεις του Ν. 2961/2001 (Φ.Ε.Κ. 166/Α’), κατά το χρόνο της µεταβίβασης της, για τον προσδιορισµό του ετήσιου εισοδήµατος λαµβάνεται η πραγµατική αξία της επικαρπίας, διαιρούµενη σε µέρη ίσα µε τον αριθµό των πραγµατικών ετών διάρκειας της.
ζ) Το µίσθωµα που καταβάλλεται, κατόπιν συµφωνίας στον ιδιοκτήτη, νοµέα κ.λπ. δάσους για την παραχώρηση της εκµετάλλευσης του σε ποσοστό της δασικής παραγωγής, το οποίο υπολογίζεται κατά µονάδα βάρους ή όγκου επί της παραγωγής ή µε άλλη παρόµοια αναλογία.
η) Το µίσθωµα το οποίο µε οποιονδήποτε τρόπο υπολογίζεται και καταβάλλεται κατά συµφωνία ή κατά συνήθεια στον ιδιοκτήτη, νοµέα κ.λπ. σε ποσοστό της παραγωγής, για την παραχώρηση της εκµετάλλευσης των γαιών, εφόσον αυτός δεν συµµετέχει στις δαπάνες καλλιέργειας ή συγκοµιδής των γεωργικών προϊόντων.
θ) Στις περιπτώσεις των επιφανειών και εµφυτεύσεων που διατηρούνται, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 58 και 59 του Α.Ν. 2783/1941, το εισόδηµα που αποκτιέται από τον επιφανειούχο ή τον εµφυτευτή από την εκµίσθωση των γαιών στις οποίες έχει το δικαίωµα του.
ι) Το µίσθωµα που καταβάλλεται για την παραχώρηση χώρου για την τοποθέτηση φωτεινών επιγραφών και κάθε είδους διαφηµίσεων.
ια) Το µίσθωµα που καταβάλλεται για την εκµίσθωση κοινόχρηστων χώρων γενικώς σε οικοδοµές που από τον κανονισµό της οροφοκτησίας ανήκουν στους ιδιοκτήτες των διηρεµένων ιδιοκτησιών τους.

2. Προκειµένου για εκµίσθωση ολόκληρης ή τµήµατος οικοδοµής µαζί µε έπιπλα ή µηχανήµατα, στο εισόδηµα συνυπολογίζεται και το τυχόν µίσθωµα των συνεκµισθούµενων επίπλων ή µηχανηµάτων.

3. Δεν λογίζεται ως εισόδηµα από ακίνητα η ιδιοκατοίκηση ή ιδιοχρησιµοποίηση..

4.Ως ακαθάριστο εισόδηµα, προκειµένου για οικοδοµή που εκµισθώνεται, νοείται το µίσθωµα που έχει συµφωνηθεί. Σε περίπτωση που δεν προσάγεται το συµφωνητικό ή άλλο στοιχείο που µπορεί να αποδείξει τη συµφωνία ή αν τα συµφωνητικά ή τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάγονται εµφανίζουν µίσθωµα που είναι δυσαναλόγως κατώτερο σε σχέση µε τη µισθωτική αξία της οικοδοµής, ο προσδιορισµός του εισοδήµατος που προκύπτει από αυτή γίνεται αφού αυτή συγκριθεί µε άλλες οικοδοµές που εκµισθώνονται κάτω από παρόµοιες συνθήκες. Θεωρείται ότι υπάρχει περίπτωση δυσανάλογου µισθώµατος, σε σχέση µε τη µισθωτική αξία της οικοδοµής, όταν η µισθωτική αξία της είναι ανώτερη από το µίσθωµα που δηλώνεται σε ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) τουλάχιστον του µισθώµατος αυτού. Ειδικώς, το εισόδηµα αυτό δεν µπορεί να είναι µικρότερο από το τριάµισι τοις εκατό (3,5%) της αξίας του ακινήτου, που εκµισθώνεται και χρησιµοποιείται ως κατοικία, όπως η αξία αυτή προσδιορίζεται, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν. 1249/ 1982, για τις περιοχές που ισχύει κάθε φορά το σύστηµα αυτό. Σε περίπτωση που η οικοδοµή χρησιµοποιήθηκε χωρίς αντάλλαγµα, το ακαθάριστο εισόδηµα βρίσκεται ύστερα από την σύγκρισή της µε άλλες οικοδοµές που εκµισθώνονται, πάντως το ετήσιο ακαθάριστο εισόδηµα που καθορίζεται µε αυτόν τον τρόπο, ορίζεται σε τριάµισι τοις εκατό (3,5%) της αξίας του ακινήτου, όπως αυτή προσδιορίζεται, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982. Ειδικά για τις περιοχές που δεν ισχύει το αντικειµενικό σύστηµα της αξίας των ακινήτων, το ετήσιο ακαθάριστο εισόδηµα δεν µπορεί να είναι ανώτερο από τι τέσσερα τοις εκατό (4%) της πραγµατικής αξίας της οικοδοµής κατά το χρόνο της φορολογίας.

5.Προκειµένου για γαίες που εκµισθώνονται, ως ακαθάριστο εισόδηµα λαµβάνεται αυτό που προκύπτει µε βάση τη συµφωνία. Αν το µίσθωµα ή αντάλλαγµα έχει συµφωνηθεί σε είδος, αυτό αποτιµάται σε χρήµα, µε βάση τη µέση τιµή χονδρικής πώλησης του είδους αυτού, κατά το χρόνο και στον τόπο παραγωγής του. Αν δεν προσάγεται συµφωνητικό ή άλλο στοιχείο, που αποδεικνύει τη συµφωνία, το ακαθάριστο εισόδηµα εξευρίσκεται µε σύγκριση των γαιών µε άλλες γαίες που εκµισθώνονται κάτω από παρόµοιες συνθήκες.

6. Το καθαρό εισόδηµα από εκµίσθωση γης και ακινήτων που υπόκειται σε φορολόγηση προκύπτει αν από το ακαθάριστο εισόδηµα αφαιρεθούν οι ακόλουθες δαπάνες :
α)Αν ο εκµισθωτής είναι νοµικό πρόσωπο, όλες οι δαπάνες που αφορούν το ακίνητο µεταξύ των οποίων και οι προβλεπόµενες αποσβέσεις, και έχουν καταχωρηθεί στα τηρούµενα βιβλία,
β)Αν ο εκµισθωτής είναι φυσικό πρόσωποποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) για αποσβέσεις. Αν οι αποσβέσεις αφορούν κοινόχρηστους χώρους του ακινήτου, επιµερίζονται αναλόγως στους συνιδιοκτήτες του. Επίσης, ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) των δαπανών αντιπληµµυρικών έργων και έργων αποξήρανσης ελών για απόσβεσή τους, όχι όµως και για έξοδα βελτίωσης και επέκτασης των γαιών.
γ) Στις περιπτώσεις υπεκµίσθωσης οικοδοµών που έχουν ανεγερθεί σε έδαφος κυριότητας τρίτου, το δικαίωµα που παρέχεται ετησίως στον ιδιοκτήτη τη γης, καθώς και η αξία της οικοδοµής που ανεγέρθηκε σε έδαφος κυριότητας τρίτου, η οποία, σύµφωνα µε τις διατάξεις της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 22, λογίζεται ως εισόδηµα.
δ) Στις περιπτώσεις υπεκµίσθωσης, πολυετούς µίσθωσης διάρκειας µεγαλύτερης των εννέα ετών, µεταγραπτέας στο υποθηκοφυλακείο και δικαιώµατος επιφάνειας ή εµφύτευσης, το µίσθωµα ή δικαίωµα που καταβάλλεται. Όταν υπεκµισθώνεται ακίνητο για το οποίο έχει συναφθεί σύµβαση χρηµατοδοτικής µίσθωσης, αναγνωρίζεται προς έκπτωση µόνο το µέρος του µισθώµατος που καταβάλλεται προς την εταιρεία χρηµατοδοτικής µίσθωσης και αντιστοιχεί στο κτίριο.
ε) Κάθε φόρος, τέλος ή δικαίωµα υπέρ του Δηµοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου που βαρύνει τις γαίες.
στ) Το ποσό της αποζηµίωσης που καταβάλλει, βάσει νόµου, ο εκµισθωτής στο µισθωτή για τη λύση της µισθωτικής σχέσης ακινήτου, µέχρι του ύψους του ακαθάριστου εισοδήµατος που αποκτά ο εκµισθωτής από το ακίνητο αυτό, κατά το έτος που καταβλήθηκε η αποζηµίωση. Τυχόν αρνητικό ποσό δεν συµψηφίζεται µε εισοδήµατα άλλων ακινήτων ή µε άλλα θετικά εισοδήµατα του φορολογουµένου φυσικού προσώπου.

7. Για εισοδήµατα από εκµίσθωση γης και ακινήτων, που καταβάλλονται αναδροµικά µε βάση νόµο ή δικαστική απόφαση, χρόνος απόκτησης αυτών θεωρείται ο χρόνος στον οποίο ανάγονται τα µισθώµατα.

Άρθρο 23
Φορολογία του εισοδήµατος από εκµίσθωση γης και ακινήτων

1. Το καθαρό εισόδηµα από εκµίσθωση γης και ακινήτων που αποκτάται από φυσικά πρόσωπα, υποβάλλεται σε φόρο σύµφωνα µε την ακόλουθη κλίµακα :

Κλιµάκια εισοδήµατος

Φορολογικός

συντελεστής

%

Φόρος κλιµακίου

Σύνολο

Εισοδήµατος Φόρου
12.000

10%

1.200 12.000 1.200
Υπερβάλλον

33%

     

2. Επιπλέον του οριζόµενου στην προηγούµενη παράγραφο φόρου, επιβάλλεται και συµπληρωµατικός φόρος στο ακαθάριστο ποσό του εισοδήµατος από ακίνητα,ο οποίος υπολογίζεται µε συντελεστή ενάµιση τοις εκατό (1,5%) ή τρία τοις εκατό (3%) εφόσον η επιφάνεια κατοικίας υπερβαίνει τα τρακόσια (300) τετραγωνικά µέτρα της κατοικίας ή πρόκειται για επαγγελµατική ή εµπορική µίσθωση.

3. Το καθαρό εισόδηµα από εκµίσθωση γης και ακινήτων που αποκτάται από νοµικά πρόσωπα, υποβάλλεται σε φόρο σύµφωνα µε τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 21 κατά περίπτωση.

4.Ειδικά τα εισοδήµατα από την εκµίσθωση γης και ακινήτων που θεωρείται ότι έχουν αποκτηθεί κατά τις διατάξεις του παρόντος νόµου και τα οποία αποδεδειγµένα δεν έχουν εισπραχθεί από το δικαιούχο, επιτρέπεται να µη φορολογηθούν, εφόσον εκχωρηθούν στο Δηµόσιο χωρίς αντάλλαγµα, µε απλή έγγραφη δήλωση του υπόχρεου σε φόρο προς τον αρµόδιο προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας µέσα στο οικονοµικό έτος, στο οποίο τα εισοδήµατα αυτά υπόκεινται σε φόρο. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται η διαδικασία, ο τύπος και το περιεχόµενο της δήλωσης εκχώρησης στο Δηµόσιο, τα δικαιολογητικά που συνυποβάλλονται µε αυτήν, η διαδικασία βεβαίωσης των ποσών των εισοδηµάτων που εκχωρούνται στο Δηµόσιο, καθώς και κάθε άλλη λεπτοµέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρµογή των διατάξεων αυτής της παραγράφου.

Άρθρο 24
Εισόδηµα από µερίσµατα ανωνύµων εταιρειών και διανεµόµενα κέρδη λοιπών εταιρειών

1.Ως εισόδηµα από µερίσµατα ή από διανεµόµενα ή κεφαλαιοποιούµενα κέρδη νοείται αυτό που αποκτάται κάθε οικονοµικό έτος από:
α) µερίσµατα και προµερίσµατα µετοχών ηµεδαπών ανωνύµων εταιρειών, ανεξάρτητα αν η καταβολή τους γίνεται σε µετρητά ή µετοχές.
β) µερίσµατα ή κέρδη αλλοδαπής προέλευσης,
γ) κέρδη ανωνύµων εταιρειών που διανέµονται µε τη µορφή µετρητών στα µέλη του Δ.Σ. και στο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό τους,
δ) αποθεµατικά ανωνύµων εταιρειών και εταιρειών περιορισµένης ευθύνης, τα οποία διανέµονται ή κεφαλαιοποιούνται µε οποιονδήποτε τρόπο και σε οποιονδήποτε χρόνο, ανεξάρτητα εάν η διανοµή τους γίνεται σε χρήµα ή σε ακίνητα ή σε κινητά ή σε άλλες αξίες,
ε) κέρδη που διανέµουν συνεταιρισµοί, ηµεδαπές εταιρείες περιορισµένης ευθύνης ή ηµεδαπές ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες,
στ) συµµετοχή σε οποιονδήποτε άλλο υπόχρεο της παραγράφου 4 του άρθρου 1 που τηρεί διπλογραφικά βιβλία.

2. Χρόνος απόκτησης του εισοδήµατος θεωρείται:
α) Από µερίσµατα και διανεµόµενα κέρδη ηµεδαπών εταιρειών ο χρόνος έγκρισης αυτών από τη γενική συνέλευση των µετόχων ή εταίρων ή από το ανάλογο όργανο που προβλέπεται από την εκάστοτε ισχύουσα εταιρική νοµοθεσία ή για τους υπόχρεους των περιπτώσεων ζ’ και η’ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 που τηρούν διπλογραφικά βιβλία ο χρόνος πίστωσης ή καταβολής αυτών στο δικαιούχοή για τους εταιρικούς τύπους που τηρούν απλογραφικά βιβλία και δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη στο καταστατικό τους, η ηµεροµηνία στην οποία έκλεισε η χρήση.
β) Για τα κέρδη από τη συµµετοχή σε αλλοδαπή εταιρεία ο χρόνος είσπραξης αυτών, ανεξάρτητα αν τα κέρδη εισάγονται στην Ελλάδα ή παραµένουν στην αλλοδαπή.
γ) Από αυτούς που έχουν την ιδιότητα του µετόχου ή εταίρου σε περίπτωση λύσης, συγχώνευσης ή µετατροπής της εταιρείας, η ηµεροµηνία της λύσης, συγχώνευσης ή µετατροπής της εταιρείας κατά περίπτωση.

Άρθρο 25
Φορολογία του εισοδήµατος από µερίσµατα ανωνύµων εταιρειών και διανεµόµενα κέρδη λοιπών εταιρειών

1. Τα µερίσµατα ή κέρδη που διανέµουν ή κεφαλαιοποιούν τα νοµικά πρόσωπα της παραγράφου 4 του άρθρου 1, µε εξαίρεση αυτά που τηρούν απλογραφικά βιβλία, φορολογούνται µε συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%).Ο φόρος αυτός παρακρατείται σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 55.

2. Από το ποσό του φόρου που αναλογεί εκπίπτει ο φόρος που παρακρατήθηκε, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 55.

Άρθρο 26
Εισόδηµα από τόκους

1.Ως ακαθάριστο εισόδηµα από τόκους νοείται αυτό που αποκτάται κάθε οικονοµικό έτος από κάθε δικαιούχο, εκτός εάν είναι πιστωτικό ή χρηµατοδοτικό ίδρυµα ή ασφαλιστική εταιρεία και το οποίο προκύπτει:
α) από τόκους οποιασδήποτε µορφής κατάθεσης σε τράπεζες που λειτουργούν στην Ελλάδα, στο Ταχυδροµικό Ταµιευτήριο, το Ταµείο Παρακαταθηκών και Δανείων, καθώς και σε τράπεζες που λειτουργούν στην αλλοδαπή,
β) από τόκους ιδρυτικών τίτλων των ηµεδαπών ανωνύµων εταιρειών, οµολογιών και χρεογράφων γενικά του Ελληνικού Δηµοσίου ή ηµεδαπών νοµικών προσώπων δηµοσίου δικαίου ή ηµεδαπών επιχειρήσεων κάθε είδους,
γ) από τόκους των τίτλων αλλοδαπής προέλευσης που αναφέρονται στις προηγούµενες περιπτώσεις,
δ) από τόκους κάθε τίτλου έντοκης κατάθεσης τοις µετρητοίς ή εγγύησης, καθώς και κάθε τίτλου χρεωστικού µε υποθήκη, ενέχυρο ή όχι, από εκείνους που δεν περιλαµβάνονται στις περιπτώσεις β’ και γ’. Οµοίως, το εισόδηµα από τόκους που επιδικάζονται µε δικαστική απόφαση, µε εξαίρεση αυτά που αναφέρονται στο τελευταίο εδάφιο της περίπτωσης η’ της παραγράφου 1και της υποπερίπτωσης αα’ της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 16,
ε) από τόκους µε τους οποίους πιστώνεται ο «Λογαριασµός Νεότητας Προσωπικού Ο.Τ.Ε.», που τηρείται στον Οργανισµό Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας Α.Ε. και ο οποίος αποτελείται σύµφωνα µε τον κανονισµό λειτουργίας του λογαριασµού αυτού από την τοποθέτηση των µηνιαίων εισφορών των υπαλλήλων του µε σκοπό τη χορήγηση εφάπαξ χρηµατικής παροχής στα ενήλικα τέκνα τους.

2. Κάθε δάνειο που συνοµολογείται µεταξύ ιδιωτών ή παρέχεται από εταιρεία προς τα µέλη της ή τρίτους, λογίζεται ότι συνάπτεται µε ελάχιστο επιτόκιο αυτό που ισχύει για τα έντοκα γραµµάτια του Δηµοσίου τρίµηνης διάρκειας κατά το χρόνο σύναψης του δανείου. Ειδικά για τα δάνεια που συνάπτονται µεταξύ συνδεδεµένων επιχειρήσεων εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 46, 47 και 48 του παρόντος.

3. Οι τόκοι συναλλαγµατικών και γραµµατίων από εµπορικές συναλλαγές, οι τόκοι από τις αποδεδειγµένες πωλήσεις εµπορευµάτων µε πίστωση µεταξύ εµπόρων και οι προκύπτοντες τόκοι υπερηµερίας, λόγω καθυστέρησης στην καταβολή του πιστωθέντος τιµήµατος, νοούνται ως εισόδηµα από τόκους µε την προϋπόθεση ότι αυτός που αποκτά το εισόδηµα αυτό δεν ασκεί επιχειρηµατική γενικά δραστηριότητα στην Ελλάδα ή, προκειµένου για αλλοδαπό, ότι αυτός δεν έχει µόνιµη εγκατάσταση στην Ελλάδα. Επίσης και οι τόκοι της περίπτωσης αυτής που επιδικάζονται µε δικαστική απόφαση.

4. Χρόνος απόκτησης του εισοδήµατος από τόκους θεωρείται ο χρόνος πίστωσης ή καταβολής του στο δικαιούχο, κατ’ εφαρµογή των διατάξεων του άρθρου 55.

5. Το καθαρό εισόδηµα από τόκους που υπόκειται σε φορολόγηση προκύπτει αν από το ακαθάριστο εισόδηµα αφαιρεθούν κάθε φόρος, τέλος ή δικαίωµα υπέρ του Δηµοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου, που βαρύνει αυτό το εισόδηµα.

Άρθρο 27
Φορολογία του εισοδήµατος από τόκους

1. Επιβάλλεται φόρος εισοδήµατος στους τόκους, οι οποίοι αποκτώνται από φυσικά ή νοµικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων ή οµάδες περιουσίας, χωρίς να εξετάζεται η ιθαγένεια και ο τόπος που διαµένουν ή κατοικούν ή έχουν την έδρα τους και προκύπτουν στην Ελλάδα από :
α) Καταθέσεις οποιασδήποτε µορφής, περιλαµβανοµένων και των πιστοποιητικών καταθέσεων, σε τράπεζα ή ταµιευτήριο, που είναι στην Ελλάδα.
β) Καταθέσεις οποιασδήποτε µορφής στο Ταµείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
γ) Οµολογιακά δάνεια επιχειρήσεων, εφόσον έχουν τύχει των απαλλαγών του Ν.Δ. 3746/1957 (Φ.Ε.Κ. 173/Α’).
δ) Δάνεια που χορηγούνται σε ηµεδαπά φυσικά ή/και νοµικά πρόσωπα.
Για την εφαρµογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής θεωρούνται τόκοι καταθέσεων και τα εισοδήµατα που προκύπτουν από πράξεις, όπως αυτές ορίζονται στις διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 15 του Ν. 3632/1928 (Φ.Ε.Κ. 137/Α’), που προστέθηκαν µε το άρθρο 74 του Ν. 1969/1991 (Φ.Ε.Κ. 167/Α’) και όπως ισχύουν µετά την αντικατάστασή τους µε την παράγραφο 1 του άρθρου 19 του Ν. 2651/1998 (Φ.Ε.Κ. 248/Α’),τα οποία λαµβάνουν οι δικαιούχοι φυσικά ή νοµικά πρόσωπα. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται η διαδικασία και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή των διατάξεων του προηγουµένου εδαφίου. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρµόζονται και στους τόκους από καταθέσεις στην αλλοδαπή ή από οµολογιακά δάνεια που εκδίδονται σε αυτή, καθώς και στα εισοδήµατα από κάθε µορφής τίτλους που εκδίδονται από θυγατρικές εταιρείες ηµεδαπών τραπεζικών ιδρυµάτων στο εξωτερικό και δύνανται να συµπεριληφθούν στην κατηγορία των εποπτικών κεφαλαίων για την ενίσχυση της κεφαλαιακής τους επάρκειας, σύµφωνα µε τις εκάστοτε πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, όταν όλα τα πιο πάνω εισοδήµατα αποκτώνται από φυσικά ή νοµικά πρόσωπα, κατοίκους Ελλάδος.

2. Ο φόρος υπολογίζεται στο ποσό των τόκων που προκύπτουν µε συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%), µε εξαίρεση την περίπτωση της παραγράφου 4 του άρθρου 1, όπου ο φόρος υπολογίζεται µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%). Ο φόρος αυτός παρακρατείται από τον οφειλέτη των τόκων κατά το χρόνο που γίνεται ο εκτοκισµός της κατάθεσης ή από εκείνον που καταβάλλει τους τόκους, κατά την εξαργύρωση των τοκοµεριδίων. Ειδικά στους τόκους που προκύπτουν από Οµόλογα του Ελληνικού Δηµοσίου ο φόρος υπολογίζεται µε συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%). Ο φόρος αυτός παρακρατείται κατά το χρόνο της εξαργύρωσης των τοκοµεριδίων τους ή κατά τη λήξη τους όταν πρόκειται για οµόλογα χωρίς τοκοµερίδια (ΖΕRΟ COUΡΟΝ). Με την παρακράτηση του φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των υπόχρεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1, καθώς και των υπόχρεων της παραγράφου 5 του άρθρου 1.

3. Ο κατά τα ανωτέρω παρακρατούµενος φόρος αποτελεί έσοδο του οικονοµικού έτους επί του οποίου υπολογίστηκαν οι τόκοι. Τα πιστωτικά ιδρύµατα που εδρεύουν ή είναι εγκατεστηµένα στην Ελλάδα και έχουν καταστεί «φορείς πληρωµής» µε βάση την περίπτωση α’ της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του Ν. 3312/2005 (Φ.Ε.Κ. 35/A’) υποχρεούνται για τα εισοδήµατα που αναφέρονται στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 1 και εισπράττονται από αυτά για λογαριασµό κατοίκων Ελλάδος σε παρακράτηση του φόρου κατά την καταβολή των τόκων ή στην πίστωση του λογαριασµού του δικαιούχου. Ο φόρος υπολογίζεται επί του συνόλου των τόκων που εισπράττουν τα πιστωτικά ιδρύµατα για λογαριασµό κατοίκων Ελλάδας είτε το προϊόν της είσπραξης εισάγεται στην Ελλάδα είτε επανεπενδύεται ή παραµένει στο εξωτερικό. Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής εφαρµόζονται και για τους δεδουλευµένους τόκους κατά το χρόνο µεταβίβασης του οµολόγου αλλοδαπής προέλευσης ή τοκοµεριδίου.

4. Η κατά τα ανωτέρω επιβολή του φόρου δεν συνεπάγεται την άρση του απορρήτου των καταθέσεων στις τράπεζες, όπως αυτό ισχύει σύµφωνα µε τις κείµενες διατάξεις.

5. Εξαιρούνται από τη φορολογία που επιβάλλεται µε αυτό το άρθρο, οι τόκοι που προκύπτουν από :

α) Οποιαδήποτε µορφή κατάθεσης µη µόνιµων κατοίκων Ελλάδας σε τράπεζες που είναι στην Ελλάδα ή το Ταχυδροµικό Ταµιευτήριο, εφόσον το ποσό αυτών είναι σε ξένο νόµισµα.
β) Εκούσιες καταθέσεις όψεως ή ταµιευτηρίου µη µόνιµων κατοίκων Ελλάδας στο Ταµείο Παρακαταθηκών και Δανείων, εφόσον το ποσό αυτών είναι σε ξένο νόµισµα.
γ) Καταθέσεις στεγαστικού ταµιευτηρίου, εφόσον το προϊόν τους χρησιµοποιείται αποκλειστικά για την εξασφάλιση στεγαστικού δανείου προς απόκτηση πρώτης κατοικίας του φορολογουµένου.
δ) Καταθέσεις τραπεζών και πιστωτικών ιδρυµάτων που λειτουργούν µε τη µορφή αµιγούς πιστωτικού συνεταιρισµού του Ν.1667/1986 (Φ.Ε.Κ. 196/Α’) σε άλλες τράπεζες στην ηµεδαπή ή στην αλλοδαπή, στις οποίες συµπεριλαµβάνονται και οι υποχρεωτικές ή µη καταθέσεις αυτών στην Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και από καταθέσεις του Ταµείου Παρακαταθηκών και Δανείων στην Τράπεζα της Ελλάδος.
ε) Οµόλογα ή οµολογιακά δάνεια γενικά, που έχουν εκδοθεί ή έχουν συναφθεί µέχρι και την 31η Δεκεµβρίου 1990, καθώς και οι τόκοι από οµολογιακά δάνεια σε 1η
συνάλλαγµα, που έχουν εκδοθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος από την Ιανουαρίου 1991 και µέχρι την 31η Δεκεµβρίου 1996.
6. Επίσης, επιβάλλεται φόρος εισοδήµατος µε συντελεστή δέκατοις εκατό (10%) στους τόκους, οι οποίοι αποκτώνται από φυσικά ή νοµικά πρόσωπα, ενώσεις προσώπων ή οµάδες περιουσίας, χωρίς να εξετάζεται η ιθαγένεια και ο τόπος που διαµένουν ή κατοικούν ή έχουν την έδρα τους και προκύπτουν από έντοκους τίτλους που εκδίδονται στην Ελλάδα µε τις εγκρίσεις που προβλέπει η κείµενη νοµοθεσία, από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το Διεθνή Οργανισµό Χρηµατοδότησης, τη Διεθνή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης και την Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης.
Με την προείσπραξη ή την παρακράτηση του φόρου της παραγράφου αυτής εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των υπόχρεων της παραγράφου 2 του άρθρου 1, των ηµεδαπών και αλλοδαπών τραπεζικών και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και των υπόχρεων της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 4 και της παραγράφου 5 του άρθρου 1, µε την επιφύλαξη των οριζόµενων από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και των παραγράφων 17 έως και 21 του άρθρου 18. Επίσης, για τη φορολογία των τόκων της παρούσας παραγράφου εφαρµόζονται ανάλογα οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 62.

7. Εξαιρούνται από τη φορολογία που επιβάλλεται µε την προηγούµενη παράγραφο οι τόκοι που προκύπτουν από :
α) Οµόλογα που έχουν εκδοθεί µέχρι και την 31η Δεκεµβρίου 1996, ανεξάρτητα αν η διάρκεια αυτών είναι ετήσια ή µεγαλύτερης χρονικής διάρκειας.
β) Έντοκα γραµµάτια που έχουν εκδοθεί µέχρι την 31η Δεκεµβρίου 1996.
γ) Οµολογιακά δάνεια που εκδίδει από την 1η Ιανουαρίου 1997 και µετά το Ελληνικό Δηµόσιο στο εξωτερικό.
δ) Έντοκα γραµµάτια του Ελληνικού Δηµοσίου οι τόκοι των οποίων αποκτώνται από επενδυτές µόνιµους κατοίκους αλλοδαπής.

8. Απαλλάσσονται του φόρου εισοδήµατος οι τόκοι Οµολογιακών Δανείων του Δηµοσίου µε διάρκεια δύο (2) ετών ή και µεγαλύτερη, υπό την προϋπόθεση ότι ο αρχικός κάτοχος των τίτλων των δανείων αυτών διακρατεί τόσο τα σώµατα αυτών όσο και τα τοκοµερίδιά τους, µέχρι την ηµεροµηνία λήξης τους. Αρχικός κάτοχος των τίτλων θεωρείται εκείνο το φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων ή οµάδα περιουσίας που κατέχει τους τίτλους (σώµα και τοκοµερίδια) των Οµολογιακών Δανείων του Ελληνικού Δηµοσίου κατά τη δέκατη εργάσιµη ηµέρα µετά την έκδοση τους. Με κοινές αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται οι προϋποθέσεις για τη διασφάλιση της διακράτησης των τίτλων αυτών από τους αρχικούς κατόχους τους, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια που είναι απαραίτητη για την εφαρµογή της ως άνω διάταξης. Η απαλλαγή της παραγράφου αυτής δεν αίρεται όταν τα ταµεία ασφάλισης που έχουν συσταθεί µε νόµο συστήνουν ενέχυρο ή συνάπτουν πράξεις (repos – reverse repos) µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 15 του Ν. 3632/1928 (Φ.Ε.Κ. 137/Α’) επί των ανωτέρω τίτλων, καθώς και επί των τίτλων τους που περιλαµβάνονται στο ΚΚΝΠΔΔ και ΑΦ της παραγράφου 11 του άρθρου 15 του Ν. 2469/1997 (Φ.Ε.Κ. 38/Α’), και µε την προϋπόθεση ότι εξακολουθούν να είναι δικαιούχοι των τόκων που προκύπτουν από τους υπόψη τίτλους µέχρι τη λήξη αυτών. Η ανταλλαγή οµολόγων από τον αρχικό κάτοχό τους µε άλλους τίτλους, κατ’ εφαρµογή προγράµµατος συµµετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, θεωρείται διακράτηση µέχρι την ηµεροµηνία λήξης των αρχικών οµολόγων για την απαλλαγή που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

9. Απαλλάσσονται του φόρου εισοδήµατος οι τόκοι των Εντόκων Γραµµατίων του Ελληνικού Δηµοσίου που εκδίδονται από την 1η Ιανουαρίου 2003, υπό την προϋπόθεση ότι ο αρχικός κάτοχος των τίτλων αυτών είναι φυσικό πρόσωπο κάτοικος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποκτά τους τίτλους µέσα σε πέντε (5) εργάσιµες ηµέρες από την επόµενη ηµέρα της έκδοσης τους και τους διακρατεί µέχρι την ηµεροµηνία λήξης τους. Απαλλάσσονται του φόρου εισοδήµατος οι τόκοι των Οµολογιακών Δανείων του Ελληνικού Δηµοσίου που εκδίδονται από την 1η Ιανουαρίου 2003, υπό την προϋπόθεση ότι ο αρχικός κάτοχος των τίτλων αυτών είναι φυσικό πρόσωπο κάτοικος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποκτά τους τίτλους µέσα σε πέντε (5) εργάσιµες ηµέρες από την επόµενη ηµέρα της έκδοσης τους ή επανέκδοσης τους και διακρατεί τόσο τα σώµατα αυτών όσο και τα τοκοµερίδιά τους µέχρι την ηµεροµηνία λήξης τους. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζονται τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις για τη διάθεση, την απόκτηση και διασφάλιση της διακράτησης των τίτλων αυτών από τους αρχικούς κατόχους τους, καθώς και κάθε άλλο θέµα που είναι απαραίτητο για την εφαρµογή της διάταξης αυτής.

10. Στους τόκους που καταβάλλονται από φυσικά πρόσωπα σε δικαιούχους φυσικά ή νοµικά πρόσωπα στην αλλοδαπή, ενεργείται παρακράτηση φόρου µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%). Ο φόρος παρακρατείται από το φυσικό πρόσωπο που τους καταβάλλει και αποστέλλεται στην αλλοδαπή το υπόλοιπο ποσό που αποµένει. Για την τράπεζα που µεσολαβεί έχουν εφαρµογή οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 31. Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του αλλοδαπού δικαιούχου για τα πιο πάνω εισοδήµατα. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 26 έχουν εφαρµογή και για τα δάνεια που συνάπτονται µεταξύ κατοίκου Ελλάδας και αλλοδαπού πιστωτή.

11. Οι τόκοι που προκύπτουν από οµόλογα που εκδίδονται από το Ευρωπαϊκό Ταµείο Χρηµατοοικονοµικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ.), κατ’ εφαρµογή προγράµµατος συµµετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, έχουν την ίδια φορολογική αντιµετώπιση µε τους τόκους που προκύπτουν από οµόλογα που εκδίδει το Ελληνικό Δηµόσιο στην Ελλάδα. Για τους τόκους που προκύπτουν από τα οµόλογα αυτά εφαρµόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 8.

12. Όταν στα πλαίσια εφαρµογής του προγράµµατος συµµετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, οι κάτοχοι οµολόγων του Ελληνικού Δηµοσίου ή εταιρικών οµολόγων, για τα οποία υπάρχει εγγύηση του Ελληνικού Δηµοσίου, αποκτούν νέα οµόλογα του Ευρωπαϊκού Ταµείου Χρηµατοοικονοµικής Σταθερότητας για το ποσό των δεδουλευµένων και µη καταβληθέντων τόκων που αναλογούν µέχρι του χρόνου ανταλλαγής των αρχικών οµολόγων, η παρακράτηση του φόρου που οφείλεται λόγω προεξόφλησης των τόκων µε νέα οµόλογα διενεργείται κατά το χρόνο λήξης των νέων οµολόγων από τη µεσολαβούσα τράπεζα. Οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του Ν. 4046/2012 (Φ.Ε.Κ. 28/Α’) εφαρµόζονται ανάλογα και για τους τόκους της παραγράφου αυτής.

13. Εισόδηµα από τόκους δανείων που θεωρούνται ότι έχουν αποκτηθεί κατά τις διατάξεις του παρόντος νόµου και το οποίο αποδεδειγµένα δεν έχει εισπραχθεί από το δικαιούχο, επιτρέπεται να µη φορολογηθεί, εφόσον εκχωρηθεί στο Δηµόσιο χωρίς αντάλλαγµα, µε απλή έγγραφη δήλωση του υπόχρεου σε φόρο προς τον αρµόδιο προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας µέσα στο οικονοµικό έτος στο οποίο το εισόδηµα αυτό υπόκειται σε φόρο.

Άρθρο 28
Εισόδηµα από λοιπές αιτίες

1.Ως ακαθάριστο εισόδηµα από λοιπούς τίτλους νοείται αυτό που αποκτάται κάθε οικονοµικό έτος από κάθε δικαιούχο, το οποίο προκύπτει:
α) από κέρδη αµοιβαίων κεφαλαίων, καθώς και η πρόσθετη αξία που αποκτούν οι µεριδιούχοι αµοιβαίων κεφαλαίων από την εξαγορά αµοιβή κεφαλαίων σε τιµή ανώτερη της τιµής κτήσης.
β) από την υπεραπόδοση επενδύσεων των µαθηµατικών αποθεµάτων, που σχηµατίζονται µε τις διατάξεις του Ν.Δ. 400/1970 (Φ.Ε.Κ. 22/Α’) για ασφαλίσεις ζωής, γ) από συµβάσεις ή πράξεις επί παραγώγων χρηµατοοικονοµικών προϊόντων, εφόσον ο δικαιούχος του εισοδήµατος δεν είναι εταιρεία επενδύσεων χαρτοφυλακίου του Ν. 3371/2005 (Φ.Ε.Κ. 178/Α’) ή ΟΣΕΚΑ ή πιστωτικό ή χρηµατοδοτικό ίδρυµα. Ως παράγωγα χρηµατοοικονοµικά προϊόντα νοούνται τα χρηµατοοικονοµικά µέσα που ορίζονται στο άρθρο 5 του Ν. 3606/2007 (Φ.Ε.Κ. 195/Α’), καθώς και αυτά που καθορίζονται µε πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Για τους σκοπούς της περίπτωσης αυτής, ως παράγωγο χρηµατοοικονοµικό προϊόν θεωρείται και κάθε σύµβαση SWΑΡ επί συναλλάγµατος, ανεξάρτητα από το χρόνο σύναψης της, ως ενιαίας ή ως σύνολο επί µέρους συµβάσεων. Ως παράγωγα χρηµατοοικονοµικά προϊόντα νοούνται και τα χρηµατοοικονοµικά µέσα που εκδίδει το Ελληνικό Δηµόσιο, κατ’ εφαρµογή προγράµµατος συµµετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, η απόδοση των οποίων συνδέεται µε το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ρήτρες Α.Ε.Π.). Όταν δικαιούχος του εισοδήµατος των προϊόντων της παραγράφου αυτής είναι κάτοικος αλλοδαπής φυσικό ή νοµικό πρόσωπο, το εισόδηµα αυτό αποτελεί εισόδηµα από λοιπούς τίτλους.
δ) από την εξαγορά ιδρυτικών τίτλων που λαµβάνουν οι κάτοχοι αυτών από την ανώνυµη εταιρεία.
ε) από τη µεταβίβαση οµολόγων Ελληνικού Δηµοσίου και εταιρικών οµολόγων σε τιµή ανώτερη της τιµής κτήσης τους.
στ) αµοιβές και ποσοστά µελών διοικητικού συµβουλίου και εκτός µισθού αµοιβές και ποσοστά των διευθυντών και διαχειριστών των ανωνύµων εταιρειών.

2. Χρόνος απόκτησης του εισοδήµατος από λοιπούς τίτλους θεωρείται ο χρόνος πίστωσης ή καταβολής του στο δικαιούχο. Ειδικά για τα εισοδήµατα της περίπτωσης στ’ χρόνος απόκτησης θεωρείται ο χρόνος έγκρισης από τη Γενική Συνέλευση των µετόχων.

3. Το καθαρό εισόδηµα από λοιπούς τίτλους που υπόκειται σε φορολόγηση προκύπτει αν από το ακαθάριστο εισόδηµα αφαιρεθούν κάθε φόρος, τέλος ή δικαίωµα υπέρ του Δηµοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου, που βαρύνει αυτό το εισόδηµα.

Άρθρο 29
Φορολογία του εισοδήµατος από λοιπές αιτίες

1.Το εισόδηµα από λοιπούς τίτλους φορολογείται µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), µε εξαίρεση αυτό της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 28.
Αν δικαιούχος του εισοδήµατος είναι φυσικό πρόσωπο, µε τη φορολογία που προβλέπεται στην προηγούµενη παράγραφο εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση αυτού, ενώ αν δικαιούχος είναι νοµικό πρόσωπο της παραγράφου 4 του άρθρου 1 το εισόδηµα αυτό φορολογείται µε τις γενικές διατάξεις και από τον αναλογούντα φόρο εκπίπτει ο φόρος που καταβλήθηκε.

3. Ειδικά το εισόδηµα της περίπτωσης στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 28 φορολογείται µε συντελεστή τριάντα τρία τοις εκατό (33%). Ο φόρος αυτός παρακρατείται µε βάση τα οριζόµενα στο άρθρο 55.

Άρθρο30
Εισόδηµα από δικαιώµατα (royalties)

1. Ως εισόδηµα από δικαιώµατα νοείται αυτό που αποκτάται κάθε οικονοµικό έτος από κάθε δικαιούχο για τη χρήση δικαιωµάτων πνευµατικής ιδιοκτησίας επί λογοτεχνικού, καλλιτεχνικού ή επιστηµονικού έργου, συµπεριλαµβανοµένων των κινηµατογραφικών και τηλεοπτικών ταινιών, µαγνητοταινιών για ραδιοφωνικές εκποµπές και αναπαραγωγής βιντεοκασετών, λογισµικού, διπλωµάτων ευρεσιτεχνίας, εµπορικών σηµάτων, προνοµίων, σχεδίων ή υποδειγµάτων, σχεδιαγραµµάτων, απόρρητων χηµικών τύπων ή µεθόδων κατεργασίας ή σε αντάλλαγµα πληροφοριών που αφορούν βιοµηχανική, εµπορική ή επιστηµονική πείρα, καθώς και οι πληρωµές για τη χρήση βιοµηχανικού, εµπορικού ή επιστηµονικού εξοπλισµού, για τη χρήση τεχνικών µεθόδων παραγωγής, τεχνικής ή τεχνολογικής βοήθειας, τεχνογνωσίας (knowhow), αποτελεσµάτων ερευνών, αναδηµοσίευσης άρθρων και µελετών και λοιπών συναφών δικαιωµάτων.

2. Ως εισόδηµα από µεταβίβαση δικαιωµάτων πνευµατικής και βιοµηχανικής ιδιοκτησίας νοείται το τίµηµα που έχει συµφωνηθεί και αναγράφεται στην αντίστοιχη σύµβαση µεταβίβασης.

Άρθρο 31
Φορολογία του εισοδήµατος από δικαιώµατα (royalties)

1.Το εισόδηµα από δικαιώµατα (royalties) φορολογείται µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), προκειµένου για φυσικά πρόσωπα, µε εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης για το εισόδηµα αυτό.

2. Στα δικαιώµατα τα οποία καταβάλλει ηµεδαπή ανώνυµη εταιρεία ή µόνιµη εγκατάσταση στην Ελλάδα εταιρείας κράτους µέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδεδεµένη εταιρεία άλλου κράτους -µέλους ή σε µόνιµη εγκατάσταση συνδεδεµένης εταιρείας κράτους -µέλους ευρισκόµενη σε άλλο κράτος -µέλος, δεν ενεργείται παρακράτηση φόρου εισοδήµατος. Για την εφαρµογή των αναφερόµενων στην παράγραφο αυτή διατάξεων, µία εταιρεία θεωρείται «συνδεδεµένη» µε άλλη εταιρεία εφόσον, τουλάχιστον η πρώτη εταιρεία κατέχει άµεσα ελάχιστη συµµετοχή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) στο µετοχικό κεφάλαιο της δεύτερης εταιρείας ή η δεύτερη εταιρεία κατέχει άµεσα ελάχιστη συµµετοχή µε το ίδιο πιο πάνω ποσοστό στο µετοχικό κεφάλαιο της πρώτης εταιρείας ή µία τρίτη εταιρεία κατέχει άµεσα ελάχιστη συµµετοχή µε το ίδιο πιο πάνω ποσοστό στο µετοχικό κεφάλαιο τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης εταιρείας και υπό τον όρο ότι σε όλες τις αναφερόµενες πιο πάνω περιπτώσεις, η συµµετοχή κατέχεται χωρίς διακοπή για δύο έτη. Η απαλλαγή από την παρακράτηση παρέχεται µε την προϋπόθεση ότι ο δικαιούχος των δικαιωµάτων δέχεται τις πληρωµές για δικό του λογαριασµό και όχι µε την ιδιότητα του αντιπροσώπου και εφόσον προσκοµίσει σχετική βεβαίωση που ισχύει για δύο έτη από την ηµεροµηνία χορήγησης της. Η βεβαίωση πρέπει να περιλαµβάνει τα ακόλουθα στοιχεία του δικαιούχου :
α) ότι έχει την έδρα της πραγµατικής διοίκησης του σε ένα συγκεκριµένο κράτος ­µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
β) ότι υπόκειται στο πιο πάνω κράτος -µέλος που έχει την έδρα του σε φόρο εισοδήµατος χωρίς να τυγχάνει απαλλαγής από αυτόν,
γ) ότι κατέχει την πιο πάνω αναφερόµενη συµµετοχή χωρίς διακοπή τουλάχιστον για δύο έτη,
δ) ότι το εισόδηµα από τα δικαιώµατα που αποκτά, σε περίπτωση που αυτός είναι µόνιµη εγκατάσταση άλλης εταιρείας, υπόκειται σε φόρο εισοδήµατος στο κράτος ­µέλος όπου έχει τη µόνιµη εγκατάσταση και ότι η εταιρεία της οποίας αποτελεί µόνιµη εγκατάσταση πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α’, β’, γ’ και ε’ της παρούσας παραγράφου,
ε) ότι έχει µία από τις µορφές που ορίζονται µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών σύµφωνα µε το Παράρτηµα της Οδηγίας 2003/49/ΕΚ (L.157/49). Εξαιρετικά, µέχρι την 30η Ιουνίου 2013 που λήγει η µεταβατική περίοδος που προβλέπεται από την Οδηγία αυτή, θα ενεργείται παρακράτηση φόρου εισοδήµατος µε συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), εκτός εάν από την οικεία διµερή σύµβαση για την αποφυγή διπλής φορολογίας εισοδήµατος προβλέπεται ευνοϊκότερη φορολογική µεταχείριση. Για την παρακράτηση και την απόδοση του φόρου αυτού έχουν εφαρµογή τα οριζόµενα από τις διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου. Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του αλλοδαπού δικαιούχου.

3. Στα δικαιώµατα και στις αποζηµιώσεις που καταβάλλονται σε αλλοδαπές επιχειρήσεις και οργανισµούς που δεν έχουν µόνιµη εγκατάσταση στην Ελλάδα ή σε φυσικά πρόσωπα κατοίκους αλλοδαπής που δεν ασκούν επάγγελµα ή επιχείρηση στην Ελλάδα για την εκµίσθωση µηχανηµάτων, εγκαταστάσεων και γενικά κινητών πραγµάτων, την επισκευή και συντήρηση µηχανηµάτων και λοιπού εξοπλισµού, την οργάνωση επιχειρήσεων, την εκπαίδευση προσωπικού και για την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας και κάθε είδους συµβουλών στην Ελλάδα, καθώς και στις αµοιβές, που καταβάλλονται σε ξένα καλλιτεχνικά συγκροτήµατα ή µεµονωµένους καλλιτέχνες κατοίκους ξένων χωρών για τη συµµετοχή τους σε διάφορες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στην Ελλάδα, ενεργείται από τον υπόχρεο για την καταβολή, παρακράτηση φόρου εισοδήµατος που βαρύνει το δικαιούχο της αποζηµίωσης ή της αµοιβής.
Οµοίως, ενεργείται παρακράτηση φόρου και στα ποσά που καταβάλλονται σε αλλοδαπά αθλητικά σωµατεία, επαγγελµατικά ή µη, καθώς και σε οποιοδήποτε τρίτο αλλοδαπό φυσικό ή νοµικό πρόσωπο, για τη µεταβίβαση σε ηµεδαπά αθλητικά σωµατεία, ανεξάρτητα από τη νοµική µορφή τους, του δικαιώµατος χρησιµοποίησης αλλοδαπών ποδοσφαιριστών, καλαθοσφαιριστών, πετοσφαιριστών, υδατοσφαιριστών και λοιπών αθλητών.
Ο φόρος αυτός υπολογίζεται στο ακαθάριστο ποσό της αποζηµίωσης ή του δικαιώµατος ή της αµοιβής µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) και µε εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης του αλλοδαπού δικαιούχου από το φόρο εισοδήµατος για τα εισοδήµατά του αυτά. Σε όλες τις περιπτώσεις, στον αλλοδαπό δικαιούχο καταβάλλεται η διαφορά µεταξύ του ποσού της αποζηµίωσης, δικαιώµατος ή αµοιβής, που δικαιούται να λάβει και του παρακρατούµενου φόρου που αναλογεί στο ποσό αυτής. Η παρακράτηση του φόρου που οφείλεται ενεργείται κατά την πίστωση ή την καταβολή της αποζηµίωσης ή του δικαιώµατος ή της αµοιβής στο δικαιούχο. Οι τράπεζες υποχρεούνται να αρνηθούν την παροχή του ποσού συναλλάγµατος ή ευρώ, που αναλογεί για την αποστολή στο εξωτερικό των αποζηµιώσεων, δικαιωµάτων και αµοιβών που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, αν δεν προσκοµισθεί σε αυτές αποδεικτικό καταβολής στο Δηµόσιο του φόρου που αναλογεί στα εισοδήµατα αυτά.

4. Αν δικαιούχος του εισοδήµατος είναι νοµικό πρόσωπο της παραγράφου 4 του άρθρου 1, το εισόδηµα αυτό φορολογείται µε τις γενικές διατάξεις.

Άρθρο 32
Κέρδη υπεραξίας κεφαλαίου που προκύπτουν από τη µεταβίβασηακινήτων

1. Επί ακινήτου ή ιδανικού µεριδίου αυτού ή εµπράγµατου δικαιώµατος επί ακινήτου ή ιδανικού µεριδίου αυτού που αποκτάται µε οποιαδήποτε αιτία και µετά την κτήση

του µεταβιβάζεται περαιτέρω µε επαχθή αιτία, επιβάλλεται φόρος στη διαφορά µεταξύ της τιµής κτήσης αυτού και της τιµής πώλησής του. Ως κτήση του ακινήτου νοείται η αγορά ή η µε άλλη αιτία κτήση του, ανεξάρτητα από τη µεταγραφή της.

2. Στην έννοια του όρου µεταβίβαση για την εφαρµογή του παρόντος περιλαµβάνονται :
α) η µεταβίβαση της πλήρους ή ψιλής κυριότητας, καθώς και η µεταβίβαση υπό αναβλητική ή διαλυτική αίρεση ή µε τον όρο της εξώνησης,
β) η σύσταση επικαρπίας, οίκησης ή άλλης δουλείας των άρθρων 1188 έως 1191 του Αστικού Κώδικα,
γ) η παραίτηση από την κυριότητα ακινήτου ή από εµπράγµατο δικαίωµα επί ακινήτου,
δ) η σύσταση, η απόσβεση ή η µεταβίβαση µαζί µε το δεσπόζον ακίνητο πραγµατικής δουλείας των άρθρων 1118 έως 1141 του Αστικού Κώδικα,
ε) η µεταβίβαση του τίτλου µεταφοράς συντελεστή δόµησης,
στ) η παραχώρηση του δικαιώµατος αποκλειστικής χρήσης επί κοινόκτητων κυρίων, βοηθητικών ή ειδικών χώρων κτισµάτων ή επί κοινόκτητου τµήµατος οικοπέδου,
ζ) η ανάκληση απαλλοτρίωσης, η οποία έχει συντελεστεί υπέρ προσώπου υποκείµενου στο φόρο του παρόντος άρθρου,
η) η εκποίηση ακινήτου συνεπεία εκούσιου ή δικαστικού πλειστηριασµού

3. Δεν υπάγονται σε φόρο :
α) οι περιπτώσεις α’, β’, γ’ και δ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του Α.Ν. 1521/1950 (Φ.Ε.Κ. 245/A’),
β) η επικύρωση ανώµαλων δικαιοπραξιών,
γ) η αυτούσια διανοµή ή συνένωση ακινήτων,

4. Ως τιµή κτήσης του ακινήτου ή του εµπράγµατου επ’ αυτού δικαιώµατος λαµβάνεται η αξία αυτού κατά το χρόνο απόκτησής του, όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 41 παράγραφοι 1, 2, 3 εδάφιο α’ και 4 έως 7 και στο άρθρο 41α παράγραφοι 1, 2 και 4 έως 10 του Ν. 1249/1982 (Φ.Ε.Κ. 42/Α’), όπου εφαρµόζεται το σύστηµα αντικειµενικού προσδιορισµού, και στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 του Α.Ν. 1521/1950 στις λοιπές περιπτώσεις ή το αναγραφόµενο στο συµβόλαιο τίµηµα εφόσον αυτό είναι µεγαλύτερο.

5. Ως τιµή πώλησης του ακινήτου ή του εµπράγµατου επ’ αυτού δικαιώµατος λαµβάνεται η αξία αυτού κατά το χρόνο µεταβίβασής του, ανεξάρτητα από τη µεταγραφή της πράξης µεταβίβασης, όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 41 παράγραφοι 1, 2, 3 εδάφιο α’ και 4 έως 7 και στο άρθρο 41α παράγραφοι 1, 2 και 4 έως 10 του Ν. 1249/1982 (Φ.Ε.Κ. 42/Α’), όπου εφαρµόζεται το σύστηµα αντικειµενικού προσδιορισµού και στην παράγραφο 2 του άρθρου 3 του Α.Ν. 1521/1950 στις λοιπές περιπτώσεις ή το αναγραφόµενο στο συµβόλαιο τίµηµα
εφόσον αυτό είναι µεγαλύτερο. Σε περίπτωση µεταβίβασης ακινήτου ή εµπράγµατου επ’ αυτού δικαιώµατος, το οποίο µετά την κτήση του εντάχθηκε σε σύστηµα αντικειµενικού προσδιορισµού της αξίας του, ως τιµή πώλησης λαµβάνεται η αξία που προσδιορίζεται µε βάση το σύστηµα αυτό ή το δηλούµενο τίµηµα, εφόσον αυτό είναι µεγαλύτερο.

6.Η διαφορά µεταξύ της τιµής κτήσης και της τιµής πώλησής του ακινήτου, η οποία υποβάλλεται σε φόρο, λαµβάνεται αποπληθωρισµένη µε την εφαρµογή των ακόλουθων συντελεστών παλαιότητας :
Έτη διακράτησης Συντελεστής παλαιότητας
Από 1 έως 5 0,90
Πάνω από 5 έως 10 0,80
Πάνω από 10 έως 15 0,75
Πάνω από 15 έως 20 0,70
Πάνω από 20 έως 25 0,65
Πάνω από 25 0,60

7. Σε περιπτώσεις κτήσης του ακινήτου αιτία θανάτου, δωρεάς ή γονικής παροχής, ως χρόνος απόκτησης για τον προσδιορισµό του φόρου θεωρείται ο χρόνος επαγωγής της κληρονοµίας ή ο χρόνος κατάρτισης του συµβολαίου δωρεάς ή γονικής παροχής, έστω και αν συντρέχει νόµιµος λόγος µετάθεσης του χρόνου γένεσης της φορολογικής ενοχής.

8. Για τον καθορισµό της αξίας της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της οίκησης, της περιορισµένης προσωπικής δουλείας ή της πραγµατικής δουλείας επί ακινήτου εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 15, 16 και της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονοµιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Λαχεία, ο οποίος κυρώθηκε µε το άρθρο πρώτο του Ν. 2961/2001 (Φ.Ε.Κ. 266/Α’).

Άρθρο 33
Φορολογία των κερδών υπεραξίας κεφαλαίου που προκύπτουν από τη µεταβίβαση ακινήτων

1.Τα κέρδη υπεραξίας κεφαλαίου που προκύπτουν από τη µεταβίβαση ακινήτων φορολογούνται µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) µε εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης.

2. Στο φόρο του παρόντος άρθρου δεν υπόκεινται :
α)Το κέρδος που πραγµατοποιείται από εµπορική δραστηριότητα αγοροπωλησίας ακινήτων, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις περιπτώσεις β’ και γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 16 και το οποίο φορολογείται σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 21.
β) Το κέρδος που πραγµατοποιείται από την πώληση ακινήτου, παγίου περιουσιακού στοιχείου, νοµικού προσώπου το οποίο φορολογείται σύµφωνα µε τις διατάξεις των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 21.
γ)Το κέρδος µέχρι εικοσιπέντε χιλιάδες (25.000) ευρώ που πραγµατοποιείται από µεταβίβαση ακινήτου και εφόσον το ακίνητο αυτό έχει διακρατηθεί, για διάστηµα τουλάχιστον πέντε (5) ετών. Η εξαίρεση του προηγουµένου εδαφίου δεν ισχύει για φυσικά πρόσωπα τα οποία πραγµατοποιούν πέραν της µίας (1) µεταβίβασης εντός της ως άνω περιόδου διακράτησης.

Άρθρο 34
Εισόδηµα από µεταβίβαση επιχείρησης, εταιρικών µερίδων ή µεριδίων, ποσοστών συµµετοχής σε κοινωνία αστικού δικαίου που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελµα ή σε κοινοπραξία

1. Ως ακαθάριστο εισόδηµα από µεταβίβαση επιχείρησης, εταιρικών µερίδων ή µεριδίων, ποσοστών συµµετοχής σε κοινωνία αστικού δικαίου που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελµα ή σε κοινοπραξία, νοείται το τίµηµα που έχει συµφωνηθεί και αναγράφεται στην αντίστοιχη σύµβαση µεταβίβασης, εκτός εάν αυτό που προσδιορίζεται µε βάση την παράγραφο 4 του παρόντος είναι µεγαλύτερο. Ειδικά για µεταβιβάσεις που πραγµατοποιούνται µεταξύ συνδεδεµένων επιχειρήσεων εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 46, 47 και 48 του παρόντος.

2. Καθαρό εισόδηµα από µεταβίβαση επιχείρησης, εταιρικών µερίδων ή µεριδίων, ποσοστών συµµετοχής σε κοινωνία αστικού δικαίου που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελµα ή σε κοινοπραξία είναι αυτό που προκύπτει αν από το ακαθάριστο εισόδηµα αφαιρεθεί το κόστος απόκτησης ανά περίπτωση.

3. Ως κόστος απόκτησης :
α) Προκειµένου για µεταβιβάσεις µεριδίων από επιχειρήσεις που τηρούν διπλογραφικά βιβλία, λαµβάνεται αυτό που προκύπτει από τη σχετική σύµβαση αγοράς και έχει καταχωρηθεί στα βιβλία τους κατά το χρόνο της αγοράς.
β) Για τα φυσικά πρόσωπα και τις επιχειρήσεις που τηρούν απλογραφικά βιβλία, που µεταβιβάζουν µερίδια, ως κόστος απόκτησης λαµβάνεται η ελάχιστη αξία µεταβίβασης των µεριδίων, η οποία έχει υπολογισθεί κατά την απόκτησή τους, µε βάση τις διατάξεις της απόφασης του Υπουργού Οικονοµικών 1030366/10307/ Β0012/ΠΟΛ.1053/1.4.2003 (Φ.Ε.Κ. 477/B’), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του Ν. 3091/2002 (Φ.Ε.Κ.330/A’) ή της απόφασης του Υπουργού Οικονοµικών 1119720/1980/Α0012/ΠΟΛ.1259/1999/(Φ.Ε.Κ. 2227/B’), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 11 του άρθρου 3 του Ν. 2753/1999 (Φ.Ε.Κ. 249/A’) ανάλογα µε το χρόνο απόκτησής τους, κατά περίπτωση. Αν τα µεταβιβαζόµενα µερίδια ή µέρος αυτών έχουν αποκτηθεί πριν από το χρόνο έναρξης ισχύος της προγενέστερης από τις πιο πάνω αποφάσεις, ως αξία κτήσης λαµβάνεται αυτή που οριστικοποιήθηκε µε οποιονδήποτε τρόπο κατά την εφαρµογή των διατάξεων φορολογίας εισοδήµατος ή κληρονοµιών, δωρεών, γονικών παροχών ή σε περίπτωση µη οριστικοποίησης, η δηλωθείσα αξία. Όταν τα µεταβιβαζόµενα µερίδια έχουν αποκτηθεί κατά την ίδρυση της εταιρείας περιορισµένης ευθύνης ή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας, ως κόστος απόκτησης των µεριδίων αυτών λαµβάνεται η αξία τους, όπως αυτή αναφέρεται στο καταστατικό της εταιρείας. Εάν µέχρι το χρόνο µεταβίβασης των µεριδίων έχει λάβει χώρα τυχόν αύξηση ή µείωση του κεφαλαίου, ως κόστος απόκτησης λαµβάνεται ο µέσος όρος του κεφαλαίου των πέντε (5) προηγούµενων χρήσεων πριν από τη µεταβίβαση και σε περίπτωση κατά την οποία έχουν παρέλθει λιγότερες από τις πέντε (5) χρήσεις, ως κόστος απόκτησης λαµβάνεται ο µέσος όρος του κεφαλαίου αυτών των χρήσεων.
Ως κόστος απόκτησης των εταιρικών µερίδων ή µεριδίων και ποσοστών συµµετοχής που αποκτώνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου λαµβάνεται υπόψη το τίµηµα όπως αυτό προσδιορίζεται στην παράγραφο 1.
.
4. Για τον προσδιορισµό του ακαθάριστου εισοδήµατος από τη µεταβίβαση των εταιρικών µεριδίων ΕΠΕ, λαµβάνεται το άθροισµα: i) των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας, που εµφανίζονται στον τελευταίο πριν από τη µεταβίβαση επίσηµο ισολογισµό, ii) της άυλης αξίας της, iii) της αξίας των ακινήτων της εταιρείας κατά το µέρος που η αξία του καθενός από αυτά, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο µεταβίβασης στη φορολογία µεταβίβασης ακινήτων, υπερβαίνει την αξία κτήσης του και iv) των αυξήσεων των ιδίων κεφαλαίων που έχουν µεσολαβήσει από το χρόνο σύνταξης του τελευταίου επίσηµου ισολογισµού µέχρι το χρόνο µεταβίβασης των µεριδίων ή των µειώσεων των ιδίων κεφαλαίων που έχουν γίνει στο ίδιο χρονικό διάστηµα.
Ειδικότερα, για τον προσδιορισµό της άυλης αξίας, αφαιρούνται οι τόκοι των ιδίων κεφαλαίων της εταιρείας, οι οποίοι υπολογίζονται µε βάση το µέσο όρο του επιτοκίου των εντόκων γραµµατίων του Ελληνικού Δηµοσίου ετήσιας διάρκειας, που εκδόθηκαν το Δεκέµβριο του έτους που προηγείται της µεταβίβασης, από το µέσο όρο των ολικών αποτελεσµάτων εκµετάλλευσης των πέντε (5) τελευταίων, πριν από τη µεταβίβαση, ισολογισµών και το ποσό που προκύπτει (R) αναπροσαρµόζεται αρχικά µε την εφαρµογή της σταθερής ληξιπρόθεσµης ράντας:
α = R x (1-u.)/i
και στη συνέχεια το αποτέλεσµα που προκύπτει προσαυξάνεται µε τους ακόλουθους ποσοστιαίους συντελεστές, ανάλογα µε τα έτη λειτουργίας της επιχείρησης:
Έτη λειτουργίας Συντελεστές
Πάνω από 3 µέχρι 5 10%
Πάνω από 5 µέχρι 10 20%
Πάνω από 10 µέχρι 15 30%
Πάνω από 15 40%

Για την εφαρµογή της πιο πάνω ράντας:
-α = το ποσό που προκύπτει µετά την αναπροσαρµογή και αποτελεί την άυλη αξία της επιχείρησης, -R= το ποσό που αναπροσαρµόζεται και αναφέρεται στο υπερκέρδος της
επιχείρησης,
-n= το πενταετές µελλοντικό χρονικό διάστηµα για το οποίο προσδοκάται
υπερκέρδος,
-u. = 1/ (1+i).
η παρούσα αξία του κεφαλαίου, η αξία του οποίου µετά από το πιο πάνω µελλοντικό

διάστηµα (n) είναι ένα λεπτό του ευρώ,
-i= το επιτόκιο των εντόκων γραµµατίων του Ελληνικού Δηµοσίου ετήσιας διάρκειας.
Σε περίπτωση που νόµιµα έχουν καταρτιστεί λιγότεροι των πέντε (5) ισολογισµών, λαµβάνονται υπόψη τα πιο πάνω στοιχεία των εν λόγω ισολογισµών.
Όταν η εταιρεία της οποίας µεταβιβάζονται τα µερίδια έχει προέλθει από µετατροπή ή συγχώνευση άλλων επιχειρήσεων και έχει καταρτίσει λιγότερους από τρεις (3) ισολογισµούς, πριν από τη µεταβίβαση των µεριδίων της, τότε για την εξεύρεση του µέσου όρου των ολικών αποτελεσµάτων εκµετάλλευσης, λαµβάνονται υπόψη τα ολικά αποτελέσµατα εκµετάλλευσης και τα ίδια κεφάλαια όσων ισολογισµών αυτής υπάρχουν, καθώς και τα αποτελέσµατα και τα ίδια κεφάλαια όσων από τους τελευταίους ισολογισµούς των επιχειρήσεων που έχουν µετασχηµατισθεί και τηρούσαν διπλογραφικά βιβλία απαιτούνται, ώστε στο επίπεδο της επιχείρησης να συγκεντρωθούν τρεις (3) ισολογισµοί. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρµόζεται και για µεταβιβάσεις µεριδίων αλλοδαπών εταιρειών περιορισµένης ευθύνης από ηµεδαπά φυσικά ή νοµικά πρόσωπα. Για τον υπολογισµό της ωφέλειας, που προκύπτει από τη µεταβίβαση µεριδίων αλλοδαπής εταιρείας περιορισµένης ευθύνης, αφαιρείται το κόστος απόκτησής τους από τη συµφωνηθείσα αξία πώλησης των µεριδίων.
Με µεταβίβαση εταιρικών µερίδων ή µεριδίων εξοµοιώνεται και η µη συµµετοχή εταίρου στην αύξηση του κεφαλαίου εταιρείας περιορισµένης ευθύνης.

5. Σε περίπτωση µεταβίβασης ατοµικής επιχείρησης, το ελάχιστο ποσό υπεραξίας από τη µεταβίβαση επιχείρησης προκύπτει, αν από την ελάχιστη αξία µεταβίβασης αφαιρεθεί το κόστος απόκτησης, όπως τα ποσά αυτά προσδιορίζονται σύµφωνα µε τις πιο κάτω παραγράφους.
Η ελάχιστη αξία µεταβίβασης είναι το άθροισµα της άϋλης αξίας και της καθαρής θέσης της επιχείρησης, όπως αυτές ορίζονται παρακάτω.
Η άϋλη αξία ευρίσκεται ως ακολούθως:
α) Προσδιορίζεται ο µέσος όρος των εισοδηµάτων των τελευταίων ετών, ως εξής:
-Οταν δεν τηρούνται βιβλία ή τηρούνται απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία, λαµβάνεται ο µέσος όρος των κατά δήλωση εισοδηµάτων κάθε πηγής των πέντε (5) τελευταίων ετών πριν από τη µεταβίβαση, που αφορούν την επιχειρηµατική δραστηριότητά της.
-Αν τηρούνται διπλογραφικά βιβλία, λαµβάνεται ο µέσος όρος των ολικών αποτελεσµάτων εκµετάλλευσης των πέντε (5) τελευταίων ετών πριν από τη µεταβίβαση, όπως αυτά προκύπτουν από τους οικείους ισολογισµούς.
-Εάν τα έτη λειτουργίας της επιχείρησης είναι λιγότερα από πέντε (5) λαµβάνονται υπόψη αυτά τα έτη.
β) Από το µέσο όρο των εισοδηµάτων, που προσδιορίζονται όπως πιο πάνω, αφαιρούνται:
αα) Η ετήσια αµοιβή η οποία προβλέπεται από τη συλλογική σύµβαση εργασίας των εµποροϋπαλλήλων, που ισχύει κατά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, για υπάλληλο µε πέντε (5) χρόνια υπηρεσία, χωρίς προσαυξήσεις επιδοµάτων πολυετίας και οικογενειακών βαρών, στρογγυλοποιούµενη στην πλησιέστερη εκατοντάδα.
Προκειµένου για επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες, η αµοιβή αυτή προσαυξάνεται κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).
Προκειµένου για επιχειρήσεις που τηρούν απλογραφικά βιβλία, οι πιο πάνω συντελεστές περιορίζονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).
Εξαιρετικά, για εταιρείες που τηρούν απλογραφικά βιβλία ως καθαρή θέση λαµβάνεται η κατώτατη πραγµατική αξία από τη µεταβίβαση ολόκληρης επιχείρησης, από επαχθή αιτία, προκύπτει αν η άϋλη αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται σύµφωνα µε όσα ορίζονται ανωτέρω, µειωθεί µε τις υποχρεώσεις, που υπολογίζονται σε ποσοστό 10% επί των αγορών που πραγµατοποίησε η επιχείρηση κατά τη χρήση που προηγείται της µεταβίβασης και προσαυξηθεί µε την αναπόσβεστη αξία των παγίων εκτός ακινήτων και αυτοκινήτων, τα αποθέµατα εµπορεύσιµων αγαθών τα οποία λογίζονται ως ποσοστό 10% επί των αγορών της χρήσης που προηγείται της µεταβίβασης και τις απαιτήσεις. Ως απαίτηση λογίζεται ποσοστό 10% επί των πωλήσεων που πραγµατοποίησε η επιχείρηση κατά τη χρήση που προηγείται της µεταβίβασης. Προκειµένου για επιχειρήσεις που παρέχουν αποκλειστικά υπηρεσίες δεν υπολογίζονται απαιτήσεις.
Ως κόστος απόκτησης της ατοµικής επιχείρησης λαµβάνεται το κόστος απόκτησής της από τον µεταβιβάζοντα, το οποίο δεν µπορεί σε καµία περίπτωση να είναι κατώτερο των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

6. Για τη µεταβίβαση εταιρικών µερίδων και ποσοστών συµµετοχής υποχρέων των περιπτώσεων ζ’ και η’ του άρθρου 1, το ελάχιστο ποσό της υπεραξίας από τη µεταβίβαση των εταιρικών µερίδων και ποσοστών συµµετοχής, εξευρίσκεται, εάν από την ελάχιστη αξία µεταβίβασης όλων των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης αφαιρεθεί το κόστος απόκτησής της, και η τυχόν διαφορά πολλαπλασιασθεί µε το ποσοστό συµµετοχής του µεταβιβάζοντος.
Η ελάχιστη αξία µεταβίβασης είναι το άθροισµα της άϋλης αξίας και της καθαρής θέσης, όπως ορίζονται ανωτέρω και επιπλέον προστεθούν: α) για επιχειρήσεις µε απλογραφικά, η αναπόσβεστη αξία των ακινήτων, αυτοκινήτων και η θετική διαφορά µεταξύ αντικειµενικής αξίας και τιµής κτήσης των ακινήτων, β) για επιχειρήσεις µε διπλογραφικά βιβλία, η υφιστάµενη διαφορά µεταξύ της αξίας των ακινήτων της επιχείρησης, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο µεταβίβασης στη φορολογία µεταβίβασης ακινήτων και της εµφανιζόµενης στα βιβλία αξίας κτήσης αυτών, αν η δεύτερη είναι µικρότερη της πρώτης.
Ειδικά για τον υπολογισµό της ετήσιας αµοιβής, λαµβάνονται υπόψη τα ακόλουθα:
α) Προκειµένου για µεταβίβαση εταιρικού µεριδίου οµόρρυθµης εταιρείας και µεριδίων των λοιπών υποχρέων, εκτός της ετερόρρυθµης εταιρείας, η ετήσια αµοιβή που ισχύει, κατά περίπτωση, υπολογίζεται στο διπλάσιο.
β) Προκειµένου για µεταβίβαση εταιρικού µεριδίου ετερόρρυθµης εταιρείας, η ετήσια αµοιβή που ισχύει, κατά περίπτωση, υπολογίζεται στο διπλάσιο, επί του ποσοστού συµµετοχής των οµόρρυθµων εταίρων. Στην περίπτωση αυτή το ποσό που αφαιρείται δεν µπορεί να είναι µικρότερο από την ισχύουσα ετήσια αµοιβή του εµποροϋπαλλήλου.
Με µεταβίβαση εταιρικών µερίδων ή µεριδίων εξοµοιώνεται και η µη συµµετοχή εταίρου στην αύξηση του κεφαλαίου προσωπικής εταιρείας.
Αν µεταβιβαστεί από επαχθή αιτία ατοµική επιχείρηση ή µερίδιο οµόρρυθµης ή ετερόρρυθµης εταιρείας από γονέα προς τα τέκνα του ή από σύζυγο σε σύζυγο, λόγω συνταξιοδότησης του µεταβιβάζοντος, δεν υπόκειται σε φόρο υπεραξίας. Αν όµως η οµόρρυθµη ή ετερόρρυθµη εταιρεία διαθέτει ακίνητο στα πάγια περιουσιακά της στοιχεία, η αντικειµενική αξία του ακινήτου, που ισχύει κατά το έτος αποτίµησης της επιχείρησης, φορολογείται µε συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) επί του ποσοστού του µεριδίου που µεταβιβάζεται. Αν µεταβιβαστεί από επαχθή αιτία ατοµική επιχείρηση ή µερίδιο προσωπικής εταιρείας ή εταιρείας περιορισµένης ευθύνης από δικαιούχο µε βαθµό συγγένειας της Α’ κατηγορίας της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του ν. 2961/2001, η υπεραξία φορολογείται µε συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%).Για τις ίδιες µεταβιβάσεις από δικαιούχους µε βαθµό συγγένειας της Β΄ κατηγορίας της παρ.1 του άρθρου 29 του ν. 2961/2001 η υπεραξία φορολογείται µε συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%).

Άρθρο 35
Φορολογία του εισοδήµατος από µεταβίβαση επιχείρησης, εταιρικών µερίδων ή µεριδίων, ποσοστών συµµετοχής σε κοινωνία αστικού δικαίου που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελµα ή σε κοινοπραξία

1. Το καθαρό εισόδηµα από µεταβίβαση επιχείρησης, εταιρικών µερίδων ή µεριδίων, ποσοστών συµµετοχής σε κοινωνία αστικού δικαίου που ασκεί επιχείρηση ή επάγγελµα ή σε κοινοπραξία φορολογείται µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%). Αν µεταβιβαστεί από επαχθή αιτία ατοµική επιχείρηση ή µερίδιο οµόρρυθµης ή ετερόρρυθµης εταιρείας από γονέα προς τα τέκνα του ή από σύζυγο σε σύζυγο, λόγω συνταξιοδότησης του µεταβιβάζοντος, το καθαρό εισόδηµα δεν υπόκειται σε φόρο. Αν όµως η οµόρρυθµη ή ετερόρρυθµη εταιρεία διαθέτει ακίνητο στα πάγια περιουσιακά της στοιχεία, η αντικειµενική αξία του ακινήτου, που ισχύει κατά το έτος αποτίµησης της επιχείρησης, φορολογείται µε συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) επί του ποσοστού του µεριδίου που µεταβιβάζεται. Αν µεταβιβαστεί από επαχθή αιτία ατοµική επιχείρηση ή µερίδιο οµόρρυθµης ή ετερόρρυθµης εταιρείας ή εταιρείας περιορισµένης ευθύνης ή ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας από δικαιούχο µε βαθµό συγγένειας της Α’ κατηγορίας της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του Ν. 2961/2001, η υπεραξία φορολογείται µε συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%). Για τις ίδιες µεταβιβάσεις από δικαιούχους µε βαθµό συγγένειας της Β’ κατηγορίας της παραγράφου 1 του άρθρου 29 του Ν. 2961/2001 η υπεραξία φορολογείται µε συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%).

2. Αν δικαιούχος του εισοδήµατος είναι φυσικό πρόσωπο, µε τη φορολογία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση αυτού, ενώ αν δικαιούχος είναι νοµικό πρόσωπο της παραγράφου 4 του άρθρου 1 το εισόδηµα αυτό φορολογείται µε τις γενικές διατάξεις και από τον αναλογούντα φόρο εκπίπτει ο φόρος που καταβλήθηκε.

Άρθρο 36
Εισόδηµα από µεταβίβαση µετοχών ανώνυµης εταιρείας µη εισηγµένων σε χρηµατιστήριο

1.Ως ακαθάριστο εισόδηµα από µεταβίβαση µετοχών ανώνυµης εταιρείας, µη εισηγµένων σε χρηµατιστήριο, λαµβάνεται το τίµηµα που έχει συµφωνηθεί και αναγράφεται στην αντίστοιχη σύµβαση µεταβίβασης το οποίο δεν µπορεί να είναι µικρότερο από το ποσό που προσδιορίζεται σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 2 του παρόντος. Ειδικά για µεταβιβάσεις µετοχών που πραγµατοποιούνται µεταξύ συνδεδεµένων επιχειρήσεων εφαρµόζονται οι διατάξεις των άρθρων 46, 47 και 48 του παρόντος.

2. Για τον προσδιορισµό του ακαθάριστου εισοδήµατος από τη µεταβίβαση µετοχών ανωνύµων εταιρειών µη εισηγµένων στο Χρηµατιστήριο Αθηνών λαµβάνονται υπόψη: α) Τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας, που εµφανίζονται στον τελευταίο πριν από τη µεταβίβαση επίσηµο ισολογισµό και όπως αυτά διαµορφώνονται µετά από αύξηση ή µείωση που έχει πραγµατοποιηθεί µέχρι και την προηγούµενη ηµέρα της µεταβίβασης, προσαυξάνονται µε την απόδοση των ιδίων κεφαλαίων των πέντε (5) τελευταίων διαχειριστικών περιόδων πριν από τη µεταβίβαση. Στο αποτέλεσµα που προκύπτει προστίθεται και η υφιστάµενη διαφορά µεταξύ της αξίας των ακινήτων της εταιρείας, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά το χρόνο της µεταβίβασης στη φορολογία µεταβίβασης ακινήτων και της εµφανιζόµενης στα βιβλία αξίας κτήσης αυτών, αν η δεύτερη είναι µικρότερη της πρώτης. Το ποσό που προκύπτει σύµφωνα µε τα πιο πάνω, διαιρούµενο δια του αριθµού των υφιστάµενων κατά το χρόνο µεταβίβασης µετοχών, αντιπροσωπεύει την ελάχιστη πραγµατική αξία της κάθε µετοχής, η οποία λαµβάνεται υπόψη για τον προσδιορισµό της αξίας των µετοχών που µεταβιβάζονται. β) Ως απόδοση ιδίων κεφαλαίων λαµβάνεται ο λόγος του µέσου όρου των ολικών αποτελεσµάτων εκµετάλλευσης (προ φόρων) των πέντε (5) τελευταίων, πριν από τη µεταβίβαση, ισολογισµών και του µέσου όρου των ιδίων κεφαλαίων της ίδιας χρονικής περιόδου. Σε περίπτωση που νόµιµα έχουν καταρτισθεί λιγότεροι από πέντε (5) ισολογισµοί, λαµβάνονται υπόψη τα στοιχεία των ισολογισµών αυτών. Αν το άθροισµα των ολικών αποτελεσµάτων είναι αρνητικό, δεν λαµβάνεται υπόψη καµία απόδοση. γ) Όταν η εταιρεία της οποίας µεταβιβάζονται οι µετοχές έχει προέλθει από µετατροπή ή συγχώνευση άλλων ανωνύµων εταιρειών ή άλλων µορφών επιχειρήσεων και η µεταβίβαση λαµβάνει χώρα πριν από τη σύνταξη τριών ισολογισµών, λαµβάνονται υπόψη τα στοιχεία της προηγούµενης περίπτωσης, που προκύπτουν και από τους ισολογισµούς των επιχειρήσεων που έχουν µετασχηµατισθεί, εφόσον τηρούσαν διπλογραφικά βιβλία, ώστε να λαµβάνονται υπόψη στοιχεία τριών ισολογισµών συνολικά. δ) Σε περίπτωση που από το συµβολαιογραφικό έγγραφο ή ιδιωτικό συµφωνητικό προκύπτει ως πραγµατική αξία µεταβίβασης µετοχών µεγαλύτερη αυτής που προκύπτει, σύµφωνα µε τις διατάξεις των υποπεριπτώσεων α έως γ της παρούσας παραγράφου, λαµβάνεται υπόψη η συµφωνηθείσα. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρµόζεται και για µεταβιβάσεις µετοχών αλλοδαπών ανωνύµων εταιρειών µη εισηγµένων σε διεθνώς αναγνωρισµένο χρηµατιστηριακό θεσµό από ηµεδαπά φυσικά ή νοµικά πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή, ο φόρος επιβάλλεται επί της συµφωνηθείσας αξίας πώλησης των µετοχών.
Επίσης, οι διατάξεις της παραγράφου αυτής έχουν εφαρµογή και επί εισφοράς των τίτλων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος, για την κάλυψη του κεφαλαίου νεοϊδρυόµενης, ηµεδαπής ή αλλοδαπής εταιρείας ή για την αύξηση του κεφαλαίου υφιστάµενης. Ως ακαθάριστο εισόδηµα από την εισφορά των µετοχών λαµβάνεται η αξία η οποία προσδιορίζεται από την Εκτιµητική Επιτροπή του άρθρου 9 του κ.ν. 2190/1920.

3. Καθαρό εισόδηµα από µεταβίβαση µετοχών ανώνυµης εταιρείας, µη εισηγµένων σε χρηµατιστήριο, είναι αυτό που προκύπτει αν από το ακαθάριστο εισόδηµα αφαιρεθεί το κόστος απόκτησης ανά περίπτωση.

4. Ως κόστος απόκτησης, λαµβάνεται αυτό που ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 34.Ειδικά για µετοχές που έχουν αποκτηθεί µετά την έναρξη ισχύος του άρθρου 10 του ν. 3522/2006 και µέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου, ως κόστος απόκτησης λαµβάνεται υπόψη αυτό που είχε προσδιορισθεί µε βάση την παράγραφο 2 του άρθρου 13 του ν.2238/1994 (ΦΕΚ 151Α’), Για µετοχές που αποκτώνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου λαµβάνεται υπόψη το τίµηµα όπως αυτό προσδιορίζεται από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.


Άρθρο 37
Φορολογία του εισοδήµατος από µεταβίβαση µετοχών ανώνυµης εταιρείας µη εισηγµένων σε χρηµατιστήριο

1. Το καθαρό εισόδηµα από µεταβίβαση µετοχών ανώνυµης εταιρείας µη εισηγµένων σε χρηµατιστήριο φορολογείται µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%).

2. Αν δικαιούχος του εισοδήµατος είναι φυσικό πρόσωπο, µε τη φορολογία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση αυτού, ενώ αν δικαιούχος είναι νοµικό πρόσωπο της παραγράφου 4 του άρθρου 1 το εισόδηµα αυτό φορολογείται µε τις γενικές διατάξεις και από τον αναλογούντα φόρο εκπίπτει ο φόρος που καταβλήθηκε.

Άρθρο 38
Κέρδη από µεταβίβαση µετοχών εισηγµένων σε χρηµατιστήριο, λοιπών χρεογράφων και παραγώγων χρηµατοοικονοµικών προϊόντων

1. Τα κέρδη τα οποία αποκτούν φυσικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις οποιασδήποτε µορφής που τηρούν απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία από την πώληση µετοχών εισηγµένων στο Χ.Α. σε τιµή ανώτερη της τιµής απόκτησης τους, φορολογούνται όταν οι µετοχές αυτές έχουν αποκτηθεί µε οποιονδήποτε τρόπο από 1η Ιανουαρίου 2014 και µετά. Για τον υπολογισµό του κέρδους που υπόκειται σε φορολογία λαµβάνεται η πραγµατική τιµή πώλησης των µετοχών στο Χ.Α., όπως αυτή αναγράφεται στο πινακίδιο που εκδίδει η Ανώνυµη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ή το πιστωτικό ίδρυµα που µεσολαβεί. Όταν η πώληση των µετοχών πραγµατοποιείται εξωχρηµατιστηριακά ή µέσω πολυµερούς µηχανισµού διαπραγµατεύσεων, ως τιµή πώλησης λαµβάνεται αυτή που δηλώνεται στην εταιρεία «Ελληνικά Χρηµατιστήρια Ανώνυµη Εταιρεία»(Ε.Χ.Α.Ε.) για το διακανονισµό της συναλλαγής και αν δεν δηλωθεί η τιµή κλεισίµατος της µετοχής κατά την ηµέρα της συναλλαγής. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν εφαρµόζονται για φορολογικούς κατοίκους αλλοδαπής.

2. Για τον υπολογισµό του κόστους απόκτησης των µετοχών ισχύουν τα ακόλουθα :

α) Όταν η απόκτηση των µετοχών έχει γίνει σταδιακά για τον υπολογισµό του κόστους κτήσης των πωλούµενων µετοχών λαµβάνεται η µέση τιµή απόκτησης αυτών.
β) Όταν οι µετοχές έχουν αποκτηθεί λόγω κληρονοµιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής, για τον υπολογισµό του κόστους κτήσης λαµβάνεται η αξία που οριστικοποιήθηκε µε οποιονδήποτε τρόπο κατά την εφαρµογή των διατάξεων φορολογίας κεφαλαίου ή αν δεν οριστικοποιήθηκε η δηλωθείσα αξία.
γ) Όταν οι µετοχές έχουν αποκτηθεί δωρεάν µετά από κεφαλαιοποίηση αποθεµατικών δεν επηρεάζεται το κόστος κτήσης του συνόλου των µετοχών. Τα ίδια ισχύουν κατά τη µεταβολή του αριθµού των µετοχών µε αύξηση ή µείωση της ονοµαστικής τους αξίας (split – reverse split).
δ) Όταν οι µετοχές έχουν αποκτηθεί πριν από την έγκριση εισαγωγής τους στο Χ.Α., για τον υπολογισµό του κόστους κτήσης λαµβάνεται υπόψη η τιµή εισαγωγής τους σε αυτό.
ε) Όταν οι µετοχές έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο προγράµµατος χορήγησης µετοχών (stock option plan), ως τιµή κτήσης λαµβάνεται η χρηµατιστηριακή τιµή των µετοχών κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώµατος.
στ) Όταν οι µετοχές έχουν αποκτηθεί ως µέρισµα (αντί µετρητών), ως κόστος κτήσης αυτών λαµβάνεται το ποσό του µερίσµατος που θα λάµβανε ο κάθε µέτοχος αν η διανοµή γινόταν σε χρήµα.
ζ) Όταν οι µετοχές έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο επίτευξης της αναγκαίας διασποράς εν όψει της εισαγωγής τους στο Χ.Α., για τον υπολογισµό του κόστους απόκτησης λαµβάνεται υπόψη η τιµή µε την οποία αποκτήθηκαν.
η) Όταν οι µετοχές έχουν αποκτηθεί κατά την εκκαθάριση εισηγµένου στο Χ.Α. παραγώγου προϊόντος επί µετοχών µε παράδοση της υποκείµενης αξίας έναντι τιµήµατος, για τον υπολογισµό του κόστους κτήσης λαµβάνεται υπόψη η τελική τιµή εκκαθάρισης για τα συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης και η τιµή κλεισίµατος της υποκείµενης µετοχής στο Χ.Α. κατά την ηµέρα άσκησης του δικαιώµατος για τα δικαιώµατα προαίρεσης επί µετοχών.
θ) Όταν οι µετοχές έχουν αποκτηθεί από εξαγορά µεριδίων Διαπραγµατεύσιµων Αµοιβαίων Κεφαλαίων (Δ.Α.Κ.) του άρθρου 24Α του Ν. 3283/2004 (Φ.Ε.Κ. 210/Α’) για τον υπολογισµό του κόστους κτήσης λαµβάνεται υπόψη η τιµή κλεισίµατος των υποκείµενων µετοχών στο Χ.Α. κατά την ηµέρα της εξαγοράς.

3. Για τον προσδιορισµό του κέρδους που υπόκειται σε φορολογία, λαµβάνεται υπόψη η ζηµιά που προκύπτει µέσα στο ίδιο έτος από την ίδια αιτία. Αν από το συµψηφισµό προκύπτει ζηµιά, έχουν εφαρµογή οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5. Ειδικά για τα φυσικά πρόσωπα η τυχόν ζηµιά συµψηφίζεται µόνο µε κεφαλαιακά κέρδη.

Για την εφαρµογή των ανωτέρω, οι Ανώνυµες Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ή τα πιστωτικά ιδρύµατα, που χειρίζονται τις µετοχές των πελατών τους σύµφωνα µε τον Κανονισµό του Συστήµατος Αυλών Τίτλων, χορηγούν, µέχρι την τελευταία εργάσιµη ηµέρα του Ιανουαρίου, στους δικαιούχους πελάτες τους κατάσταση κερδών ή ζηµιών που προέκυψαν κατά το προηγούµενο έτος από τις πωλήσεις µετοχών κάθε εταιρείας διακεκριµένα και συνολικά, στην οποία αναγράφονται τα στοιχεία του δικαιούχου, καθώς και ο αριθµός φορολογικού µητρώου.

4. Χρόνος που προκύπτει το εισόδηµα είναι ο χρόνος διακανονισµού της πώλησης των µετοχών, χωρίς να ασκεί επιρροή η τιµή στην οποία έχει λάβει χώρα η πώληση. Όταν πραγµατοποιείται ανοιχτή πώληση, το εισόδηµα προκύπτει κατά το χρόνο διακανονισµού της αγοράς των απαιτούµενων µετοχών ή της µεταφοράς µετοχών στο λογαριασµό του επενδυτή.

5. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών ορίζονται τα δικαιολογητικά που συνυποβάλλονται µε τη δήλωση φορολογίας εισοδήµατος των δικαιούχων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέµα.

6. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 5 εφαρµόζονται και για πωλήσεις µετοχών εισηγµένων σε αλλοδαπό χρηµατιστήριο αξιών ή σε άλλο διεθνώς αναγνωρισµένο χρηµατιστηριακό θεσµό.

7. Τα κεφαλαιακά κέρδη που αποκτούν φυσικά πρόσωπα και υπόχρεοι της παραγράφου 4 του άρθρου 1 και οι οποίοι τηρούν απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία από συναλλαγές σε παράγωγα προϊόντα της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 28 που διαπραγµατεύονται στην αγορά παραγώγων του Χρηµατιστηρίου Αθηνών ή σε αλλοδαπό χρηµατιστήριο παραγώγων ή σε άλλη οργανωµένη αγορά, φορολογούνται µε τις γενικές διατάξεις. Οι διατάξεις του προηγούµενου εδαφίου έχουν εφαρµογή για κεφαλαιακά κέρδη που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 2014 και µετά.

8. Για µετοχές εισηγµένες στο Χρηµατιστήριο Αθηνών ή σε αλλοδαπό χρηµατιστήριο αξιών ή σε άλλο διεθνώς αναγνωρισµένο χρηµατιστηριακό θεσµό, οι οποίες έχουν αποκτηθεί ή αποκτώνται µέχρι και την 31η Δεκεµβρίου 2013, τα κέρδη τα οποία αποκτούν από την πώληση αυτών σε τιµή ανώτερη της τιµής απόκτησης τους, φυσικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις οποιασδήποτε µορφής που τηρούν απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία, απαλλάσσονται από το φόρο. Η απαλλαγή παρέχεται µε την προϋπόθεση ότι τα κέρδη εµφανίζονται σε λογαριασµό ειδικού αποθεµατικού µε προορισµό το συµψηφισµό ζηµιών που τυχόν θα προκύψουν από την πώληση των πιο πάνω µετοχών, καθώς και των ζηµιών που θα προκύψουν από την πώληση µετοχών µη εισηγµένων στο Χρηµατιστήριο Αθηνών µέχρι 31 Δεκεµβρίου 2013. Σε περίπτωση διανοµής ή διάλυσης της επιχείρησης, τα κέρδη αυτά φορολογούνται σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις. Αν σε µια διαχειριστική περίοδο προκύψει ζηµία από πώληση µετοχών, το τυχόν υπόλοιπο της ζηµίας, που αποµένει µετά το συµψηφισµό µε τα εµφανιζόµενα στο ειδικό αποθεµατικό κέρδη ή ολόκληρο το ποσό της ζηµίας, αν δεν υφίσταται ειδικός λογαριασµός αποθεµατικού, µεταφέρεται σε ειδικό λογαριασµό και δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης.

Ειδικά, η ζηµία που τυχόν προκύπτει από την αποτίµηση µετοχών και οµολογιών µέχρι 31 Δεκεµβρίου 2013, µεταφέρεται σε χρέωση των λογαριασµών Αποθεµατικά από Χρεόγραφα, που εµφανίζονται στα βιβλία της επιχείρησης και τα οποία προέκυψαν είτε από την πώληση χρεογράφων σε τιµή ανώτερη της τιµής κτήσης τους, µε βάση τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 10 του α.ν.148/1967 (ΦΕΚ Α173) είτε από την πώληση µετοχών, µε βάση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, είτε από την ανταλλαγή ή λήψη δωρεάν χρεογράφων, µε βάση τις διατάξεις νόµων περί αναπροσαρµογής της αξίας ακινήτων. Σε περίπτωση που τα ποσά των αποθεµατικών αυτών δεν επαρκούν να καλύψουν το ποσό της παραπάνω ζηµίας, το τυχόν ακάλυπτο ποσό αυτής δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα αλλά µεταφέρεται σε ειδικό λογαριασµό.

9. Τα κεφαλαιακά κέρδη που αποκτούν φυσικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις οποιασδήποτε µορφής που τηρούν απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία από συναλλαγές σε παράγωγα προϊόντα της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 28, που διαπραγµατεύονται στην αγορά παραγώγων του Χρηµατιστηρίου Αθηνών ή σε αλλοδαπό χρηµατιστήριο παραγώγων ή σε άλλη οργανωµένη αγορά µέχρι 31 Δεκεµβρίου 2013, απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήµατος. Η απαλλαγή παρέχεται µε την προϋπόθεση ότι τα κέρδη εµφανίζονται σε λογαριασµό ειδικού αποθεµατικού µε προορισµό το συµψηφισµό ζηµιών που τυχόν θα προκύψουν στην ίδια περίοδο από την ίδια αιτία. Σε περίπτωση διανοµής ή διάλυσης της επιχείρησης, τα κέρδη αυτά φορολογούνται σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις.

10. Σε περίπτωση διανοµής ή κεφαλαιοποίησης µέχρι 31 Δεκεµβρίου 2014, ειδικών αποθεµατικών που έχουν σχηµατιστεί µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 2238/1994 ή των παραγράφων 8 και 9 του άρθρου 38 του παρόντος, απαλλάσσονται της καταβολής φόρου µε βάση τις διατάξεις της παραγράφου 19 του άρθρου 18 και φορολογούνται µόνο µε τις διατάξεις του άρθρου 55. Σε περίπτωση που τα εν λόγω ειδικά αποθεµατικά εµφανίζουν χρεωστικό υπόλοιπο, το υπόλοιπο αυτό µεταφέρεται εις ολόκληρο ή σταδιακά στα αποτελέσµατα χρήσης και δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης, κατ’ εφαρµογή της παραγράφου 8.

Άρθρο 39 Φορολογία των κερδών από µεταβίβαση µετοχών εισηγµένων σε χρηµατιστήριο, λοιπών χρεογράφων και παραγώγων χρηµατοοικονοµικών προϊόντων

1. Το καθαρό εισόδηµα από µεταβίβαση µετοχών εισηγµένων σε χρηµατιστήριο, λοιπών χρεογράφων και παραγώγων χρηµατοοικονοµικών προϊόντων φορολογείται µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%).

2. Αν δικαιούχος του εισοδήµατος είναι φυσικό πρόσωπο, µε τη φορολογία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση αυτού, ενώ αν δικαιούχος είναι νοµικό πρόσωπο της παραγράφου 4 του άρθρου 1 το εισόδηµα αυτό φορολογείται µε τις γενικές διατάξεις και από τον αναλογούντα φόρο εκπίπτει ο φόρος που καταβλήθηκε.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Άρθρο 40
Αντικειµενικές δαπάνες διαβίωσης

1. Το συνολικό εισόδηµα προσδιορίζεται, κατ’ εξαίρεση, µε βάση τις δαπάνες διαβίωσης του φορολογουµένου και των προσώπων που συνοικούν µε αυτόν και τον βαρύνουν, όταν το συνολικό ποσό των δαπανών που προσδιορίζεται κατά τα επόµενα άρθρα είναι ανώτερο από το συνολικό δηλούµενο καθαρό εισόδηµα. Το εισόδηµα που υπόκειται σε φόρο στην περίπτωση αυτή προσδιορίζεται κατά τα οριζόµενα στις διατάξεις του άρθρου 43.

2. Για τον προσδιορισµό του αντικειµενικού εισοδήµατος µε βάση τη συνολική ετήσια δαπάνη του φορολογουµένου, της συζύγου του και των προσώπων που συνοικούν και τους βαρύνουν λαµβάνονται υπόψη τα ακόλουθα:

α) Η αντικειµενική δαπάνη, µε βάση τα τετραγωνικά µέτρα της ιδιοκατοικούµενης ή µισθωµένης ή της δωρεάν παραχωρούµενης κύριας κατοικίας ορίζεται κλιµακωτά, για τα ογδόντα (80) πρώτα τετραγωνικά µέτρα κύριων χώρων αυτής, µε σαράντα (40) ευρώ το τετραγωνικό µέτρο, για τα επόµενα από ογδόντα ένα (81) µέχρι και εκατόν είκοσι (120) τετραγωνικά µέτρα κύριων χώρων αυτής, µε εξήνταπέντε (65) ευρώ το τετραγωνικό µέτρο, για τα επόµενα από εκατόν είκοσι ένα (121) µέχρι και διακόσια
(200) τετραγωνικά µέτρα κύριων χώρων αυτής, µε εκατό δέκα(110) ευρώ το τετραγωνικό µέτρο, για τα διακόσια ένα (201) έως τριακόσια (300) τετραγωνικά µέτρα κύριων χώρων αυτής, µε διακόσια (200) ευρώ το τετραγωνικό µέτρο και για τα πλέον των τριακοσίων (300) τετραγωνικών µέτρων κύριων χώρων αυτής, µε τετρακόσια(400) ευρώ το τετραγωνικό µέτρο. Για τον υπολογισµό της ετήσιας αντικειµενικής δαπάνης των βοηθητικών χώρων της κύριας κατοικίας ορίζεται ποσό σαράντα (40) ευρώ το τετραγωνικό µέτρο. Τα παραπάνω ποσά προσαυξάνονται, προκειµένου για κατοικίες που βρίσκονται σε περιοχές µε τιµή ζώνης, σύµφωνα µε τον αντικειµενικό προσδιορισµό των ακινήτων, από 2.800 ευρώ έως 4.999 ευρώ το τετραγωνικό µέτρο, κατά ποσοστό σαράντατοις εκατό (40%) και για περιοχές µε τιµή ζώνης από 5.000 ευρώ και άνω το τετραγωνικό µέτρο, κατά ποσοστό εβδοµήντατοις εκατό (70%). Όλα τα παραπάνω ποσά προσαυξάνονται, προκειµένου για µονοκατοικίες, κατά ποσοστό είκοσιτοις εκατό (20%).

β) Η ετήσια αντικειµενική δαπάνη, που εκτιµάται µε βάση τα τετραγωνικά µέτρα µιας ή περισσοτέρων ιδιοκατοικούµενων ή µισθωµένων δευτερευουσών κατοικιών, καθώς και των βοηθητικών χώρων αυτών, ορίζεται στο ένα δεύτερο (1/2) της ετήσιας αντικειµενικής δαπάνης όπως αυτή ορίζεται στην περίπτωση α’ και αναλογεί στους µήνες χρησιµοποίησης αυτής.

γ) Η ετήσια αντικειµενική δαπάνη επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης, ορίζεται
ως εξής: αα) για τα αυτοκίνητα µέχρι χίλια διακόσια (1.200) κυβικά εκατοστά σε τρεις χιλιάδες διακόσια (3.200) ευρώ, ββ) για αυτοκίνητα µεγαλύτερα των χιλίων διακοσίων (1.200) κυβικών εκατοστών προστίθενται τετρακόσια ογδόντα (480) ευρώ ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά µέχρι τα χίλια εξακόσια (1.600) κυβικά εκατοστά, γγ) για αυτοκίνητα µεγαλύτερα των χιλίων εξακοσίων (1.600) κυβικών εκατοστών προστίθενται εξακόσια (600) ευρώ ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά µέχρι τα δύο χιλιάδες (2.000) κυβικά εκατοστά δδ) για αυτοκίνητα µεγαλύτερα των δύο χιλιάδων (2.000) κυβικών εκατοστών προστίθενται ενιακόσια (900) ευρώ ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά και µέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) κυβικά εκατοστά και εε) για αυτοκίνητα µεγαλύτερα από τρεις χιλιάδες (3.000) κυβικά εκατοστά προστίθενται χίλια διακόσια (1.200) ευρώ ανά εκατό (100) κυβικά εκατοστά.

Τα παραπάνω ποσά ετήσιας αντικειµενικής δαπάνης από κάθε αυτοκίνητο µειώνονται ανάλογα µε την παλαιότητά του, η οποία υπολογίζεται από το έτος πρώτης κυκλοφορίας του στην Ελλάδα, κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) για χρονικό διάστηµα πάνω από πέντε (5) και µέχρι δέκα (10) έτη και πενήντα τοις εκατό (50%) για χρονικό διάστηµα πάνω από δέκα (10) έτη. Η ετήσια αντικειµενική δαπάνη δεν εφαρµόζεται για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που διαθέτουν πιστοποιητικό αυθεντικότητας το οποίο εκδίδεται από διεθνή ή ηµεδαπό φορέα που έχει αρµοδιότητα να εκδίδει τέτοιο πιστοποιητικό, τα αυτοκινούµενα τροχόσπιτα καθώς και για επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης τα οποία είναι ειδικά διασκευασµένα για κινητικά αναπήρους.
Ως επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ειδικά διασκευασµένα για κινητικά αναπήρους θεωρούνται εκείνα που διασκευάσθηκαν ύστερα από άδεια της αρµόδιας αρχής για να οδηγούνται από πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητική αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή για να µεταφέρουν αυτά τα πρόσωπα µαζί µε τα αντικείµενα που είναι απαραίτητα για τη µετακίνησή τους.
Στις περιπτώσεις εταιρειών οµόρρυθµων ή ετερόρρυθµων ή περιορισµένης ευθύνης ή ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών ή ανωνύµων ή αστικών, καθώς και των κοινωνιών και κοινοπραξιών που ασκούν επιχείρηση ή επάγγελµα, οι οποίες έχουν στην κυριότητα ή στην κατοχή τους επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης άνω των 1600 κ.ε., η αντικειµενική δαπάνη που αναλογεί σε αυτά λογίζεται ως αντικειµενική δαπάνη των :
i) οµόρρυθµων ή απλών, εκτός των ετερόρρυθµων, εταίρων ή κοινωνών ή µελών της κοινοπραξίας φυσικών προσώπων, επιµεριζόµενη µεταξύ αυτών κατά το ποσοστό συµµετοχής τους στην εταιρεία, προκειµένου περί οµόρρυθµων ή ετερόρρυθµων ή αστικών εταιρειών ή στην κοινωνία ή στην κοινοπραξία, ii) των φυσικών προσώπων, µελών της εταιρείας περιορισµένης ευθύνης, επιµεριζόµενη µεταξύ αυτών, κατά το ποσοστό συµµετοχής του καθενός στην εταιρεία περιορισµένης ευθύνης, όταν οι διαχειριστές αυτής δεν είναι εταίροι της, iii) των διαχειριστών της εταιρείας περιορισµένης ευθύνης και των ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών που είναι και εταίροι της, επιµεριζόµενη µεταξύ αυτών κατά το ποσοστό συµµετοχής τους στην εταιρεία περιορισµένης ευθύνης ή στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία, και iv) των διευθυνόντων και εντεταλµένων συµβούλων, διοικητών ανωνύµων εταιρειών και προέδρων των διοικητικών συµβουλίων τους, επιµεριζόµενη ισοµερώς µεταξύ τους.

Αν στις πιο πάνω περιπτώσεις οι εταίροι των οµόρρυθµων ή ετερόρρυθµων ή περιορισµένης ευθύνης ή ιδιωτικών κεφαλαιουχικών εταιρειών ή αστικών εταιρειών, καθώς και των κοινωνιών ή κοινοπραξιών είναι νοµικά πρόσωπα, η αντικειµενική δαπάνη που προκύπτει µε βάση τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης που έχουν στην κυριότητα ή την κατοχή τους λογίζεται ως αντικειµενική δαπάνη των φυσικών προσώπων, που µετέχουν σε αυτά τα νοµικά πρόσωπα, σύµφωνα µε όσα ορίζονται στο προηγούµενο εδάφιο.
Για τα αλλοδαπά νοµικά πρόσωπα που δεν έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα, αλλά υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης µε βάση την παράγραφο 1 του άρθρου 59, καθώς και για τις αλλοδαπές επιχειρήσεις, το ποσό της ετήσιας αντικειµενικής δαπάνης που προκύπτει µε βάση αυτοκίνητα αυτής της περίπτωσης, ιδιοκτησίας του αλλοδαπού νοµικού προσώπου ή ιδιοκτησίας ή κατοχής γραφείου, υποκαταστήµατος ή πρακτορείου της αλλοδαπής επιχείρησης εγκατεστηµένου στην Ελλάδα, βαρύνει το πρόσωπο που εκπροσωπεί στην Ελλάδα το αλλοδαπό νοµικό πρόσωπο ή την αλλοδαπή επιχείρηση ή προΐσταται του γραφείου ή υποκαταστήµατος ή πρακτορείου.
Η αντικειµενική αυτή δαπάνη βαρύνει καθένα από τα φυσικά πρόσωπα που ορίζονται από τις διατάξεις αυτής της παραγράφου, εφόσον σύµφωνα µε το άρθρο 1 έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, και δεν µπορεί για καθένα από αυτά τα πρόσωπα και για κάθε εταιρεία να είναι ανώτερη από τη µεγαλύτερη αντικειµενική δαπάνη που προκύπτει από αυτοκίνητο της εταιρείας.

Αν ο φορολογούµενος, η σύζυγός του και τα προστατευόµενα µέλη είναι κύριοι ή κάτοχοι και άλλων επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, η αντικειµενική δαπάνη που προκύπτει για τα αυτοκίνητα αυτά λαµβάνεται υπόψη για τον υπολογισµό της συνολικής αντικειµενικής δαπάνης.

Η αντικειµενική δαπάνη που προκύπτει βάσει επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης, του οποίου κύριος ή κάτοχος είναι ανήλικο τέκνο, λογίζεται ως αντικειµενική δαπάνη του γονέα που έχει το µεγαλύτερο εισόδηµα και αν αυτός έχασε τη γονική µέριµνα, του άλλου γονέα.
Αν αποκτηθεί ή µεταβιβασθεί µε οποιονδήποτε τρόπο επιβατικό αυτοκίνητο ιδιωτικής χρήσης κατά τη διάρκεια του έτους, η αντικειµενική δαπάνη περιορίζεται σε τόσα δωδέκατα όσοι και οι µήνες κυριότητας ή κατοχής του αυτοκινήτου. Διάστηµα µεγαλύτερο από δεκαπέντε (15) ηµέρες λογίζεται ως ολόκληρος µήνας. Τα ίδια εφαρµόζονται και σε περίπτωση ακινησίας ή ολοκληρωτικής καταστροφής του αυτοκινήτου από οποιαδήποτε αιτία. Αν µεταβιβασθεί ή αποκτηθεί εικονικά αυτοκίνητο από περισσότερα πρόσωπα, η ετήσια αντικειµενική δαπάνη του ισχύει αυτοτελώς στο σύνολό της για καθέναν από τους συµβαλλοµένους. Εικονική θεωρείται η µεταβίβαση ή η κτήση που πραγµατοποιείται ιδίως µεταξύ συγγενών εξ αίµατος ή εξ αγχιστείας κατ’ ευθεία γραµµή ή εκ πλαγίου µέχρι και τον τρίτο βαθµό, επιτρέπεται όµως η ανταπόδειξη. Όταν η συγκυριότητα είναι πραγµατική, η ετήσια αντικειµενική δαπάνη επιµερίζεται κατά το λόγο των ιδανικών µεριδίων καθενός συγκυρίου.
Προκειµένου για εκπαιδευτές οδηγών αυτοκινήτων, καθώς και για τις επιχειρήσεις ενοικίασης αυτοκινήτων, που χρησιµοποιούν για το σκοπό αυτόν περισσότερα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης, για τον υπολογισµό της ετήσιας αντικειµενικής δαπάνης λαµβάνεται υπόψη το αυτοκίνητο που δίνει τη µεγαλύτερη αντικειµενική δαπάνη. Στις περιπτώσεις ενοικίασης ή χρηµατοδοτικής µίσθωσης αυτοκινήτων επιβατικών ιδιωτικής ή µικτής χρήσης, η ετήσια αντικειµενική δαπάνη, που αντιστοιχεί στο χρόνο χρησιµοποίησης αυτών, βαρύνει το µισθωτή τους.
Οι διατάξεις της περίπτωσης γ’ εφαρµόζονται ανάλογα και για τον προσδιορισµό της ετήσιας αντικειµενικής δαπάνης των αυτοκινήτων µικτής χρήσης και των αυτοκινήτων τύπου JEEP.

δ) Η ετήσια αντικειµενική δαπάνη που καταβάλλεται για ιδιωτικά σχολεία και εκπαιδευτήρια στοιχειώδους, µέσης και µεταλυκειακής εκπαίδευσης, µε εξαίρεση τα εσπερινά γυµνάσια και λύκεια, καθώς και τα ειδικά σχολεία ατόµων µε ειδικές ανάγκες, όπως αυτή προκύπτει από τις σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών.

ε) Η ετήσια αντικειµενική δαπάνη που καταβάλλεται για οικιακούς βοηθούς, οδηγούς αυτοκινήτων, δασκάλους και λοιπό προσωπικό, η οποία ορίζεται στο εκάστοτε κατώτατο όριο αµοιβών όπως αυτό προσδιορίζεται από τις ισχύουσες διατάξεις για την αντίστοιχη κατηγορία εργαζοµένων. Η διάταξη αυτή δεν εφαρµόζεται όταν ο φορολογούµενος ή πρόσωπο που συνοικεί µε αυτόν και τον βαρύνει έχει αναπηρία εξήντα επτά τοις εκατό και πάνω (67%) από διανοητική καθυστέρηση ή φυσική αναπηρία ή είναι ηλικίας άνω των εξήντα πέντε (65) ετών και απασχολεί ένα νοσοκόµο.

στ) Η ετήσια αντικειµενική δαπάνη µε βάση σκάφη αναψυχής ιδιωτικής χρήσης, κυριότητας ή κατοχής του φορολογουµένου, της συζύγου του ή των προσώπων που τους βαρύνουν εκτιµάται µε βάση το κόστος τελών ελλιµενισµού, ασφαλίστρων, καυσίµων, συντήρησης και πρακτόρευσης και ορίζεται, ανάλογα µε τα µέτρα ολικού µήκους του σκάφους, ως εξής:

αα) για µηχανοκίνητα σκάφη ανοικτού τύπου, ταχύπλοα και µη, ολικού µήκους µέχρι πέντε (5) µέτρα, στο ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων (3.200) ευρώ,, ββ) για ιστιοφόρα ή µηχανοκίνητα ή µικτά σκάφη µε χώρο ενδιαίτησης, ολικού µήκους µέχρι και επτά (7) µέτρα, δώδεκα χιλιάδες (12.000) ευρώ, πάνω από επτά (7) και µέχρι δέκα (10) µέτρα προστίθενται τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ ανά επιπλέον µέτρο µήκους, πάνω από δέκα (10) και µέχρι δώδεκα (12) µέτρα προστίθενται επτά χιλιάδες πεντακόσια (7.500) ευρώ ανά επιπλέον µέτρο µήκους, πάνω από δώδεκα (12) και µέχρι δεκαπέντε (15) µέτρα δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ ανά επιπλέον µέτρο µήκους, πάνω από δεκαπέντε (15) και µέχρι δεκαοκτώ (18) µέτρα είκοσι δύο χιλιάδες πεντακόσια
(22.500) ευρώ ανά επιπλέον µέτρο µήκους, πάνω από δεκαοκτώ (18) και µέχρι είκοσι δύο (22) µέτρα τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ ανά επιπλέον µέτρο µήκους και πάνω από είκοσι δύο (22) µέτρα προστίθενται πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ ανά επιπλέον µέτρο µήκους.
Τα ποσά της ετήσιας τεκµαρτής δαπάνης αυτής της υποπερίπτωσης µειώνονται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) προκειµένου για ιστιοφόρα σκάφη. Κατά το ίδιο ποσοστό µειώνονται και για πλοία αναψυχής που έχουν κατασκευασθεί ή κατασκευάζονται στην Ελλάδα εξ ολοκλήρου από ξύλο, τύπων «τρεχαντήρι», «βαρκαλάς», «πέραµα», «τσερνίκι» και «λίµπερτυ», που προέρχονται από την ελληνική ναυτική παράδοση. Η τεκµαρτή δαπάνη από κάθε σκάφος µειώνεται ανάλογα µε την παλαιότητά του κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) αν έχει περάσει χρονικό διάστηµα πάνω από πέντε (5) έτη και µέχρι δέκα (10) έτη από το έτος που νηολογήθηκε για πρώτη φορά και τριάντα τοις εκατό (30%) αν έχει περάσει χρονικό διάστηµα πάνω από δέκα (10) έτη. Για σκάφη µε µόνιµο πλήρωµα ναυτολογηµένο για ολόκληρο ή µέρος του έτους, στην παραπάνω δαπάνη προστίθεται και η αµοιβή του πληρώµατος. Τα σκάφη επαγγελµατικής χρήσης δεν λαµβάνονται υπόψη για την αντικειµενική δαπάνη. Οι διατάξεις της περίπτωσης γ’, εκτός αυτών που αναφέρονται στην παλαιότητα των αυτοκινήτων, εφαρµόζονται ανάλογα και στην περίπτωση αυτή.

ζ) Η ετήσια αντικειµενική δαπάνη για αεροσκάφη, ελικόπτερα και ανεµόπτερα κυριότητας ή κατοχής του φορολογουµένου, της συζύγου του ή των προσώπων που συνοικούν µαζί τους και τους βαρύνουν, η οποία ορίζεται ως εξής:

αα) Για ανεµόπτερα στο ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ.

ββ) Για αεροσκάφη µε κινητήρα κοινό, εσωτερικής καύσης και στροβιλοελικοφόρα, καθώς και ελικόπτερα, στο ποσό των εξήντα πέντε χιλιάδων (65.000) ευρώ για τους εκατόν πενήντα (150) πρώτους ίππους ισχύος του κινητήρα τους που προσαυξάνεται µε το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ για κάθε ίππο πάνω από τους εκατόν πενήντα (150) ίππους. γγ) Για αεροσκάφη αεριοπροωθούµενα (JET) στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ για κάθε λίµπρα ώθησης. Οι διατάξεις της περίπτωσης γ’, εκτός της ακινησίας και παλαιότητας, εφαρµόζονται αναλόγως και στην περίπτωση αυτή. δδ) Για τις υπερελαφρές πτητικές αθλητικές µηχανές (Υ.Π.Α.Μ.) που υπάγονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 του υπ’ αριθµόν Δ2/26314/8802/27.7.2010 Κανονισµού υπερελαφρών πτητικών αθλητικών µηχανών (Φ.Ε.Κ. 1360/Β’), στο ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ.

η) Η ετήσια αντικειµενική δαπάνη, εξωτερικής δεξαµενής κολύµβησης που προκύπτει για τον κύριο ή κάτοχο αυτής, ορίζεται, ανάλογα µε την επιφάνειά της, ανά κλίµακα, σε εκατόν εξήντα (160) ευρώ το τετραγωνικό µέτρο µέχρι τα εξήντα (60) τετραγωνικά µέτρα και σε τριακόσια είκοσι (320) ευρώ το τετραγωνικό µέτρο για επιφάνεια άνω των εξήντα (60) τετραγωνικών µέτρων. Προκειµένου για εσωτερική δεξαµενή κολύµβησης τα παραπάνω ποσά διπλασιάζονται.

θ) Η ελάχιστη ετήσια αντικειµενική δαπάνη του φορολογουµένου ορίζεται σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ προκειµένου για τον άγαµο και σε πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ για τους συζύγους που υποβάλλουν κοινή δήλωση.

3. Το ετήσιο συνολικό ποσό της αντικειµενικής δαπάνης, που προσδιορίζεται σύµφωνα µε τις διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου, µπορεί να αµφισβητηθεί από τον φορολογούµενο όταν αυτό είναι µεγαλύτερο από την πραγµατική δαπάνη του φορολογουµένου και των µελών που τον βαρύνουν, εφόσον αυτό αποδεικνύεται από τον υπόχρεο µε βάση πραγµατικά περιστατικά ή στοιχεία. Ενδεικτικά τέτοια περιστατικά συντρέχουν ιδίως στο πρόσωπο των υπόχρεων, οι οποίοι :
α) υπηρετούν τη στρατιωτική θητεία τους στις Ένοπλες Δυνάµεις,
β) είναι φυλακισµένοι,
γ) νοσηλεύονται σε νοσοκοµείο ή κλινική,
δ) είναι άνεργοι,
ε) συγκατοικούν µε συγγενείς πρώτου βαθµού και έχουν µειωµένες δαπάνες διαβίωσης, λόγω αποδεδειγµένης συµβολής στις δαπάνες αυτές των συγγενών τους µε την προϋπόθεση ότι οι τελευταίοι αυτοί έχουν εισόδηµα από εµφανείς πηγές,
στ) είναι ορφανοί ανήλικοι οι οποίοι έχουν στην κυριότητά τους επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης από κληρονοµιά του πατέρα ή της µητέρας τους και ζ) προσκοµίζουν στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι για λόγους ανώτερης βίας πραγµατοποίησαν δαπάνη µικρότερη από την αντικειµενική.
Στις πιο πάνω α’ και ε’ περιπτώσεις, η διαφορά µεταξύ της αντικειµενικής δαπάνης και της πραγµατικής δαπάνης λαµβάνεται υπόψη για τον υπολογισµό της συνολικής αντικειµενικής δαπάνης του γονέα ή του τέκνου που συµβάλλει στις δαπάνες διαβίωσης του υπόχρεου.
Αν πρόκειται για τους γονείς, η διαφορά αντικειµενικής δαπάνης καταλογίζεται σε εκείνον που έχει το µεγαλύτερο εισόδηµα.

Άρθρο 41
Δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων

Ως ετήσια τεκµαρτή δαπάνη του φορολογουµένου, της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν λογίζονται και τα χρηµατικά ποσά που πραγµατικά καταβάλλονται για:

α) Αγορά ή χρηµατοδοτική µίσθωση αυτοκινήτων, δίτροχων ή τρίτροχων αυτοκινούµενων οχηµάτων, πλοίων αναψυχής και λοιπών σκαφών αναψυχής, αεροσκαφών και κινητών πραγµάτων µεγάλης αξίας. Ως κινητά πράγµατα µεγάλης αξίας νοούνται εκείνα που η αξία τους υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων
(10.000) ευρώ. Αν η αξία κάθε πράγµατος είναι µικρότερη του ποσού αυτού, τα αγορασθέντα όµως πράγµατα αποτελούν κατά τις συναλλακτικές αντιλήψεις ενιαίο σύνολο, τότε για τον υπολογισµό της αξίας λαµβάνεται υπόψη η αξία όλων αυτών των πραγµάτων, εφόσον υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ. Κατά την εφαρµογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης δεν λαµβάνονται υπόψη τα χρηµατικά ποσά που διατίθενται για την αγορά κινητών πραγµάτων που αποτελούν το άµεσο αντικείµενο της ασκούµενης εµπορικής δραστηριότητας.

β) Αγορά ή χρονοµεριστική ή χρηµατοδοτική µίσθωση ακινήτων ή ανέγερση οικοδοµών ή κατασκευή δεξαµενής κολύµβησης. Ως τίµηµα αγοράς λαµβάνεται η αξία που προσδιορίζεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 41 του Ν. 1249/1982. Αν το τίµηµα που καθορίζεται στα οικεία πωλητήρια συµβόλαια είναι µεγαλύτερο από την πιο πάνω αξία, ως καταβαλλόµενη δαπάνη λαµβάνεται το καθοριζόµενο σε αυτά τα συµβόλαια τίµηµα. Ειδικά, για τις περιοχές που δεν ισχύει το αντικειµενικό σύστηµα προσδιορισµού της αξίας των ακινήτων, ως καταβαλλόµενη δαπάνη λαµβάνεται :

αα) Το τίµηµα που καθορίζεται στα οικεία πωλητήρια συµβόλαια.

ββ) Η διαφορά µεταξύ του τιµήµατος ή της αξίας κατά περίπτωση, που φορολογήθηκε και της πραγµατικής αξίας του ακινήτου, η οποία εξευρίσκεται σύµφωνα µε τις διατάξεις που ισχύουν στη φορολογία µεταβίβασης ακινήτων. Οι διατάξεις της περίπτωσης αυτής δεν εφαρµόζονται για την αγορά οικοπέδου και για τις δαπάνες ανέγερσης οικοδοµής από επιτηδευµατία που ασχολείται ατοµικώς µε την ανέγερση και πώληση οικοδοµών.

γ) Χορήγηση δανείων προς οποιονδήποτε.

δ) Η ετήσια δαπάνη για δωρεές, γονικές παροχές ή χορηγίες χρηµατικών ποσών, εφόσον αυτά υπερβαίνουν ετησίως τα τριακόσια (300) ευρώ, εκτός από τις δωρεές προς το Δηµόσιο, τους δήµους και τις κοινότητες του Κράτους, τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύµατα, τα κρατικά και δηµοτικά νοσηλευτικά ιδρύµατα και τα νοσοκοµεία, που αποτελούν νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και επιχορηγούνται από τον Κρατικό Προϋπολογισµό, καθώς και τα προνοιακά ιδρύµατα ταυ ευρύτερου δηµόσιου τοµέα (κρατικά νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου), ως και τα προνοιακά ιδρύµατα ιδιωτικού δικαίου των οποίων οι εν γένει δαπάνες λειτουργίας καλύπτονται τουλάχιστον κατά εβδοµήντα τοις εκατό (70%) µε επιχορηγήσεις από τον Κρατικό Προϋπολογισµό. Οµοίως, εξαιρούνται οι δωρεές ή χορηγίες προς τα κοινωφελή ιδρύµατα, τα ηµεδαπά νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόµιµα έχουν συσταθεί ή συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν κοινωφελείς σκοπούς, καθώς και τα µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα ηµεδαπά νοµικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που νόµιµα υπάρχουν ή συνιστώνται, εφόσον επιδιώκουν σκοπούς πολιτιστικούς.

ε) Απόσβεση δανείων ή πιστώσεων οποιασδήποτε µορφής. Στο ποσό της δαπάνης αυτής περιλαµβάνεται και το ποσό των οικείων τόκων στους οποίους περιλαµβάνονται και οι τυχόν τόκοι υπερηµερίας.

Άρθρο 42
Μη εφαρµογή αντικειµενικών δαπανών διαβίωσης και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων

Η ετήσια αντικειµενική δαπάνη και η δαπάνη απόκτησης περιουσιακών στοιχείων δεν εφαρµόζονται:
α) Προκειµένου για αντικειµενική δαπάνη η οποία προκύπτει βάσει επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης αναπήρου, το οποίο απαλλάσσεται από τα τέλη κυκλοφορίας.
β) Προκειµένου για αλλοδαπό προσωπικό που δεν διαµένει µόνιµα στην Ελλάδα ή ηµεδαπό προσωπικό που διαµένει µόνιµα στο εξωτερικό και απασχολείται αποκλειστικά σε επιχειρήσεις που υπάγονται στις διατάξεις του Α.Ν. 89/1967 (Φ.Ε.Κ. 132/Α’), του Α.Ν. 378/1968 (Φ.Ε.Κ. 82/Α’) και του άρθρου 25 του Ν. 27/1975 (Φ.Ε.Κ. 77/Α’), για το ποσό της ετήσιας αντικειµενικής δαπάνης, η οποία προκύπτει βάσει του επιβατικού αυτοκινήτου ιδιωτικής χρήσης ή της κατοικίας.
γ) Προκειµένου για επιχειρήσεις µεταπώλησης αυτοκινήτων που έχουν υπαχθεί στο ειδικό καθεστώς φορολογίας του άρθρου 45 του Ν. 2859/2000 (Φ.Ε.Κ. 248/Α’), για την αντικειµενική δαπάνη που προκύπτει βάσει των επιβατικών αυτοκινήτων που έχουν αγορασθεί για µεταπώληση µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 45 του Ν. 2859/2000 (Φ.Ε.Κ. 248/Α’), εφόσον η άδεια και οι πινακίδες κυκλοφορίας του µεταβιβαζόµενου αυτοκινήτου οχήµατος έχουν παραµείνει στη Δ.Ο.Υ. στην οποία έγινε η µεταβίβαση του αυτοκινήτου προς την επιχείρηση µεταπώλησης µέχρι και την ηµεροµηνία µεταπώλησης από αυτή σε τρίτο και το αυτοκίνητο κατά το χρονικό αυτό διάστηµα δεν κυκλοφόρησε παράνοµα. Για τις µεταπωλήσεις αυτής της περίπτωσης δεν εφαρµόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 10 µέχρι και 14 του άρθρου 71. Οι µεταπωλήτριες επιχειρήσεις έχουν υποχρέωση µαζί µε την ετήσια δήλωση φορολογίας εισοδήµατος να συνυποβάλουν υπεύθυνη δήλωση του Ν.1599/1986 (Φ.Ε.Κ. 75/Α’), στην οποία να αναγράφουν τα πιο πάνω αυτοκίνητα που αγόρασαν ή πώλησαν στο οικείο έτος. Προκειµένου για ατοµικές επιχειρήσεις µεταπώλησης αυτοκινήτων της περίπτωσης αυτής, η ετήσια αντικειµενική δαπάνη που προκύπτει από τα προς πώληση οχήµατα, όταν δεν κατατεθούν η άδεια και οι πινακίδες κυκλοφορίας τους στη Δ.Ο.Υ., σύµφωνα µε τα ανωτέρω, δεν µπορεί να υπερβαίνει τη µεγαλύτερη αντικειµενική δαπάνη που προκύπτει από αυτοκίνητο της επιχείρησης. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών ορίζεται κάθε άλλο θέµα για την εφαρµογή αυτής της περίπτωσης.
δ) Προκειµένου για αντικειµενική δαπάνη που προκύπτει µε βάση σκάφη αναψυχής ιδιωτικής χρήσης, κυριότητας ή κατοχής µονίµων κατοίκων εξωτερικού.
ε) Προκειµένου για αγορά πάγιου εξοπλισµού επαγγελµατικής χρήσης από πρόσωπα που ασκούν επιχειρηµατική δραστηριότητα.
στ) Προκειµένου για αγορά επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, ειδικά διασκευασµένων για πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητικές αναπηρίες που υπερβαίνουν σε ποσοστό το εξήντα επτά τοις εκατό (67%). Ως επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης ειδικά διασκευασµένα για κινητικά αναπήρους θεωρούνται εκείνα που διασκευάστηκαν ύστερα από άδεια της αρµόδιας αρχής για να οδηγούνται από πρόσωπα που παρουσιάζουν κινητική αναπηρία µε ποσοστό πάνω από εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή για να µεταφέρουν αυτά τα πρόσωπα µαζί µε τα αντικείµενα που είναι απαραίτητα για τη µετακίνησή τους.
ζ) Προκειµένου για συνταξιούχους οι οποίοι έχουν υπερβεί το 65ο έτος της ηλικίας τους και το ετήσιο δηλωθέν ατοµικό εισόδηµά τους δεν υπερβαίνει το ποσό των
10.000 ευρώ, οι ετήσιες αντικειµενικές δαπάνες που υπολογίζονται σύµφωνα µε το άρθρο 40 εφαρµόζονται µειωµένες κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) των όσων προκύπτουν σύµφωνα µε τις προηγούµενες διατάξεις.
η) Προκειµένου για φυσικό πρόσωπο που έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαµονή του στην αλλοδαπή, εφόσον δεν αποκτά εισόδηµα στην Ελλάδα.

Άρθρο 43
Διαφορά εισοδήµατος και υπολογισµός του φόρου

1. Η διαφορά µεταξύ του εισοδήµατος που δηλώθηκε από το φορολογούµενο, τη σύζυγο του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν ή προσδιορίστηκε από τον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας και της συνολικής ετήσιας δαπάνης τους, των άρθρων 40 και 41, προσαυξάνει τα εισοδήµατα που δηλώνονται ή προσδιορίζονται από τον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας κατά το ίδιο οικονοµικό έτος, του φορολογουµένου ή της συζύγου του, κατά περίπτωση. Η διαφορά εισοδήµατος του προηγούµενου εδαφίου θεωρείται :
α) Εισόδηµα από µισθωτή εργασία εφόσον ο φορολογούµενος αποκτά εισόδηµα από την κατηγορία αυτή το οποίο υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) του συνολικού δηλούµενου εισοδήµατος που φορολογείται µε τις γενικές διατάξεις.
β) Εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα, σε κάθε άλλη περίπτωση.

2. Ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας κατά τον προσδιορισµό της διαφοράς της προηγούµενης παραγράφου υποχρεούται να λάβει υπόψη του τα αναγραφόµενα στη δήλωση χρηµατικά ποσά, τα οποία αποδεικνύονται από νόµιµα παραστατικά στοιχεία και µε τα οποία καλύπτεται ή περιορίζεται η διαφορά που προκύπτει. Στις περιπτώσεις αυτής της παραγράφου ο φορολογούµενος φέρει το βάρος της απόδειξης. Τα ποσά αυτά ιδίως είναι:
α) Πραγµατικά εισοδήµατα τα οποία αποκτήθηκαν από τον ίδιο, τη σύζυγο του και τα πρόσωπα που τους βαρύνουν και τα οποία απαλλάσσονται από το φόρο ή φορολογούνται µε ειδικό τρόπο σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις. Αν τα εισοδήµατα αυτά αποκτήθηκαν στην αλλοδαπή, αναγνωρίζονται, εφόσον υπόκεινται σε φόρο εισοδήµατος στην Ελλάδα ή απαλλάσσονται νοµίµως από αυτόν.
β) Χρηµατικά ποσά που δε θεωρούνται εισόδηµα κατά τις ισχύουσες διατάξεις.
γ) Χρηµατικά ποσά που προέρχονται από τη διάθεση περιουσιακών στοιχείων.
δ) Εισαγωγή συναλλάγµατος, που δεν εκχωρείται υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον δικαιολογείται η απόκτηση του στην αλλοδαπή. Δεν απαιτείται η δικαιολόγηση της απόκτησης αυτού του συναλλάγµατος για τα πρόσωπα:
αα) που κατοικούν µονίµως στο εξωτερικό,
ββ) που είχαν διαµείνει τρία (3) τουλάχιστον χρόνια στην αλλοδαπή και η εισαγωγή του συναλλάγµατος γίνεται µέσα σε δύο (2) χρόνια από τη µετοικεσία τους,
γγ) που είχαν διαµείνει πέντε (5) τουλάχιστον συνεχή χρόνια στην αλλοδαπή και το επικαλούµενο ποσό συναλλάγµατος προέρχεται από καταθέσεις στο όνοµα τους η στο όνοµα του άλλου συζύγου σε τράπεζα της Ελλάδας ή σε υποκατάστηµα ελληνικής τράπεζας στο εξωτερικό κατά το χρόνο που διέµεναν στην αλλοδαπή ή από καταθέσεις τους µέσα σε ένα (1) χρόνο από τη µετοικεσία τους στην Ελλάδα χωρίς το συνάλλαγµα αυτό να έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή. Η προϋπόθεση της µη επανεξαγωγής του συναλλάγµατος δεν απαιτείται για το ποσό εκείνο του συναλλάγµατος που έχει επανεξαχθεί στην αλλοδαπή για την απόκτηση περιουσιακού στοιχείου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 41, εφόσον η δαπάνη για την απόκτηση αυτού του στοιχείου έχει ληφθεί υπόψη κατά την εφαρµογή των άρθρων 40 και 41.
ε) Δάνεια, τα οποία έχουν ληφθεί και αποδεικνύονται µε έγγραφα στοιχεία που φέρουν βέβαιη χρονολογία. Ειδικώς, όταν πρόκειται για την κάλυψη διαφοράς δαπάνης της προηγούµενης παραγράφου, κατά το ποσό που προέρχεται από δαπάνη του άρθρου 41, το ποσό του δανείου λαµβάνεται υπόψη εφόσον από το οικείο έγγραφο αποδεικνύεται ότι έχει ληφθεί πριν από την πραγµατοποίηση της σχετικής δαπάνης.
στ) Δωρεά ή γονική παροχή χρηµατικών ποσών για την οποία η οικεία φορολογική δήλωση έχει υποβληθεί µέχρι τη λήξη του έτους στο οποίο πραγµατοποιήθηκε η σχετική δαπάνη.
ζ) Ανάλωση κεφαλαίου που αποδεδειγµένα έχει φορολογηθεί κατά τα προηγούµενα έτη ή νόµιµα έχει απαλλαγεί από το φόρο. Για τον προσδιορισµό του κεφαλαίου αυτού ανά έτος, από τα πραγµατικά εισοδήµατα που έχουν φορολογηθεί ή νόµιµα απαλλαγεί από το φόρο, τα οποία προκύπτουν από συµψηφισµό των θετικών και αρνητικών στοιχείων αυτών, από τα χρηµατικά ποσά που ορίζονται στις περιπτώσεις β’, γ’, δ’, ε’ και στ’ της παραγράφου αυτής και από οποιοδήποτε άλλο ποσό το οποίο αποδεδειγµένα έχει εισπραχθεί, εκπίπτουν οι δαπάνες που προσδιορίζονται στα άρθρα 40 και 41, ανεξάρτητα αν απαλλάσσονται της εφαρµογής των άρθρων αυτών. Αν δεν υπάρχουν δαπάνες µε βάση το άρθρο 40 ή αν το ποσό τους είναι µικρότερο από τις δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ προκειµένου για άγαµο και τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ προκειµένου για συζύγους, το ποσό που πρέπει να εκπέσει προσδιορίζεται µε βάση την κοινωνική, οικονοµική και οικογενειακή κατάσταση των φορολογουµένων και τις αποδεδειγµένες δαπάνες διαβίωσής τους και σε καµιά περίπτωση δεν µπορεί να είναι κατώτερο των δύο χιλιάδων (2.000) και τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, αντίστοιχα.
Κάθε ποσό που καταβλήθηκε για την απόκτηση των εσόδων των παραπάνω περιπτώσεων τα µειώνει και η διαφορά που προκύπτει λαµβάνεται υπόψη για την κάλυψη ή τον περιορισµό της συνολικής ετήσιας δαπάνης, εκτός αν τα ποσά αυτά έχουν ληφθεί υπόψη κατά τον προσδιορισµό του εισοδήµατος του έτους που καταβλήθηκαν και ο φορολογούµενος επικαλείται ανάλωση κεφαλαίου του έτους αυτού.
Για την κάλυψη ή περιορισµό της διαφοράς που προκύπτει κατά την εφαρµογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης δεν έχουν εφαρµογή οι διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 2019/1992 (Φ.Ε.Κ. 34/Α’) για τα ποσά των πραγµατικών ή τεκµαρτών δαπανών που πραγµατοποιούνται από 1.1.1994. Χρηµατικά ποσά που έχουν ληφθεί υπόψη από τη δήλωση που, τυχόν, υποβλήθηκε κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του Ν. 2019/1992, για την κάλυψη ή τον περιορισµό διαφοράς δαπάνης, αφαιρούνται από το κεφάλαιο που σχηµατίζεται από προηγούµενα έτη, όπως αυτό προσδιορίζεται µε βάση όσα ορίζονται στα εδάφια δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αυτής της περίπτωσης.

3. Προκειµένου προσδιορισµού του εισοδήµατος µε βάση την ετήσια δαπάνη του παρόντος άρθρου, η ζηµιά του ίδιου οικονοµικού έτους ή και των προηγούµενων δεν εκπίπτει και ούτε µεταφέρεται για συµψηφισµό στα επόµενα οικονοµικά έτη.

4. Οι υπόχρεοι που δεν αναγράφουν ή ανακριβώς αναφέρουν στη δήλωση τα στοιχεία, τα σχετικά µε τις δαπάνες απόκτησης περιουσιακών στοιχείων και τον προσδιορισµό της ετήσιας συνολικής δαπάνης διαβίωσης, υπόκεινται σε πρόστιµο που ορίζεται στο άρθρο 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’). Επίσης, όσοι δεν αναγράφουν στη δήλωση τη δαπάνη αγοράς ή ανέγερσης ακινήτων υπόκεινται στις κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 10 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’).


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΚΡΑΤΗ ΜΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΜΑ ΣΤΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΤΟΜΕΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΗ ΜΕ
ΠΡΟΝΟΜΙΑΚΟ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Άρθρο 44
Ορισµοί

1. Κράτος για την εφαρµογή του παρόντος κεφαλαίου νοείται το κράτος ή η περιοχή δικαιοδοσίας ή η υπερπόντια χώρα ή το έδαφος που τελεί υπό οιοδήποτε ειδικό καθεστώς σύνδεσης ή εξάρτησης κατά την έννοια του διεθνούς δικαίου.

2. Σύµβαση διοικητικής συνδροµής, για την εφαρµογή του παρόντος Κώδικα νοείται η διεθνής σύµβαση που επιτρέπει την ανταλλαγή όλων των πληροφοριών, που είναι απαραίτητες για την εφαρµογή της φορολογικής νοµοθεσίας των Συµβαλλόµενων Μερών.

3. Νοµική οντότητα για την εφαρµογή των διατάξεων του παρόντος Κώδικα, θεωρείται κάθε νοµικό πρόσωπο, οργανισµός, υπεράκτια ή εξωχώρια εταιρεία (offshore κ.λπ.), κάθε µορφής εταιρεία ιδιωτικών επενδύσεων (privateinvestmentcompany κ.λπ.), κάθε µορφής καταπίστευµα (trust, Anstalt κ.λπ.) ή οποιοδήποτε µόρφωµα παρόµοιας φύσης, κάθε µορφής ίδρυµα (foundation, Stiftung κ.λπ.) ή οποιοδήποτε µόρφωµα παρόµοιας φύσης, κάθε µορφή προσωπικής επιχείρησης ή οποιαδήποτε οντότητα προσωπικού χαρακτήρα, κάθε µορφής κοινή επιχείρηση, κάθε µορφής εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίου ή περιουσίας ή διαθήκης ή κληρονοµίας ή κληροδοσίας ή δωρεάς, κάθε φύσης κοινοπραξία, κάθε µορφής εταιρεία αστικού δικαίου και κάθε άλλο πιθανό µόρφωµα εταιρικής οργάνωσης, ανεξαρτήτως νοµικής προσωπικότητας και κερδοσκοπικού ή µη χαρακτήρα.

4. Μη συνεργάσιµα κράτη είναι εκείνα που δεν είναι κράτη – µέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κατάστασή τους σχετικά µε τη διαφάνεια και την ανταλλαγή των πληροφοριών σε φορολογικά θέµατα έχει εξεταστεί από τον Οργανισµό Οικονοµικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.) και τα οποία:

α) δεν έχουν συνάψει µε την Ελλάδα σύµβαση διοικητικής συνδροµής στο φορολογικό τοµέα και
β) δεν έχουν υπογράψει τέτοια σύµβαση διοικητικής συνδροµής µε τουλάχιστον δώδεκα άλλα κράτη.
Οι ανωτέρω προϋποθέσεις πρέπει να συντρέχουν αθροιστικά.

5. Τα µη συνεργάσιµα κράτη καθορίζονται µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών ύστερα από τη διαπίστωση των προϋποθέσεων της προηγούµενης παραγράφου και περιλαµβάνονται σε κατάλογο που δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως. Ο κατάλογος δηµοσιεύεται τον Ιανουάριο κάθε έτους ως εξής:
α) Αφαιρούνται τα κράτη που µέχρι την ηµεροµηνία δηµοσίευσης έχουν συνάψει µε την Ελλάδα σύµβαση διοικητικής συνδροµής.
β) Προστίθενται τα κράτη που:
αα) ενώ έχουν συνάψει µε την Ελλάδα σύµβαση διοικητικής συνδροµής, οι διατάξεις της εν λόγω σύµβασης ή η εφαρµογή τους δεν επέτρεψαν στην ελληνική φορολογική διοίκηση να λάβει τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εφαρµογή των διατάξεων της φορολογικής νοµοθεσίας,
ββ) δεν έχουν συνάψει µε την Ελλάδα σύµβαση διοικητικής συνδροµής, αν και η Ελλάδα είχε προτείνει, πριν την 1η Ιανουαρίου του προηγούµενου έτους, τη σύναψη τέτοιας σύµβασης.
γ) Αφαιρούνται ή προστίθενται τα κράτη που δεν έχουν συνάψει µε την Ελλάδα σύµβαση διοικητικής συνδροµής, στα οποία η Ελλάδα δεν είχε προτείνει τη σύναψη τέτοιας σύµβασης πριν την 1η Ιανουαρίου του προηγούµενου έτους και για τα οποία το Παγκόσµιο Φόρουµ για τη Διαφάνεια και την Ανταλλαγή των πληροφοριών σε φορολογικά θέµατα που συστήθηκε µε απόφαση του Ο.Ο.Σ.Α. της 17ηςΣεπτεµβρίου 2009, θεωρεί ότι αντίστοιχα προβαίνουν ή όχι στην ανταλλαγή όλων των πληροφοριών που είναι απαραίτητες για την εφαρµογή των φορολογικών νοµοθεσιών των Συµβαλλόµενων Μερών.

6. Οι διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου σχετικά µε τα µη συνεργάσιµα κράτη εφαρµόζονται για αυτά που προστίθενται στον κατάλογο της προηγούµενης παραγράφου, από την 1ηΙανουαρίου του εποµένου της δηµοσίευσης έτους. Γι’ αυτά που αφαιρούνται από τον κατάλογο, η εφαρµογή των διατάξεων παύει από τη δηµοσίευσή του.

7. Για την εφαρµογή των διατάξεων του κεφαλαίου αυτού, το φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα θεωρείται ότι υπόκειται σε προνοµιακό φορολογικό καθεστώς στο κράτος εκτός της Ελλάδας, ακόµη και αν η κατοικία ή η καταστατική ή η πραγµατική έδρα του ή εγκατάσταση ευρίσκεται σε κράτος -µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εάν σε αυτό το κράτος:

α) δεν υπόκειται σε φορολογία ή, εάν υπόκειται, δεν φορολογείται εν τοις πράγµασι, ή
β) υπόκειται σε φόρο επί των κερδών ή των εισοδηµάτων ή του κεφαλαίου, ο οποίος είναι ίσος ή κατώτερος µε τα εξήντα εκατοστά του ισχύοντος φορολογικού συντελεστή που θα οφειλόταν σύµφωνα µε τις διατάξεις της ελληνικής φορολογικής νοµοθεσίας, εάν ήταν κάτοικος ή είχε την έδρα του ή διατηρούσε µόνιµη εγκατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 6 στην Ελλάδα. Προκειµένου να εξεταστεί αν το εκάστοτε κράτος θεωρείται ή όχι κράτος µε προνοµιακό φορολογικό καθεστώς θα πρέπει να συγκρίνεται κάθε φορά το εξήντα τοις εκατό (60%) του συντελεστή της ελληνικής φορολογικής νοµοθεσίας µε το άθροισµα των ονοµαστικών συντελεστών φορολογίας εισοδήµατος που επιβάλλονται σε επίπεδο οµοσπονδίας, πολιτείας, καντονιού, κ.ά., όπου έχει την κατοικία ή την έδρα του το φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή η νοµική οντότητα.

Άρθρο 45
Συναλλαγές µε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες µη συνεργάσιµων κρατών ή κρατών µε προνοµιακό φορολογικό καθεστώς

1.Οι δαπάνες για την αγορά αγαθών ή τη λήψη υπηρεσιών ή οι πάσης φύσεως τόκοι από απαιτήσεις οποιασδήποτε φύσης ή οι πρόσοδοι και άλλα προϊόντα οµολογιών, απαιτήσεων, καταθέσεων και εγγυήσεων ή τα δικαιώµατα που εισπράττονται ως αντάλλαγµα για τη χρήση ή το δικαίωµα χρήσης οποιουδήποτε δικαιώµατος αναπαραγωγής φιλολογικής, καλλιτεχνικής ή επιστηµονικής εργασίας (περιλαµβανοµένων κινηµατογραφικών ταινιών και ταινιών και µαγνητοταινιών για ραδιοφωνικές ή τηλεοπτικές εκποµπές), οποιασδήποτε ευρεσιτεχνίας, εµπορικού σήµατος, µυστικών βιοµηχανικών µεθόδων ή τύπων κατασκευής ή διαδικασίας παραγωγής ή για τη χρήση ή το δικαίωµα χρήσης βιοµηχανικού, εµπορικού ή επιστηµονικού εξοπλισµού ή για πληροφορίες που αφορούν σε βιοµηχανική, εµπορική ή επιστηµονική εµπειρία και κάθε παρόµοιας φύσης δικαιώµατα, τα µισθώµατα, τα µισθώµατα χρηµατοδοτικής µίσθωσης, οι πάσης φύσεως αποζηµιώσεις, οι αµοιβές διευθυντών και µελών διοικητικών συµβουλίων εταιρείας και κάθε άλλη παρόµοιας φύσης πληρωµή, καθώς και κάθε άλλη κατηγορία δαπάνης, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 18 και 41 του παρόντος, που καταβάλλονται ή οφείλονται από πρόσωπο που είναι σύµφωνα µε το άρθρο 1 του παρόντος υποκείµενο φόρου και το οποίο είναι κάτοικος ή έχει την έδρα του ή διατηρεί µόνιµη εγκατάσταση κατά την έννοια του άρθρου 3 στην Ελλάδα, προς φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, που είναι κάτοικος ή έχει την καταστατική ή πραγµατική έδρα ή είναι εγκατεστηµένος σε κράτος µη συνεργάσιµο ή σε κράτος που υπόκειται σε προνοµιακό φορολογικό καθεστώς, δεν αναγνωρίζονται ως δαπάνες που εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδά του ή από το φορολογητέο εισόδηµά τους, εκτός αν ο ενδιαφερόµενος αποδείξει ότι οι δαπάνες αυτές αφορούν πραγµατικές συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσµα τη µεταφορά κερδών ή εισοδηµάτων ή κεφαλαίου µε σκοπό τη φοροαποφυγή.
Οι δαπάνες του προηγούµενου εδαφίου δεν αναγνωρίζονται και όταν η πληρωµή διενεργείται άµεσα ή έµµεσα σε οποιασδήποτε µορφής χρηµατοπιστωτικό οργανισµό που είναι εγκατεστηµένος σε ένα από τα κράτη που περιλαµβάνονται στον κατάλογο της παραγράφου 5 του προηγούµενου άρθρου. Εξαιρετικά οι δαπάνες αγοράς αγαθών, λήψης υπηρεσιών, καθώς και κάθε άλλη κατηγορία δαπάνης η οποία προβλέπεται στο προηγούµενο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, από εταιρείες µε έδρα σε µη συνεργάσιµα κράτη ή κράτη µε προνοµιακό φορολογικό καθεστώς δεν εµπίπτουν στις ανωτέρω διατάξεις όταν καταβάλλονται σε συνδεδεµένες επιχειρήσεις τους στην αλλοδαπή, για τις οποίες προβλέπεται η τήρηση ειδικών φακέλων τεκµηρίωσης των ενδοοµιλικών συναλλαγών.

2. Οι διατάξεις των προηγούµενων παραγράφων εφαρµόζονται και για την πληρωµή τόκων δανείου στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν το δάνειο χορηγήθηκε για την αγορά µετοχών ή µεριδίων σε οποιοδήποτε νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, που έχει την καταστατική ή πραγµατική έδρα ή είναι εγκατεστηµένος σε µη συνεργάσιµο κράτος ή σε κράτος που υπόκειται σε προνοµιακό φορολογικό καθεστώς, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 44, και
β) όταν το δάνειο χορηγήθηκε από οποιοδήποτε νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, που έχει την καταστατική ή πραγµατική έδρα ή είναι εγκατεστηµένος σε µη συνεργάσιµο κράτος ή σε κράτος που υπόκειται σε προνοµιακό φορολογικό καθεστώς, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 44.
Οι ανωτέρω πληρωµές τόκων αναγνωρίζονται προς έκπτωση από τα ακαθάριστα έσοδα ή από το φορολογητέο εισόδηµα, εάν ο ενδιαφερόµενος αποδείξει ότι αυτές αφορούν πραγµατικές συναλλαγές και δεν έχουν ως αποτέλεσµα τη µεταφορά κερδών ή εισοδηµάτων ή κεφαλαίου µε σκοπό τη φοροαποφυγή.

3.Όταν αγαθά που έχει πωλήσει ελληνική επιχείρηση σε φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, ή σε αντιπρόσωπο ή υπεργολάβο αυτών, που είναι κάτοικος ή έχει την καταστατική ή πραγµατική έδρα ή είναι εγκατεστηµένος σε µη συνεργάσιµο κράτος ή σε κράτος µε προνοµιακό φορολογικό καθεστώς, όπως αυτά ορίζονται στο προηγούµενο άρθρο, χωρίς τα προϊόντα να έχουν µεταφερθεί εκτός Ελλάδος και στη συνέχεια µεταπωλούνται σε άλλη ελληνική επιχείρηση σε τιµή µεγαλύτερη από αυτή της πρώτης συναλλαγής, η επιπλέον διαφορά του τιµήµατος που προκύπτει θεωρείται ακαθάριστο έσοδο της ελληνικής πωλήτριας επιχείρησης. Επίσης, αν ελληνική επιχείρηση πωλεί σε φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, ή σε αντιπρόσωπο ή υπεργολάβο αυτών, που είναι κάτοικος ή έχει την καταστατική ή πραγµατική έδρα ή είναι εγκατεστηµένος σε µη συνεργάσιµο κράτος ή σε κράτος µε προνοµιακό φορολογικό καθεστώς, όπως αυτά ορίζονται στο προηγούµενο άρθρο, αγαθά σε τιµή µικρότερη από αυτή στην οποία πωλεί τα ίδια εµπορεύµατα σε ηµεδαπή ή αλλοδαπή επιχείρηση, η χαµηλή τιµή δεν αναγνωρίζεται και η επιπλέον διαφορά που προκύπτει προστίθεται στα ακαθάριστα έσοδα της ελληνικής επιχείρησης. Τα ανωτέρω δεν ισχύουν εάν ο ενδιαφερόµενος αποδείξει ότι οι σχετικές συναλλαγές είναι πραγµατικές και δεν έχουν ως αποτέλεσµα τη µεταφορά κερδών ή εισοδηµάτων ή κεφαλαίου µε σκοπό τη φοροαποφυγή.

4.Οι διατάξεις των προηγούµενων παραγράφων εφαρµόζονται και όταν οι σχετικές δαπάνες οφείλονται ή καταβάλλονται σε αντιπρόσωπο ή υπεργολάβο και το φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή η νοµική οντότητα που αντιπροσωπεύεται ή για λογαριασµό της οποίας ασκείται η υπεργολαβία αν συναλλασσόταν απευθείας θα υπαγόταν στις διατάξεις των προηγούµενων παραγράφων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΕΣ ΣΥΝΑΛΛΑΓΕΣ

Άρθρο 46
Διόρθωση κερδών από συναλλαγές µε ηµεδαπές και αλλοδαπές συνδεδεµένες
επιχειρήσεις

1. Όταν µεταξύ ηµεδαπών επιχειρήσεων, καθώς και όταν µεταξύ ηµεδαπής και αλλοδαπής επιχείρησης, οι οποίες συνδέονται κατά την έννοια της παραγράφου 2, πραγµατοποιούνται συναλλαγές µε οικονοµικούς όρους διαφορετικούς από εκείνους που θα είχαν συµφωνηθεί µεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τα κέρδη τα οποία, χωρίς τους όρους αυτούς, θα είχαν πραγµατοποιηθεί από την επιχείρηση,

αλλά τελικά δεν πραγµατοποιήθηκαν λόγω των διαφορετικών όρων, προσαυξάνουν τα καθαρά κέρδη της επιχείρησης ή µειώνουν τη ζηµία που προκύπτει από τα λογιστικά βιβλία της, χωρίς να θίγεται το κύρος αυτών.

2. Οι διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου εφαρµόζονται για τις επιχειρήσεις που συνδέονται µε σχέση άµεσης ή έµµεσης διοικητικής ή οικονοµικής εξάρτησης ή ελέγχου, λόγω συµµετοχής της µιας στο κεφάλαιο ή τη διοίκηση της άλλης ή λόγω συµµετοχής των ιδίων προσώπων στο κεφάλαιο ή στη διοίκηση και των δύο επιχειρήσεων.

3.Ειδικά για τις συµβάσεις δανείου που συνάπτονται µεταξύ συνδεδεµένων επιχειρήσεων δεν εκπίπτουν οι δεδουλευµένοι τόκοι που καταβάλλονται ή πιστώνονται, κατά το µέρος που το συνολικό ύψος δανείων από τις εν λόγω επιχειρήσεις υπερβαίνει κατά µέσο όρο και κατά διαχειριστική περίοδο το τριπλάσιο των ιδίων κεφαλαίων της. Στην έννοια των τόκων της παραγράφου αυτής εµπίπτουν και οι τόκοι οµολογιακών δανείων που καταβάλλονται σε συνδεδεµένες επιχειρήσεις. Στο συνολικό ύψος δανείων από συνδεδεµένες επιχειρήσεις προστίθενται και τα οµολογιακά δάνεια που εκδίδονται προς αυτές, καθώς και τα δάνεια που έχουν ληφθεί από τρίτες επιχειρήσεις για τα οποία έχει χορηγηθεί οποιασδήποτε µορφής εγγύηση από τις πιο πάνω συνδεδεµένες επιχειρήσεις. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν εφαρµόζονται για τις ανώνυµες εταιρείες χρηµατοδοτικής µίσθωσης του Ν. 1665/1986 (Φ.Ε.Κ. 183/Α’), τις εταιρείες πρακτορείας επιχειρηµατικών απαιτήσεων του Ν. 1905/1990 (Φ.Ε.Κ. 147/Α’), τις εταιρείες ειδικού σκοπού του Ν. 3156/2003 (Φ.Ε.Κ. 157/Α’) και του Ν. 3601/2007 (Φ.Ε.Κ. 178/Α’) µε έδρα στην Ελλάδα, τις εταιρείες παροχής πιστώσεων του Ν. 2937/2001 (Φ.Ε.Κ. 169/Α’), τις Ανώνυµες Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.) του Ν. 3606/2007 (Φ.Ε.Κ. 195/Α’), καθώς και για τα πιστωτικά ιδρύµατα που λειτουργούν στην Ελλάδα.

4. Τα επιπλέον κέρδη που προκύπτουν σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 1 προσαυξάνουν τα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης που προκύπτουν από τα βιβλία της, προκειµένου για τον υπολογισµό των οφειλόµενων φόρων, τελών και εισφορών στις λοιπές φορολογίες µε εξαίρεση τον φόρο προστιθέµενης αξίας εφόσον η επιχείρηση έχει δικαίωµα πλήρους έκπτωσης.

Άρθρο 47
Τεκµηρίωση τιµών ενδοοµιλικών διασυνοριακών συναλλαγών

1. Ηµεδαπές επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από τον τύπο και τη νοµική µορφή µε την οποία λειτουργούν, που συνδέονται µε αλλοδαπή επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 46, υποχρεούνται να τηρούν Φάκελο Τεκµηρίωσης τιµών των µεταξύ τους συναλλαγών, για τον έλεγχο της τήρησης της αρχής των ίσων αποστάσεων κατά την έννοια των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 46. Από την υποχρέωση του προηγούµενου εδαφίου εξαιρούνται συναλλαγές µε συνδεδεµένη επιχείρηση µέχρι διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ ετησίως. Όταν διενεργούνται συναλλαγές του ιδίου αντικειµένου µε περισσότερες της µίας συνδεδεµένες επιχειρήσεις, το όριο του προηγούµενου εδαφίου δεν µπορεί να υπερβαίνει τις εξακόσιες χιλιάδες (600.000) ευρώ αθροιστικά. Ειδικά οι αλλοδαπές εµποροβιοµηχανικές εταιρείες που έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα µε τις διατάξεις του άρθρου 1 του Α.Ν. 89/67 (Φ.Ε.Κ. 132/Α’), όπως τροποποιήθηκε µε τις διατάξεις του Ν.3427/2005 (Φ.Ε.Κ. 312/Α’) απαλλάσσονται από την υποχρέωση τεκµηρίωσης των ενδοοµιλικών συναλλαγών τους.

2. Οι διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου εφαρµόζονται ανάλογα και για τις µόνιµες εγκαταστάσεις που διατηρεί στην αλλοδαπή ελληνική επιχείρηση, καθώς και για τις µόνιµες εγκαταστάσεις αλλοδαπής επιχείρησης στην Ελλάδα, για τις συναλλαγές τους µε το κεντρικό, καθώς και µε τις συνδεδεµένες εταιρείες του κεντρικού τους στην αλλοδαπή.

3. Ο «φάκελος τεκµηρίωσης» αποτελείται από:

α) Το «βασικό φάκελο τεκµηρίωσης», ο οποίος περιέχει κοινές τυποποιηµένες πληροφορίες για όλες τις συνδεδεµένες εταιρείες και τα υποκαταστήµατα του οµίλου.
β) Τον «ελληνικό φάκελο τεκµηρίωσης», ο οποίος συµπληρώνει το «βασικό φάκελο» της περίπτωσης α’ και περιέχει πρόσθετες πληροφορίες, σχετικά µε τις ελληνικές επιχειρήσεις του οµίλου, τις µόνιµες εγκαταστάσεις της αλλοδαπής επιχείρησης στην Ελλάδα ή τις µόνιµες εγκαταστάσεις της ελληνικής επιχείρησης στην αλλοδαπή..

4. Οι επιχειρήσεις των οποίων τα ετήσια ακαθάριστα έσοδα δεν υπερβαίνουν το ποσό του ενός εκατοµµυρίου πεντακοσίων χιλιάδων (1.500.000) ευρώ, απαλλάσσονται από την υποχρέωση της παραγράφου 1.

5. Ο φάκελος τεκµηρίωσης είναι διαθέσιµος πριν την έκδοση της ετήσιας έκθεσης φορολογικής συµµόρφωσης των παραγράφων 1 έως 8 του άρθρου 81 και σε κάθε περίπτωση εντός ενενήντα (90) ηµερών από την ηµεροµηνία κλεισίµατος της διαχειριστικής περιόδου. Ο ανωτέρω φάκελος συνοδεύεται από συνοπτικό πίνακα πληροφοριών, ο οποίος υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων του Υπουργείου Οικονοµικών εντός ενενήντα (90) ηµερών από την ηµεροµηνία κλεισίµατος της διαχειριστικής περιόδου, και περιλαµβάνει πληροφορίες σχετικά µε τη λειτουργική ταυτότητα της επιχείρησης, όπως τον όµιλο στον οποίον ανήκει, τις λειτουργίες που επιτελεί και τους κινδύνους που αναλαµβάνει, καθώς και κατάλογο µε τις ενδοοµιλικές συναλλαγές προς τεκµηρίωση, οι οποίες πραγµατοποιούνται εντός της οικείας διαχειριστικής περιόδου και αναφορά της µεθόδου τεκµηρίωσης που εφαρµόζεται. Ο φάκελος τεκµηρίωσης τηρείται στην επιχείρηση και τίθεται, εντός διαστήµατος δεκαπέντε ηµερών (15) ηµερών από την κοινοποίηση σχετικού έγγραφου αιτήµατος στη διάθεση της αρµόδιας φορολογικής αρχής στα πλαίσια προσωρινού ή οριστικού ελέγχου καθώς και στη διάθεση του ελέγχου που διενεργείται στην επιχείρηση κατά την έκδοση της ετήσιας έκθεσης φορολογικής συµµόρφωσης των παραγράφων 1 έως 8 του άρθρου 81. Σε περίπτωση που στα πλαίσια του ελέγχου που διενεργείται στην επιχείρηση κατά την έκδοση της ετήσιας έκθεσης φορολογικής συµµόρφωσης των παραγράφων 1 έως 8 του άρθρου 81, ή στα πλαίσια φορολογικού ελέγχου ζητηθεί από τον έλεγχο η υποβολή του βασικού ή και του ελληνικού φακέλου τεκµηρίωσης στην Ελληνική γλώσσα η επιχείρηση υποχρεούται να τον προσκοµίσει στην Ελληνική γλώσσα εντός προθεσµίας τριάντα (30) ηµερών από την κοινοποίηση σχετικού εγγράφου αιτήµατος.

6. Ο φάκελος τεκµηρίωσης, όπως ισχύει για κάθε διαχειριστική περίοδο, τηρείται στην επιχείρηση µέχρι το χρόνο διενέργειας τακτικού ελέγχου στη φορολογία εισοδήµατος και σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής, για όλο το χρονικό διάστηµα της εκκρεµοδικίας.

7. Σε περίπτωση επιγενόµενης µεταβολής των στοιχείων του φακέλου τεκµηρίωσης, η επιχείρηση υποχρεούται να προβαίνει σε επικαιροποίησή του, µέχρι το τέλος της διαχειριστικής περιόδου εντός της οποίας µεταβάλλονται οι πιο πάνω συνθήκες. Στην περίπτωση αυτή, η επιχείρηση υποχρεούται να υποβάλλει τον συνοπτικό πίνακα που ορίζεται από την παράγραφο 5 στη Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων του Υπουργείου Οικονοµικών εντός εξήντα (60) ηµερών από την ηµεροµηνία κλεισίµατος της διαχειριστικής περιόδου εντός της οποίας πραγµατοποιήθηκε η επικαιροποίηση.

8. Όσοι λαµβάνουν γνώση του φακέλου τεκµηρίωσης του παρόντος άρθρου, υποχρεούνται να τηρούν και να διαφυλάσσουν το απόρρητο αυτού, κατά τις κείµενες διατάξεις.

9. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, η οποία δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα ειδικότερα θέµατα τα οποία είναι αναγκαία για την εφαρµογή των διατάξεων των προηγούµενων παραγράφων και ειδικότερα τα στοιχεία και οι πληροφορίες που τηρούν οι ηµεδαπές επιχειρήσεις για την τεκµηρίωση των συναλλαγών των παραγράφων 1,2, και 3, το υποχρεωτικό περιεχόµενο του «φακέλου τεκµηρίωσης» της παραγράφου 3, οι ειδικότεροι κανόνες εφαρµογής του, το περιεχόµενο του συνοπτικού πίνακα πληροφοριών, οι µέθοδοι, τρόποι και διαδικασίες προσδιορισµού των τιµών των συναλλαγών αυτών, η διαδικασία επικαιροποίησης των συγκριτικών στοιχείων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια σχετική µε την εφαρµογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

10. Στις περιπτώσεις που οι τιµές ενδοοµιλικών συναλλαγών κρίνονται µη τεκµηριωµένες προσδιορίζονται από την αρµόδια ελεγκτική αρχή σύµφωνα µε τα οριζόµενα στην παράγραφο 1 του άρθρου 46 του παρόντος, µε βάση τα διαθέσιµα στοιχεία από κάθε πηγή και λαµβάνοντας υπόψη τις διεθνώς αποδεκτές κατευθυντήριες οδηγίες του Ο.Ο.Σ.Α. περί ενδοοµιλικών τιµολογήσεων για τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και τις φορολογικές αρχές.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών ρυθµίζεται κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή της παραγράφου αυτής και ειδικότερα οι απαραίτητες ελεγκτικές επαληθεύσεις για τον προσδιορισµό των τιµών ως τεκµηριωµένων από την αρµόδια ελεγκτική αρχή.

11. Σε περίπτωση µη υποβολής του συνοπτικού πίνακα πληροφοριών ή µη διάθεσης του φακέλου τεκµηρίωσης στο πλαίσιο του ελέγχου που διενεργείται στην επιχείρηση κατά την έκδοση του ετησίου πιστοποιητικού των παραγράφων 1 έως 8 του άρθρου 81, η παράλειψη αναφέρεται στο εν λόγω ετήσιο πιστοποιητικό.


Άρθρο 48
Προέγκριση Μεθοδολογίας Ενδοοµιλικής Τιµολόγησης

1.Ηµεδαπές επιχειρήσεις που συνδέονται µε αλλοδαπή επιχείρηση κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 46, µόνιµες εγκαταστάσεις αλλοδαπής επιχείρησης στην Ελλάδα, για τις συναλλαγές τους µε το κεντρικό, καθώς και µε τις συνδεδεµένες εταιρείες του κεντρικού τους στην αλλοδαπή, καθώς και µόνιµες εγκαταστάσεις που διατηρεί στην αλλοδαπή ελληνική επιχείρηση δύνανται να υποβάλουν αίτηση προέγκρισης της µεθοδολογίας για την τιµολόγηση συγκεκριµένων µελλοντικών διασυνοριακών συναλλαγών τους µε συνδεδεµένες επιχειρήσεις. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται στη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονοµικών. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών συστήνεται Επιτροπή για τον επανέλεγχο ποσοστού δύο τοις εκατό (2%) των υποθέσεων που έχουν ήδη εξετασθεί.

2. Αντικείµενο της προέγκρισης της προηγούµενης παραγράφου αποτελεί το ενδεδειγµένο σύνολο κριτηρίων που χρησιµοποιούνται για τον καθορισµό των τιµών ενδοοµιλικών συναλλαγών κατά τη διάρκεια µιας συγκεκριµένης χρονικής περιόδου. Τα κριτήρια αυτά περιλαµβάνουν κυρίως τη χρησιµοποιούµενη µέθοδο τεκµηρίωσης, τα στοιχεία σύγκρισης ή αναφοράς και τις σχετικές προσαρµογές καθώς και τις κρίσιµες παραδοχές για τις µελλοντικές συνθήκες. Αντικείµενο της προέγκρισης µπορεί επίσης να αποτελέσει και κάθε άλλο
εξειδικευµένο ζήτηµα που αφορά την τιµολόγηση των συναλλαγών µε συνδεδεµένες επιχειρήσεις.
Δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείµενο της προέγκρισης:
α) το ονοµαστικό ποσό των τιµών συναλλαγών µε συνδεδεµένες επιχειρήσεις,
β) το ονοµαστικό ποσοστό του περιθωρίου µικτού ή καθαρού κέρδους από συναλλαγές µε συνδεδεµένες επιχειρήσεις.

3.Η αρµόδια υπηρεσία, εντός εκατόν είκοσι (120) ηµερών από την υποβολή της αίτησης προέγκρισης µεθοδολογίας ενδοοµιλικής τιµολόγησης, εκδίδει σχετική πόφαση, η οποία κοινοποιείται στην αιτούσα εταιρεία. Η διάρκεια ισχύος της απόφασης προέγκρισης δεν δύναται να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη και η χρονική ισχύς της δεν δύναται να ανατρέχει σε διαχειριστική περίοδο που έχει ολοκληρωθεί κατά τη στιγµή της υποβολής της αίτησης προέγκρισης.

4. Οι τιµές των ενδοοµιλικών συναλλαγών της επιχείρησης, τις οποίες αφορά η απόφαση προέγκρισης, θεωρούνται ότι δεν διαφέρουν από αυτές που θα είχαν συµφωνηθεί µεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων και δεν εφαρµόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 46, εφόσον τηρούνται τα οριζόµενα στην απόφαση αυτή. Η επιχείρηση υποχρεούται να περιλαµβάνει στους τηρούµενους φακέλους τεκµηρίωσης του άρθρου 47 τα στοιχεία που απαιτούνται για την παρακολούθηση και επαλήθευση της εφαρµογής της απόφασης πρόεγκρισης. Ο φορολογικός έλεγχος των συναλλαγών µε συνδεδεµένες επιχειρήσεις περιορίζεται στην επαλήθευση ότι τηρήθηκαν τα οριζόµενα στην απόφαση πρόεγκρισης και ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι κρίσιµες παραδοχές στις οποίες αυτή βασίστηκε. Πέραν των υποχρεώσεων τήρησης και διαφύλαξης στοιχείων που επιβάλλονται από άλλες διατάξεις της ισχύουσας νοµοθεσίας, η επιχείρηση υποχρεούται να διαφυλάσσει τα στοιχεία τεκµηρίωσης που αφορούν την απόφαση πρόεγκρισης καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της. Η έκδοση απόφασης πρόεγκρισης δεν εµποδίζει τη µεταγενέστερη διενέργεια της διαδικασίας αµοιβαίου διακανονισµού της εκάστοτε εφαρµοστέας διµερούς σύµβασης για την αποφυγή της διπλής φορολογίας ή της Ευρωπαϊκής Σύµβασης για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διορθώσεως των κερδών συνδεδεµένων επιχειρήσεων για τις ίδιες συναλλαγές του ίδιου φορολογουµένου. Σε µια τέτοια περίπτωση εφαρµόζονται οι διατάξεις της επόµενης παραγράφου για την αναθεώρηση της απόφασης πρόεγκρισης.

5. Η απόφασης προέγκρισης αναθεωρείται οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια ισχύος της, είτε κατόπιν αίτησης από την ενδιαφερόµενη επιχείρηση, είτε αυτεπάγγελτα από την αρµόδια υπηρεσία, στις εξής περιπτώσεις: α) εάν οι κρίσιµες παραδοχές στις οποίες βασίστηκε η απόφαση προέγκρισης αποδειχθούν εσφαλµένες, β) εάν επήλθε ουσιώδης µεταβολή των κρίσιµων παραδοχών ή συνθηκών που καθιστά αδύνατη την τήρηση των οριζοµένων στην απόφαση προέγκρισης, γ) σε περίπτωση εφαρµογής της διαδικασίας αµοιβαίου διακανονισµού της εκάστοτε εφαρµοστέας διµερούς σύµβασης για την αποφυγή της διπλής φορολογίας ή της Ευρωπαϊκής Σύµβασης για την εξάλειψη της διπλής φορολογίας σε περίπτωση διορθώσεως των κερδών συνδεδεµένων επιχειρήσεων για τις ίδιες συναλλαγές του ίδιου φορολογουµένου. Η αρµόδια υπηρεσία εκδίδει απόφαση για την αναθεώρηση της αρχικής απόφασης προέγκρισης, η οποία κοινοποιείται στην αιτούσα εταιρεία και έχει τα αποτελέσµατα που ορίζονται στην παράγραφο 4, αρχής γενοµένης από την έκδοσή της.

6. Η απόφαση προέγκρισης δύναται να ανακληθεί από την αρµόδια υπηρεσία οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια ισχύος της στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) εφόσον διαπιστωθεί ότι τα στοιχεία ή κρίσιµες παραδοχές στα οποία βασίστηκε η απόφαση προέγκρισης ήταν ανακριβή.
β) εφόσον διαπιστωθεί ότι η επιχείρηση δεν τήρησε ουσιώδεις όρους ή υποχρεώσεις που ορίζονται από την απόφαση προέγκρισης. Σε περίπτωση ανάκλησης, η απόφαση προέγκρισης θεωρείται ως ουδέποτε εκδοθείσα.

7. Η απόφαση προέγκρισης δύναται να ακυρωθεί από την αρµόδια υπηρεσία οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια ισχύος της στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) εφόσον διαπιστωθεί ότι επήλθε ουσιώδης µεταβολή των κρίσιµων παραδοχών ή συνθηκών στις οποίες βασίστηκε η απόφαση προέγκρισης.
β) εφόσον διαπιστωθεί ότι η επιχείρηση δεν τήρησε ουσιώδεις όρους ή υποχρεώσεις που ορίζονται από την απόφαση προέγκρισης.
γ) εφόσον επέλθει ουσιώδης µεταβολή των εφαρµοστέων φορολογικών διατάξεων.
Δεν επιτρέπεται η ακύρωση της απόφασης προέγκρισης, εφόσον είναι δυνατή η αναθεώρησή της σύµφωνα µε τα οριζόµενα στην παράγραφο 5. Σε περίπτωση ακύρωσης, η ισχύς της απόφασης προέγκρισης παύει από το χρονικό
σηµείο που ορίζεται µε την απόφαση ακύρωσης.

8.Ύστερα από αίτηση της ενδιαφερόµενης επιχείρησης, η οποία υποβάλλεται το αργότερο µέχρι τη λήξη της ισχύος της απόφασης πρόεγκρισης µεθοδολογίας ενδοοµιλικής τιµολόγησης, δύναται να ανανεώνεται η ισχύς της απόφασης πρόεγκρισης χωρίς αλλαγή των όρων της. Απαραίτητη προϋπόθεση για την έγκριση της αίτησης ανανέωσης είναι να αποδειχθεί ότι δεν επήλθε ουσιώδης µεταβολή των στοιχείων στα οποία βασίστηκε η απόφαση πρόεγκρισης. Η αρµόδια υπηρεσία εκδίδει απόφαση επί της αίτησης ανανέωσης, η οποία κοινοποιείται στην αιτούσα εταιρεία. Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση, η απόφαση ανανέωσης έχει τα αποτελέσµατα που ορίζονται στην παράγραφο 4. Η διάρκεια ισχύος της απόφασης ανανέωσης δεν δύναται κάθε φορά να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.

9. Κατά των αποφάσεων της αρµόδιας υπηρεσίας µπορεί να ασκηθεί προσφυγή, η οποία εκδικάζεται σε πρώτο και τελευταίο βαθµό από το αρµόδιο Διοικητικό Εφετείο, ή αίτηση διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρα 31 έως 35 του Ν. 3943/2011.

10.Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών ορίζονται η έναρξη εφαρµογής και τα ειδικότερα θέµατα τα οποία είναι αναγκαία για την εφαρµογή των διατάξεων των προηγούµενων παραγράφων και ειδικότερα η διαδικασία για την πρόεγκριση µεθοδολογίας ενδοοµιλικής τιµολόγησης, την αναθεώρηση , την ανανέωσή της και την ανάκλησή της, το ειδικότερο περιεχόµενο της αίτησης πρόεγκρισης και της αίτησης ανανέωσης, τα σχετικά παράβολα, η διαδικασία συνεννόησης µε τις αρµόδιες αρχές άλλων εµπλεκοµένων κρατών, ο τύπος και το περιεχόµενο των αποφάσεων της αρµόδιας υπηρεσίας.

ΤΜΗΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΦΟΡΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ ΦΟΡΟΥ

Άρθρο 49
Προκαταβολή φόρου εισοδήµατος φυσικών προσώπων

1.Με βάση τη δήλωση του άρθρου 57 και τους λοιπούς τίτλους βεβαίωσης του άρθρου 85βεβαιώνεται ποσό ίσο µε το πενήντα πέντε τοις εκατό (55%) του φόρου που προκύπτει από τους βεβαιωτικούς αυτούς τίτλους για το φόρο που αναλογεί στο εισόδηµα του διανυόµενου οικονοµικού έτους. Αν στους βεβαιωτικούς αυτούς τίτλους περιλαµβάνονται και εισοδήµατα για τα οποία ο φόρος παρακρατείται στην πηγή ή καταβάλλεται κατά τις διατάξεις των επόµενων παραγράφων, ο φόρος που παρακρατήθηκε ή καταβλήθηκε για τα εισοδήµατα αυτά εκπίπτει από το φόρο που πρέπει να βεβαιωθεί κατά το προηγούµενο εδάφιο. Αν το εισόδηµα µε βάση το οποίο ενεργείται η βεβαίωση του φόρου προσδιορίζεται κατά τρόπο τεκµαρτό, ο φόρος που αναλογεί στο τεκµαρτό αυτό εισόδηµα λαµβάνεται υπόψη για τον προσδιορισµό του ποσού που πρέπει να βεβαιωθεί κατά το άρθρο αυτό. Όταν υποβάλλεται δήλωση για πρώτη φορά το προς βεβαίωση ποσό της παραγράφου αυτής περιορίζεται στο µισό. Για την καταβολή του φόρου της βεβαίωσης αυτής εφαρµόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 63.

2.Οι διατάξεις του πρώτου και τετάρτου εδαφίου της προηγούµενης παραγράφου δεν εφαρµόζονται:
α) Όταν το ποσό που πρέπει να βεβαιωθεί δεν υπερβαίνει τα τριάντα (30) ευρώ,
β) Όταν στους βεβαιωτικούς τίτλους περιλαµβάνονται µόνο εισοδήµατα από µισθωτές υπηρεσίες γενικά.

3.Αν δεν υποβληθεί δήλωση, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας προβαίνει στη βεβαίωση του προκαταβλητέου ποσού φόρου, µε βάση την υπάρχουσα εγγραφή για το εγγύτερο, πριν από την παράλειψη υποβολής της δήλωσης οικονοµικό έτος, εφόσον διαπιστώνεται ότι ο υπόχρεος εξακολουθεί να αποκτά το εισόδηµα.

4. Επί των δικηγορικών αµοιβών :
α) Οφείλεται προκαταβολή φόρου 15% µε την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 54. Ο τρόπος, η διαδικασία, ο χρόνος και κάθε άλλη αναγκαία λεπτοµέρεια υπολογισµού και απόδοσης του φόρου αυτού καθορίζεται µε την απόφαση που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της περίπτωσης ζ’ της παρούσας παραγράφου. Δεν υπολογίζεται προκαταβλητέος φόρος επί των αµοιβών για παραστάσεις, καθώς και για κάθε άλλη νοµική υπηρεσία που παρέχουν δικηγόροι οι οποίοι συνδέονται µε τον εντολέα τους µε σύµβαση έµµισθης εντολής και αµείβονται µε πάγια αντιµισθία.
β) Οµοίως, δεν υπολογίζεται και δεν αποδίδεται προκαταβλητέος φόρος στις περιπτώσεις που ενεργείται παρακράτηση φόρου, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 54.
γ) Κάθε δικηγορικός σύλλογος ή ταµείο συνεργασίας ή διανεµητικός λογαριασµός οποιασδήποτε νοµικής µορφής υποχρεούται να παρακρατεί φόρο εισοδήµατος µε συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί οποιουδήποτε ποσού καταβάλλει ως µέρισµα σε δικηγόρο.
δ) Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών, καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

5.Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών µπορεί:
α)Να ορίζεται, όπως για εισόδηµα από εµπορία καπνού σε φύλλα αντί για την προκαταβολή σε ποσό ίσο µε το µισό του φόρου που αναλογεί στο εισόδηµα του προηγούµενου οικονοµικού έτους, προκαταβάλλεται για το φόρο του εισοδήµατος του οικονοµικού έτους που έχει αρχίσει, πριν από την έκδοση από τον αρµόδιο προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας της άδειας µεταφοράς ή µεταβίβασης του καπνού, ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) στην αξία του τιµολογίου των εξαγόµενων στην αλλοδαπή και ένα τοις εκατό (1%) στα πωλούµενα στο εσωτερικό καπνά σε φύλλα.
β)Να ορίζεται, όπως η προκαταβολή υπολογίζεται µε άλλο τρόπο, καθώς και κάθε άλλη λεπτοµέρεια αναγκαία για την εφαρµογή του άρθρου αυτού.

Άρθρο 50
Προκαταβολή φόρου εισοδήµατος νοµικών προσώπων

1. Με βάση την οριστική δήλωση του νοµικού προσώπου ή τον οριστικό τίτλο, ο προϊστάµενος της αρµόδιας δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας βεβαιώνει ποσό ίσο µε το ογδόντα τοις εκατό (80%) του φόρου που αναλογεί στα εισοδήµατα της διαχειριστικής περιόδου ή του ηµερολογιακού έτους, κατά περίπτωση, που έληξε. Το ως άνω ποσοστό αυξάνεται σε εκατό τοις εκατό (100%) ειδικά για τις τραπεζικές ηµεδαπές ανώνυµες εταιρείες και τα υποκαταστήµατα αλλοδαπών τραπεζών που λειτουργούν νόµιµα στην Ελλάδα. Ειδικά για τα νοµικά πρόσωπα της παραγράφου 5 του άρθρου 1, το ως άνω ποσοστό ορίζεται σε πενήντα πέντε τοις εκατό (55%).
Τα ανωτέρω ποσοστά µειώνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) για τα νέα νοµικά πρόσωπα κατά τα τρία (3) πρώτα οικονοµικά έτη από τη δήλωση έναρξης εργασιών τους, που προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 36 του Ν. 2859/2000 (Φ.Ε.Κ. 248/Α’).
Η µείωση αυτή δεν εφαρµόζεται για τα νοµικά πρόσωπα που προέρχονται από µετατροπή ή συγχώνευση άλλων επιχειρήσεων µε βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόµου. Επίσης η µείωση αυτή δεν εφαρµόζεται για τα νοµικά πρόσωπα που κάνουν έναρξη δραστηριότητας µετά από εικονική λύση ή διακοπή άλλης επιχείρησης. Ως εικονική θεωρείται η λύση εταιρείας ή η διακοπή ατοµικής επιχείρησης, όταν, µετά τη λύση ή διακοπή, στην ίδια επαγγελµατική εγκατάσταση συνεχίζεται η ίδια δραστηριότητα από νέα εταιρεία µε άλλη µορφή αλλά τους ίδιους εταίρους ή εταιρεία στην οποία συµµετέχει το φυσικό πρόσωπο που είχε την ατοµική επιχείρηση.

Η βεβαίωση αυτή γίνεται έναντι του φόρου που αναλογεί στο εισόδηµα της διανυόµενης διαχειριστικής περιόδου ή του ηµερολογιακού έτους κατά περίπτωση. Όταν δεν υπάρχει δήλωση ή οριστικός τίτλος, ο καταβλητέος φόρος υπολογίζεται µε βάση το φόρο που προκύπτει από στοιχεία του εγγύτερου οικονοµικού έτους.

2. Οι διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου εφαρµόζονται και επί των προσωρινών δηλώσεων που υποβάλλουν, σύµφωνα µε τις διατάξεις της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 59, τα νοµικά πρόσωπα που έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση.

3. Από το ποσό που βεβαιώνεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου αυτού εκπίπτει ο φόρος που παρακρατείται µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 27, της παραγράφου 1 του άρθρου 29 καθώς και ο φόρος που καταβάλλεται µε βάση τις διατάξεις των άρθρων 35, 37 και 39.

4. Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του προηγούµενου άρθρου εφαρµόζονται και στα νοµικά πρόσωπα του άρθρου 1. Αν το προκαταβλητέο ποσό φόρου εισοδήµατος που υπολογίζεται µε βάση τις διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι µικρότερο της προκαταβολής φόρου που οφείλεται µε βάση τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2, η διαφορά που προκύπτει βεβαιώνεται στο όνοµα του νοµικού προσώπου ως προκαταβολή φόρου.

5. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν έχουν εφαρµογή:

α) για τις ηµεδαπές εταιρείες περιορισµένης ευθύνης ή ανώνυµες εταιρείες που µετατρέπονται ή συγχωνεύονται, σε ηµεδαπή ανώνυµη εταιρεία ή εταιρεία περιορισµένης ευθύνης, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Ν.Δ.1297/1972 (Φ.Ε.Κ. 217/Α’),
β) για τις ηµεδαπές εταιρείες περιορισµένης ευθύνης ή ανώνυµες εταιρείες, καθώς και τα εγκατεστηµένα στη χώρα µας υποκαταστήµατα αλλοδαπών εταιρειών, που µετασχηµατίζονται σε άλλες εταιρείες, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 6 του Ν. 2166/1993 (Φ.Ε.Κ. 137/Α’),
γ) για τις ηµεδαπές ανώνυµες εταιρείες που συγχωνεύονται σε ανώνυµη εταιρεία ή διασπώνται, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 68, 80 και 81, κατά περίπτωση, του Κ.Ν. 2190/1920 (Φ.Ε.Κ. 37/Α’),
δ) για τις ηµεδαπές εταιρείες περιορισµένης ευθύνης που συγχωνεύονται σε εταιρεία περιορισµένης ευθύνης, σύµφωνα µε το άρθρο 54 του Ν. 3190/1955 (Φ.Ε.Κ. 91/Α’),
ε) για τα πιστωτικά ιδρύµατα που µετασχηµατίζονται, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 2515/ 1997 (Φ.Ε.Κ. 154/Α’),
στ) για τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις που συγχωνεύονται σε νέα ή υφιστάµενη αγροτική συνεταιριστική οργάνωση, καθώς και τις δευτεροβάθµιες ή τριτοβάθµιες αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις που µετατρέπονται σε ανώνυµη εταιρεία ή εταιρεία περιορισµένης ευθύνης, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 2810/2000 (Φ.Ε.Κ. 61/Α’),
ζ) για τα νοµικά πρόσωπα της παραγράφου 4 του άρθρου 1 που µετασχηµατίζονται, σύµφωνα µε ειδικές διατάξεις νόµου, σε άλλο νοµικό πρόσωπο που εµπίπτει στις διατάξεις της ίδιας παραγράφου,
η) για τα διανεµόµενα ή κεφαλαιοποιούµενα κέρδη ανωνύµων εταιρειών, που απαλλάσσονται του φόρου εισοδήµατος, βάσει ειδικών διατάξεων νόµων, καθώς και επί των εισοδηµάτων που ορίζονται από την παράγραφο 19 του άρθρου 18.
θ) Για τα πρόσωπα των περιπτώσεων ζ’ και η’ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 που µετατρέπονται ή συγχωνεύονται, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Ν.Δ.1297/1972
(Φ.Ε.Κ. 217/Α’) ή του Ν. 2166/1993 (Φ.Ε.Κ. 137/Α’), σε ανώνυµη εταιρεία ή εταιρεία περιορισµένης ευθύνης ή ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία.

Άρθρο 51
Μείωση του προκαταβλητέου φόρου

1.Στις περιπτώσεις εφαρµογής της παραγράφου 1 του άρθρου49 και της παραγράφου 1 του άρθρου 50, αν τυχόν µειωθεί το εισόδηµα κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και πάνω, ο φορολογούµενος δικαιούται να ζητήσει µε αίτησή του τη µείωση του φόρου που βεβαιώθηκε κατά τις διατάξεις του προηγούµενου άρθρου. Η αίτηση υποβάλλεται µέχρι το τέλος του µήνα Σεπτεµβρίου του οικονοµικού έτους στο οποίο έγινε η βεβαίωση και αφορά το ποσά του φόρου για τις δόσεις που δεν έγιναν ληξιπρόθεσµες κατά το χρόνο της υποβολής της αίτησης. Ειδικά για τα νοµικά πρόσωπα η εννεάµηνη προθεσµία για την υποβολή της αίτησης µείωσης του προκαταβλητέου ποσού φόρου αρχίζει από την ηµέρα έναρξης της νέας διαχειριστικής περιόδου ή του ηµερολογιακού έτους κατά περίπτωση.
Κατά την εκτίµηση της µείωσης του εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα, λαµβάνονται ενδεικτικά υπόψη:
α)Το ποσό των ακαθάριστων εσόδων της επιχείρησης στην τρέχουσα διαχειριστική περίοδο, συγκρινόµενο µε τα ακαθάριστα έσοδα της αντίστοιχης περιόδου του προηγούµενου διαχειριστικού έτους.
β)Το ποσοστό των δαπανών και εξόδων διαχείρισης επί των ακαθάριστων εσόδων της τρέχουσας διαχειριστικής περιόδου σε σύγκριση µε το αντίστοιχο ποσοστό της προηγούµενης διαχειριστικής περιόδου.
γ) Οι ουσιώδεις µεταβολές που τυχόν επήλθαν στους παράγοντες διαµόρφωσης του µικτού κέρδους της επιχείρησης κατά την τρέχουσα διαχειριστική περίοδο σε σχέση µε την προηγούµενη.
δ) Κάθε άλλο στοιχείο από το οποίο πολύ πιθανολογείται µείωση του κέρδους της τρέχουσας χρήσης.

2. Ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας προβαίνει στην επαλήθευση της αίτησης που του υποβλήθηκε και υποχρεούται, µέσα σε προθεσµία τριών (3) µηνών από την υποβολή της, να ανακοινώσει στο φορολογούµενο τα αποτελέσµατα του ελέγχου. Αν διαπιστώσει ότι το εισόδηµα µειώθηκε πραγµατικά κατά το ποσοστό της προηγούµενης παραγράφου, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας προβαίνει στην έκπτωση ανάλογου, µε τη µείωση που επήλθε, ποσού φόρου από τις επόµενες δόσεις που οφείλονται.

3. Αν περάσει άπρακτη η προθεσµία της προηγούµενης παραγράφου, ο φορολογούµενος δικαιούται όπως τις από τη λήξη της προθεσµίας και µετά απαιτητές δόσεις του φόρου, καταβάλλει µειωµένες κατά το ποσοστό της µείωσης των εισοδηµάτων του, όπως αυτό αναφέρεται στην αίτησή του που υπέβαλε για το σκοπό αυτόν, µε επιφύλαξη να καταβάλει τον τυχόν επιπλέον οφειλόµενο φόρο κατά τον έλεγχο της δήλωσης και την οριστική εκκαθάριση του.

4. Αν γίνει νέα εκκαθάριση λόγω υποβολής τροποποιητικής δήλωσης, εφόσον µειωθεί ο φόρος µειώνεται αναλόγως και η προκαταβολή του φόρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ΠΑΡΑΚΡΑΤΗΣΗ ΦΟΡΟΥ
Άρθρο 52
Υποχρέωση παρακράτησης φόρου

1. Οι ηµεδαπές ανώνυµες εταιρείες που κεφαλαιοποιούν ή διανέµουν κέρδη µε τη µορφή µερισµάτων, προµερισµάτων, αµοιβών και ποσοστών, εκτός µισθού, στα µέλη του διοικητικού συµβουλίου και στους διευθυντές, καθώς και αµοιβών στο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό, προβαίνουν σε παρακράτηση φόρου, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 55. Τα οριζόµενα στο προηγούµενο εδάφιο ισχύουν και για τους συνεταιρισµούς, τις ηµεδαπές εταιρείες περιορισµένης ευθύνης και τις ιδιωτικές κεφαλαιουχικές εταιρείες, για τα κέρδη τα οποία κεφαλαιοποιούν ή διανέµουν σε φυσικά πρόσωπα, ηµεδαπά ή αλλοδαπά, ενώσεις προσώπων ή οµάδες περιουσίας.

2. Οι διατάξεις του άρθρου 55 εφαρµόζονται ανάλογα και όταν ο καταβάλλων το εισόδηµα ή δικαιούχος αυτού είναι νοµικό πρόσωπο ή επιχείρηση από τα αναφερόµενα στο άρθρο 1 του παρόντος. Εξαιρετικά, αν ο δικαιούχος του εισοδήµατος από εκµετάλλευση κεφαλαίου, εκτός µερισµάτων και τόκων από µετοχές και ιδρυτικούς τίτλους, που προέρχονται από τα διανεµόµενα κέρδη ηµεδαπής ανώνυµης εταιρείας, είναι πρόσωπο από τα αναφερόµενα στην περίπτωση δ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 1, το οποίο όµως δεν έχει µόνιµη εγκατάσταση στην Ελλάδα, ενεργείται παρακράτηση φόρου µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 55.

3. Στους τόκους που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή και τους οποίους καταβάλλει ηµεδαπή ανώνυµη εταιρεία ή µόνιµη εγκατάσταση στην Ελλάδα εταιρείας κράτους -µέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε συνδεδεµένη εταιρεία άλλου κράτους -µέλους ή σε µόνιµη εγκατάσταση συνδεδεµένης εταιρείας κράτους -µέλους ευρισκόµενη σε άλλο κράτος -µέλος, δεν ενεργείται παρακράτηση φόρου εισοδήµατος. Ως τόκοι νοούνται τα εισοδήµατα από πάσης φύσεως απαιτήσεις, ασφαλισµένες ή µη µε υποθήκη και παρέχουσες ή µη δικαίωµα συµµετοχής στα κέρδη του οφειλέτη και ιδίως εισοδήµατα από τίτλους, οµολογίες ή χρεόγραφα, συµπεριλαµβανοµένων ενδεχόµενων πρόσθετων ωφεληµάτων και ανταµοιβών που απορρέουν από τίτλους, οµολογίες ή άλλα χρεόγραφα. Για την εφαρµογή των αναφερόµενων στην παράγραφο αυτή διατάξεων, µία εταιρεία θεωρείται «συνδεδεµένη» µε άλλη εταιρεία εφόσον τουλάχιστον η πρώτη εταιρεία κατέχει άµεσα ελάχιστη συµµετοχή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) στο µετοχικό κεφάλαιο της δεύτερης εταιρείας ή η δεύτερη εταιρεία κατέχει άµεσα ελάχιστη συµµετοχή µε το ίδιο πιο πάνω ποσοστό στο µετοχικό κεφάλαιο της πρώτης εταιρείας ή µία τρίτη εταιρεία κατέχει άµεσα ελάχιστη συµµετοχή µε το ίδιο πιο πάνω ποσοστό στο µετοχικό κεφάλαιο τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης εταιρείας, και υπό τον όρο ότι σε όλες τις αναφερόµενες πιο πάνω περιπτώσεις η συµµετοχή κατέχεται χωρίς διακοπή για δύο έτη. Η απαλλαγή από την παρακράτηση παρέχεται µε την προϋπόθεση ότι ο δικαιούχος των τόκων δέχεται τις πληρωµές για δικό του λογαριασµό και όχι µε την ιδιότητα του αντιπροσώπου και εφόσον προσκοµίσει σχετική βεβαίωση που ισχύει για δύο έτη από την ηµεροµηνία χορήγησης της. Η βεβαίωση αυτή πρέπει να περιλαµβάνει τα ακόλουθα στοιχεία του δικαιούχου:

α) ότι έχει την έδρα της πραγµατικής διοίκησης του σε ένα συγκεκριµένο κράτος ­µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
β) ότι υπόκειται στο πιο πάνω κράτος -µέλος που έχει την έδρα του σε φόρο εισοδήµατος χωρίς να τυγχάνει απαλλαγής από αυτόν,
γ) ότι κατέχει την πιο πάνω αναφερόµενη συµµετοχή χωρίς διακοπή τουλάχιστον για δύο έτη,
δ) ότι το εισόδηµα από τους τόκους που αποκτά, σε περίπτωση που αυτός είναι µόνιµη εγκατάσταση άλλης εταιρείας, υπόκειται σε φόρο εισοδήµατος στο κράτος ­µέλος όπου έχει τη µόνιµη εγκατάσταση και ότι η εταιρεία της οποίας αποτελεί µόνιµη εγκατάσταση πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α’, β’, γ’ και ε’ της παραγράφου αυτής,
ε) ότι έχει µία από τις µορφές που ορίζονται µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών σύµφωνα µε το Παράρτηµα της Οδηγίας 2003/49/ΕΚ (L.157/49). Με την ίδια απόφαση θα καθοριστούν ο τρόπος και τα απαιτούµενα δικαιολογητικά για την εφαρµογή των αναφερόµενων στο άρθρο αυτό. Εξαιρετικά, κατά τη διάρκεια µεταβατικής περιόδου οκτώ ετών που αρχίζει από την 1ηΙουλίου 2005, κατά την καταβολή των αναφερόµενων πιο πάνω τόκων, θα ενεργείται παρακράτηση φόρου εισοδήµατος µε συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) κατά τα πρώτα τέσσερα έτη και πέντε τοις εκατό (5%) κατά τα τελευταία τέσσερα έτη, εκτός εάν από την οικεία διµερή σύµβαση για την αποφυγή διπλής φορολογίας εισοδήµατος προβλέπεται ευνοϊκότερη φορολογική µεταχείριση. Η παρακράτηση του φόρου ενεργείται από τον χρεώστη κατά την καταβολή των τόκων ή την εγγραφή τους στα βιβλία σε πίστωση του αλλοδαπού δικαιούχου και αποδίδεται εφάπαξ µε την υποβολή δήλωσης µέσα στο πρώτο δεκαπενθήµερο του επόµενου από την παρακράτηση του φόρου µήνα. Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του αλλοδαπού δικαιούχου. Οι διατάξεις των προηγούµενων εδαφίων δεν έχουν εφαρµογή για τόκους από προνοµιούχες µετοχές και ιδρυτικούς τίτλους, για τόκους υπερηµερίας, καθώς και για τόκους που αποτελούν έµµεση διανοµή κερδών. Μέχρι την έναρξη της µεταβατικής περιόδου που αναφέρεται πιο πάνω, κατά την καταβολή των υπόψη τόκων, θα ενεργείται παρακράτηση φόρου εισοδήµατος σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις των διµερών συµβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας ή της εσωτερικής νοµοθεσίας, κατά περίπτωση.

4. Με την καταβολή του οριζόµενου στην παράγραφο 3 του άρθρου 39 του Ν. 3371/2005 (Φ.Ε.Κ. 178/Α’) φόρου, τα διανεµόµενα µερίσµατα στους µετόχους της εταιρείας επενδύσεων χαρτοφυλακίου απαλλάσσονται από το φόρο εισοδήµατος.

5. Οι διατάξεις των παραγράφων 6 του άρθρου 15, 12 του άρθρου 21 και 3 του άρθρου 31 εφαρµόζονται ανάλογα και όταν ο καταβάλλων το εισόδηµα είναι νοµικό πρόσωπο των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 1.

Άρθρο 53
Παρακράτηση φόρου στο εισόδηµα από µισθωτή εργασία

1. Στο εισόδηµα από µισθωτές υπηρεσίες ο φόρος παρακρατείται από εκείνον, που απασχολεί κατά σύστηµα έµµισθο ή ηµεροµίσθιο προσωπικό είτε καταβάλλει συντάξεις, επιχορηγήσεις και κάθε άλλη παροχή. Η παρακράτηση ενεργείται κατά την καταβολή και ο φόρος υπολογίζεται ως εξής:
α) Με βάση την κλίµακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15, στους αµειβόµενους µε µηνιαίο µισθό, τους συνταξιούχους και τους αµειβόµενους µε ηµεροµίσθιο, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες µε σχέση µίσθωσης εργασίας πάνω από ένα έτος στον ίδιο εργοδότη ή µε σχέση µίσθωσης εργασίας αορίστου, µετά από προηγούµενη αναγωγή του µισθού ή της σύνταξης ή του ηµεροµισθίου ή της αµοιβής που ορίζεται µε άλλη βάση, σε ετήσιο καθαρό εισόδηµα. Ειδικά για τους παραπάνω υπόχρεους που αµείβονται µε την έκδοση τιµολογίου ή απόδειξης παρακρατείται φόρος είκοσι τοις εκατό (20%).
β) Στους αµειβόµενους µε ηµεροµίσθιο, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες ορισµένου χρόνου αλλά διάρκειας µικρότερης από ένα έτος, µε συντελεστή στο ακαθάριστο ποσό του ηµεροµισθίου, ο οποίος ορίζεται σε τρία τοις εκατό (3%) για ηµεροµίσθιο πάνω από εικοσιτέσσερα (24) ευρώ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, µπορεί για τους αµειβόµενους µε ηµεροµίσθιο, να µεταβάλλονται ο συντελεστής του παρακρατούµενου φόρου και το ποσό του ηµεροµισθίου.
γ) Στις καθαρές αµοιβές για υπερωριακή εργασία, επιχορηγήσεις, επιδόµατα και σε κάθε άλλου είδους πρόσθετες αµοιβές ή παροχές, οι οποίες καταβάλλονται τακτικά ή έκτακτα και δεν συνεντέλλονται µε τις τακτικές αποδοχές, µε συντελεστή, ο οποίος ορίζεται σε είκοσι τοις εκατό (20%). Ειδικά σε περίπτωση πολλαπλής απασχόλησης των ωροµίσθιων καθηγητών κάθε ειδικότητας, από τους εργοδότες εκτός από εκείνον που καταβάλλει τις µεγαλύτερες αποδοχές, µηνιαίως, µε συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%).
δ) Στα εισοδήµατα που καταβάλλονται αναδροµικά, όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 12, µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καταβαλλόµενο ποσό, ανεξάρτητα από το έτος στο οποίο ανάγονται για να φορολογηθούν τα εισοδήµατα αυτά.
ε) Στο καθαρό ποσό των συντάξεων ή άλλων παροχών παρόµοιας φύσης, που καταβάλλονται από ταµεία επικουρικά, µετοχικά, αρωγής ή αλληλοβοήθειας και δεν εµπίπτουν στις διατάξεις της περίπτωσης α’, ο φόρος υπολογίζεται ως εξής:
αα) Με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%), αν το καθαρό ποσό της παροχής δεν υπερβαίνει τα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ ετησίως.
ββ) Με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), αν το καθαρό ποσό της παροχής υπερβαίνει ετησίως τα δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ και µέχρι τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια (4.500) ευρώ.
γγ) Με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%), αν το καθαρό ποσό της
παροχής υπερβαίνει τα τέσσερις χιλιάδες πεντακόσια (4.500) ευρώ ετησίως.
Ο φόρος που παρακρατείται σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου αυτής µειώνεται κατά ποσοστό ενάµισι τοις εκατό (1,5%) κατά την παρακράτηση του.

2. Για την εφαρµογή των πιο πάνω διατάξεων ισχύουν, κατά περίπτωση και οι διατάξεις του άρθρου 10, καθώς και του άρθρου 60.

3. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών, καθορίζονται λεπτοµερέστερα ο τρόπος παρακράτησης και ιδιαίτερα ο τρόπος αναγωγής των αµοιβών σε ετήσιο εισόδηµα, ο υπολογισµός του φόρου σε περίπτωση που ο µισθωτός ή ο συνταξιούχος εισπράττει µισθούς, ηµεροµίσθια, πρόσθετες αµοιβές ή αποζηµιώσεις ή συντάξεις ή µερίσµατα και λοιπά βοηθήµατα ή οποιαδήποτε παροχή από περισσότερους από έναν εργοδότες ή φορείς και γενικά ρυθµίζεται κάθε άλλο σχετικό θέµα που αφορά την εφαρµογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.

Άρθρο 54
Παρακράτηση φόρου στο εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα

1. Στο εισόδηµα από επιχειρηµατική δραστηριότητα η παρακράτηση του φόρου ενεργείται ως εξής:

α) Στα εισοδήµατα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 16 µε συντελεστή τριάντα τρία τοις εκατό (33%).
Ο συντελεστής παρακράτησης εφαρµόζεται στο ποσό που προκύπτει µετά την αφαίρεση των ασφαλιστικών εισφορών που καταβάλλονται και των αναλογούντων τελών χαρτοσήµου. Ο φόρος παρακρατείται από το πρόσωπο της παραγράφου 4 του άρθρου 1κατά την καταβολή των µισθών και για την απόδοσή του εφαρµόζονται ανάλογα οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 60. Με την παρακράτηση του πιο πάνω φόρου εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για τους µισθούς που λαµβάνουν.

β) Στα εισοδήµατα εργοληπτών κατασκευής κάθε είδους τεχνικών έργων και ενοικιαστών δηµόσιων, δηµοτικών, κοινοτικών ή λιµενικών προσόδων µε συντελεστή τρία τοις εκατό (3%) που υπολογίζεται στην αξία του κατασκευαζόµενου έργου ή του µισθώµατος. Υπόχρεος σε παρακράτηση ορίζεται το Δηµόσιο γενικά και κάθε φυσικό ή νοµικό πρόσωπο που ενεργεί εκκαθάριση ή καταβολή για τις περιπτώσεις αυτές. Αν για οποιονδήποτε λόγο δεν παρακρατήθηκε ο φόρος, τότε αυτός αποδίδεται µε δήλωση του δικαιούχου της αµοιβής κατά τα οριζόµενα στο άρθρο 61.

γ) Στα εισοδήµατα αντιπροσώπων, πρακτόρων, µεσιτών κ.λπ. από αµοιβές ή προµήθειες για τη σύναψη σύµβασης προµήθειας από αλλοδαπά εργοστάσια ή αλλοδαπούς οίκους οποιασδήποτε φύσης υλικού, µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) που υπολογίζεται στο ποσό της αµοιβής ή της προµήθειας τους. Το Δηµόσιο, τα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου και οι τράπεζες υποχρεούνται να παρακρατούν το φόρο κατά την εκκαθάριση ή καταβολή των αµοιβών ή προµηθειών. Σε περίπτωση που η αµοιβή ή προµήθεια αποστέλλεται µε έµβασµα ή επιταγή απευθείας στο όνοµα του αντιπροσώπου, προκειµένου να διενεργηθεί η πιο πάνω παρακράτηση από τις τράπεζες, ο αντιπρόσωπος οφείλει να υποβάλλει σχετική δήλωση σε αυτές µε την οποία να γνωρίζει ότι το ποσό του εµβάσµατος ή της επιταγής αποτελεί ή όχι προµήθεια. Ειδικά αν η προµήθεια αντιπροσώπου κατατίθεται από τον ξένο οίκο σε τραπεζικό λογαριασµό του στην αλλοδαπή, τότε ο φόρος αυτός αποδίδεται µε δήλωση του δικαιούχου της αµοιβής κατά τα οριζόµενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 61 µέσα στο πρώτο δεκαπενθήµερο του επόµενου µήνα από την έκδοση του σχετικού παραστατικού στοιχείου.

δ) Δηµόσιες υπηρεσίες, οργανισµοί τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου, κοινωφελή ιδρύµατα, οργανισµοί και επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, δηµόσιες επιχειρήσεις, τράπεζες και πιστωτικά ιδρύµατα ή πιστωτικοί οργανισµοί, συνεταιρισµοί και ενώσεις τους, σύλλογοι γενικά και ενώσεις προσώπων ανεξάρτητα από το σκοπό τους, καθώς και επιχειρήσεις και ελεύθεροι επαγγελµατίες, που τηρούν απλογραφικά ή διπλογραφικά βιβλία, όταν για την επαγγελµατική τους εξυπηρέτηση ή για την εκτέλεση του σκοπού τους καταβάλλουν σε τρίτους αµοιβές για οποιουδήποτε είδους παρεχόµενη υπηρεσία µε αποδείξεις δαπανών παρακρατούν φόρο είκοσι τοις εκατό (20%). Δεν παρακρατείται ο φόρος του προηγουµένου εδαφίου αν οι αµοιβές καταβάλλονταιστο Δηµόσιο, τα ηµεδαπά ή αλλοδαπά νοµικά πρόσωπα ή επιτροπές ή ενώσεις προσώπων µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, αλλοδαπά νοµικά πρόσωπα που δεν έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα και αποκτούν κυριότητα ή άλλο εµπράγµατο δικαίωµα επί ακινήτου στην ηµεδαπή, ξένες αποστολές και διεθνείς οργανισµούς. Επίσης, σε παρακράτηση φόρου είκοσι τοις εκατό (20%) υπόκειται το ακαθάριστο ποσό της αποζηµίωσης που καταβάλλει ο εκµισθωτής στο µισθωτή, σε περίπτωση καταγγελίας της σύµβασης εµπορικής µίσθωσης ακινήτου, µε βάση νόµο ή µετά από δικαστική απόφαση ή µετά από συµφωνία µεταξύ των διαδίκων που παραιτήθηκαν της σχετικής δίκης.

ε) Δηµόσιες υπηρεσίες, οργανισµοί τοπικής αυτοδιοίκησης, κοινωφελή ιδρύµατα και νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου γενικά, κατά την προµήθεια κάθε είδους αγαθών ή παροχής υπηρεσιών από επιχειρήσεις, υποχρεούνται όπως, κατά την καταβολή ή την έκδοση της σχετικής εντολής πληρωµής της αξίας αυτών, παρακρατούν φόρο εισοδήµατος, ο οποίος υπολογίζεται στο καθαρό ποσό της αξίας των αγαθών ή υπηρεσιών µε συντελεστή ως ακολούθως:

αα) ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) για τα υγρά καύσιµα και τα προϊόντα
καπνοβιοµηχανίας (τσιγάρα).
ββ) ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) για τα λοιπά αγαθά και
γγ) ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%) για την παροχή υπηρεσιών.

Εξαιρούνται από την παρακράτηση φόρου οι υπόχρεοι του πρώτου εδαφίου: αα) όταν προµηθεύονται αγαθά ή τους παρέχονται υπηρεσίες και δεν απαιτείται σύµβαση, εφόσον η καθαρή αξία αυτών, κατά συναλλαγή, δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα (150) Ευρώ, ββ) όταν λαµβάνουν υπηρεσίες ή προµηθεύονται ηλεκτρικό ρεύµα, τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, τηλεγραφήµατα, γραµµατόσηµα, φωταέριο, νερό και εισιτήρια γενικά, γγ) όπου προβλέπεται παρακράτηση ή προκαταβολή φόρου από άλλη διάταξη για το ίδιο έσοδο και δδ) όταν προµηθεύονται αγαθά ή τους παρέχονται υπηρεσίες από τις πολεµικές βιοµηχανίες Ε.Α.Β., Ε.Β.Ο., ΠΥΡ.ΚΑΛ και ΕΛ.Β.Ο., καθώς και από το Κέντρο Επιχειρηµατικής Πολιτιστικής Ανάπτυξης (Κ.Ε.Π.Α.) και την Αναπτυξιακή Ένωση Μακεδονίας (ΑΝ.Ε.Μ.).
Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 εφαρµόζονται αναλόγως.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών, που δηµοσιεύονται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται ο τρόπος παρακράτησης του φόρου και γενικά κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή των διατάξεων της περίπτωσης αυτής.
στ) Στα εισοδήµατα που προέρχονται από αµοιβές ή προµήθειες λόγω διαµεσολάβησης για πώληση µεριδίων αµοιβαίων κεφαλαίων, µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%), που υπολογίζεται στο ποσό της αµοιβής ή προµήθειας του δικαιούχου. Οι Α.Ε. Διαχειρίσεως αµοιβαίων κεφαλαίων υποχρεούνται να παρακρατούν το φόρο κατά την καταβολή των προµηθειών ή αµοιβών.
2. Στο εισόδηµα από αµοιβές ελευθέριου επαγγέλµατος ενεργείται παρακράτηση φόρου µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο ακαθάριστο ποσό των αµοιβών αυτών. Ο φόρος παρακρατείται από τις δηµόσιες υπηρεσίες, οργανισµούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου, κοινωφελή ιδρύµατα, οργανισµούς και επιχειρήσεις κοινής ωφελείας, δηµόσιες επιχειρήσεις, τράπεζες και πιστωτικά ιδρύµατα ή πιστωτικούς οργανισµούς, συνεταιρισµούς και ενώσεις τους, συλλόγους γενικά και ενώσεις προσώπων ανεξάρτητα από το σκοπό τους, καθώς και από επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελµατίες που τηρούν απλογραφικά και διπλογραφικά βιβλία, κατά την καταβολή των αµοιβών. Επίσης, οι υπόχρεοι του προηγούµενου εδαφίου, όταν για την επαγγελµατική τους εξυπηρέτηση ή για την εκτέλεση του σκοπού τους καταβάλλουν σε τρίτους,προµήθειες, µεσιτείες, αµοιβές ή άλλες κάθε είδους παροχές µη έµµισθης υπηρεσίας, ενοίκια αυτοκινήτων, µηχανηµάτων ή άλλων κινητών πραγµάτων, εφόσον σε αυτές τις περιπτώσεις δεν ορίζεται από τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών η έκδοση στοιχείου από το δικαιούχο των αµοιβών αυτών, οφείλουν να παρακρατούν κατά την καταβολή της αµοιβής φόρο, ο οποίος υπολογίζεται µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο ακαθάριστο ποσό αυτής. Τα οριζόµενα στο προηγούµενο εδάφιο εφαρµόζονται και για αµοιβές σε συγγραφείς ή σε εισηγητές σεµιναρίων, εν ενεργεία υπαλλήλους ή συνταξιούχους, οι οποίοι εάν δεν είναι υπόχρεοι απεικόνισης από άλλη αιτία δεν καθίστανται για το λόγο αυτό υπόχρεοι. Δεν παρακρατείται ο φόρος του τρίτου εδαφίου αν οι προµήθειες, µεσιτείες, αµοιβές ή άλλες κάθε είδους παροχές µη έµµισθης υπηρεσίας, ενοίκια αυτοκινήτων, µηχανηµάτων ή άλλων κινητών πραγµάτων καταβάλλονται στο Δηµόσιο, τα ηµεδαπά ή αλλοδαπά νοµικά πρόσωπα ή επιτροπές ή ενώσεις προσώπων µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, αλλοδαπά νοµικά πρόσωπα που δεν έχουν εγκατάσταση στην Ελλάδα και αποκτούν κυριότητα ή άλλο εµπράγµατο δικαίωµα επί ακινήτου στην ηµεδαπή, ξένες αποστολές και διεθνείς οργανισµούς.
Εξαιρούνται της παρακράτησης φόρου εισοδήµατος όσοι αποκτούν εισόδηµα από τη διανοµή διαφηµιστικών εντύπων το οποίο δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ ετησίως.

Άρθρο 55
Παρακράτηση φόρου στο εισόδηµα από εκµετάλλευση κεφαλαίου

1. Στα µερίσµατα ή κέρδη που κεφαλαιοποιούν ή διανέµουν τα νοµικά πρόσωπα της παραγράφου 4 του άρθρου 1 τα οποία φορολογούνται σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 21 ή απαλλάσσονται του φόρου βάσει ειδικών διατάξεων νόµων, σε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα, ηµεδαπά ή αλλοδαπά, ενώσεις προσώπων ή οµάδες περιουσίας, ενεργείται παρακράτηση φόρου µε συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%). Οι διατάξεις του προηγούµενου εδαφίου εφαρµόζονται ανάλογα και για τα κέρδη που κεφαλαιοποιούν ή διανέµουν οι ηµεδαπές ανώνυµες εταιρείες µε τη µορφή αµοιβών και ποσοστών στα µέλη του διοικητικού συµβουλίου και στους διευθυντές και αµοιβών στο εργατοϋπαλληλικό προσωπικό, εκτός µισθού, καθώς και προµερισµάτων σε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα, ηµεδαπά ή αλλοδαπά, ενώσεις προσώπων ή οµάδες περιουσίας, ανεξάρτητα αν η καταβολή τους γίνεται σε µετρητά ή µετοχές.
Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση των δικαιούχων για τα πιο πάνω εισοδήµατα.
Όταν ένα εκ των οριζοµένων στο πρώτο εδάφιο πρόσωπο προβαίνει σε διανοµή κερδών και στα έσοδά του περιλαµβάνονται έσοδα από τη συµµετοχή του σε άλλο νοµικό πρόσωπο της παραγράφου 4 του άρθρου 1, για τα οποία έχει παρακρατηθεί φόρος, από το φόρο που υποχρεούται να αποδώσει µε τη δήλωση που προβλέπεται στην περίπτωση αυτή, αφαιρείται το µέρος του φόρου που έχει ήδη παρακρατηθεί σε βάρος του και αναλογεί στα διανεµόµενα από το πιο πάνω πρόσωπο κέρδη τα οποία προέρχονται από τη συµµετοχή του αυτή. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου δεν εφαρµόζονται όταν τα κέρδη καταβάλλονται σε εταιρεία άλλου κράτους -µέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οποίας είναι θυγατρική, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του Ν. 2578/1998. Ο φόρος που έχει παρακρατηθεί σε βάρος του νοµικού προσώπου του προηγούµενου εδαφίου επιστρέφεται σε αυτό κατά το µέρος που αναλογεί στα κέρδη που διανέµει σε εταιρεία άλλου κράτους ­µέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον τηρούνται οι προϋποθέσεις του προηγούµενου εδαφίου. Επίσης, επιστρέφεται ο φόρος που έχει παρακρατηθεί σε βάρος της ανώνυµης εταιρείας κατά το µέρος που αναλογεί στα µερίσµατα που διανέµει προς το Δηµόσιο. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρµόζονται ανάλογα και για τα διανεµόµενα ή κεφαλαιοποιούµενα κέρδη προηγουµένων χρήσεων. Τα οριζόµενα στο προηγούµενο εδάφιο δεν έχουν εφαρµογή για τα φορολογηθέντα κέρδη παρελθουσών χρήσεων που έχουν σχηµατισθεί από εταιρείες περιορισµένης ευθύνης µέχρι την 31η Δεκεµβρίου 2010.

2. Οι διατάξεις του πρώτου εδαφίου της προηγούµενης παραγράφου εφαρµόζονται ανάλογα και για τα κέρδη που εξάγει ή πιστώνει µόνιµη εγκατάσταση αλλοδαπής επιχείρησης στην Ελλάδα προς την έδρα της σε χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε άλλη µόνιµη εγκατάστασή της στην αλλοδαπή.

3. Στα µερίσµατα ή κέρδη που εισπράττει φυσικό πρόσωπο, κάτοικος Ελλάδας, από αλλοδαπή εταιρεία ενεργείται παρακράτηση φόρου µε συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%). Με την παρακράτηση αυτή εξαντλείται η φορολογική υποχρέωση του δικαιούχου για τα πιο πάνω εισοδήµατα.

4. Στα µερίσµατα ή κέρδη που εισπράττουν τα νοµικά πρόσωπα της παραγράφου 4 του άρθρου 1 από εταιρείες µε έδρα σε κράτος µη συνεργάσιµο ή σε άλλο κράτος µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε τρίτο κράτος όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ν. 2578/1998, ενεργείται παρακράτηση, έναντι του φόρου που αναλογεί, µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%).

5.Στο εισόδηµα που αποκτά αλλοδαπή επιχείρηση που δεν έχει µόνιµη εγκατάσταση στην Ελλάδα, µε βάση τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 52, το ποσοστό του παρακρατούµενου φόρου ορίζεται σε τριάντα τρία τοις εκατό (33%) και ο αλλοδαπός δικαιούχος δεν υποχρεούται στην υποβολή της ετήσιας φορολογικής δήλωσης για το πιο πάνω εισόδηµα.

6. Στα λοιπά εισοδήµατα από εκµετάλλευση κεφαλαίου, όπως αυτά ορίζονται στο κεφάλαιο Γ’ του δεύτερου µέρους του πρώτου τµήµατος του παρόντος, ενεργείται παρακράτηση φόρου µε τους συντελεστές που ορίζονται στις κατ’ ιδίαν διατάξεις.

7. Η παρακράτηση φόρου ενεργείται:

α) Για εισοδήµατα από τόκους από ιδρυτικούς τίτλους και προνοµιούχες µετοχές, που εκπίπτουν, σύµφωνα µε τις διατάξεις των περιπτώσεων α’, β’ και γ’ της παραγράφου 7 του άρθρου 18 από τα ακαθάριστα έσοδα κατά την καταβολή ή την εγγραφή τους σε πίστωση του δικαιούχου.
β) Για τα εισοδήµατα της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 28, κατά την καταβολή ή την εγγραφή τους σε πίστωση του δικαιούχου ή της εγγραφής αυτών στον οικείο λογαριασµό των βιβλίων της ασφαλιστικής εταιρείας.
γ) Για τα εισοδήµατα της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 17 και της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 28 κατά την καταβολή ή την εγγραφή τους σε πίστωση του δικαιούχου και το αργότερο µέσα σε ένα (1) µήνα από την έγκριση από τη γενική συνέλευση των µετόχων.
δ) Για εισοδήµατα από οµολογίες και χρεόγραφα των ηµεδαπών νοµικών προσώπων δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, καθώς και από κινητές αξίες γενικά αλλοδαπής προέλευσης, κατά την εξαργύρωση των τοκοµεριδίων ή της εισπράξεως των µερισµάτων από το δικαιούχο.
ε) Για τόκους, από την καταβολή τους ή την εγγραφή τους στα βιβλία του οφειλέτη σε πίστωση του δανειστή. Εξαιρετικά, αν ο οφειλέτης τόκων είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν ασκεί επιχειρηµατική δραστηριότητα, δεν ενεργείται παρακράτηση φόρου. Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος του εισοδήµατος των τόκων έχει υποχρέωση να αποδώσει τον αναλογούντα φόρο εισοδήµατος είκοσι τοις εκατό (20%) στην αρµόδια για τη φορολογία του δηµόσια οικονοµική υπηρεσία µέχρι την 31η Ιανουαρίου για τους τόκους που καταβλήθηκαν το προηγούµενο έτος.
στ) Για τα εισοδήµατα της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 28, κατά το χρόνο λήξης έκαστης σύµβασης ή κατά την καταβολή τους, εφόσον αυτό συµφωνείται να γίνει πριν από το χρόνο λήξης της σύµβασης. Για τα πιο πάνω εισοδήµατα που προέρχονται από την αλλοδαπή, η παρακράτηση φόρου ενεργείται από το ηµεδαπό πιστωτικό ίδρυµα κατά την καταβολή ή την πίστωση του λογαριασµού του δικαιούχου. Οι διατάξεις του προηγούµενου εδαφίου έχουν εφαρµογή και όταν τα έσοδα από τα χρηµατοοικονοµικά παράγωγα επανεπενδύονται ή παραµένουν στο εξωτερικό.
ζ) Ειδικά για τα εισοδήµατα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η παρακράτηση ενεργείται κατά την καταβολή ή πίστωση των δικαιούχων µε τα εισοδήµατα αυτά και σε κάθε περίπτωση µέσα σε ένα µήνα από την έγκριση του ισολογισµού από την τακτική γενική συνέλευση των µετόχων ή εταίρων. Αν διανεµηθούν µερίσµατα ή κέρδη που προέρχονται από κέρδη προηγούµενων χρήσεων, η παρακράτηση φόρου ενεργείται µέσα σε ένα µήνα από τη λήψη της απόφασης διανοµής από τη γενική συνέλευση των µετόχων ή εταίρων. Ειδικά επί διανοµής προµερισµάτων, η παρακράτηση φόρου ενεργείται κατά την καταβολή ή πίστωση των δικαιούχων µε τα εισοδήµατα αυτά και σε κάθε περίπτωση µέσα σε ένα µήνα από τη λήψη της απόφασης διανοµής από το διοικητικό συµβούλιο. Ο φόρος που παρακρατείται αποδίδεται µε την υποβολή δήλωσης στο Δηµόσιο εφάπαξ µέσα στον επόµενο µήνα από αυτόν στον οποίο έγινε η παρακράτηση.
8. Υπόχρεος σε παρακράτηση φόρου ορίζεται :
α) Για τα εισοδήµατα των περιπτώσεων α’, β’, γ’ και ζ’ της προηγούµενης παραγράφου, η ηµεδαπή ανώνυµη εταιρεία που τα καταβάλλει.
β) Για τα εισοδήµατα της παραγράφου 3 και της περίπτωσης δ’ της προηγούµενης παραγράφου, αυτός που ενεργεί στην Ελλάδα την εξαργύρωση ή την καταβολή τους. Ειδικά για τα µερίσµατα που εισπράττει φυσικό πρόσωπο, κάτοικος Ελλάδας, από αλλοδαπή εταιρεία και τα οποία παραµένουν στην αλλοδαπή, ο δικαιούχος του εισοδήµατος αποδίδει ο ίδιος τον οφειλόµενο φόρο εφάπαξ µε την υποβολή δήλωσης, µέσα στον επόµενο µήνα από αυτόν εντός του οποίου έγινε στην αλλοδαπή η καταβολή ή η πίστωση.
γ) Για τα εισοδήµατα της περίπτωσης ε’ της προηγούµενης παραγράφου, ο χρεώστης που καταβάλλει τους τόκους.
δ) Για τα εισοδήµατα της περίπτωσης στ’ της προηγούµενης παραγράφου, το πρόσωπο που τα καταβάλλει.
Όταν τα εισοδήµατα αυτά προέρχονται από την αλλοδαπή, η παρακράτηση ενεργείται από το ηµεδαπό πιστωτικό ίδρυµα, ανεξάρτητα αν έχει µεσολαβήσει ή όχι, για τη σύναψη της σύµβασης µεταξύ του δικαιούχου του εισοδήµατος και του αλλοδαπού οργανισµού.

9. Για τους τόκους που αποκτά φυσικό πρόσωπο κάτοικος Ελλάδας από καταθέσεις στην αλλοδαπή ή από οµολογιακά δάνεια που εκδίδονται σε αυτή και παραµένουν στην αλλοδαπή, ο δικαιούχος υποχρεούνται να αποδίδει τον οφειλόµενο φόρο δεκαπέντε τοις εκατό (15%) µε την υποβολή δήλωσης στην αρµόδια δηµόσια οικονοµική υπηρεσία µέχρι και την 31η Ιανουαρίου του εποµένου από την καταβολή ή πίστωση έτους, προσκοµίζοντας και το πρωτότυπο αποδεικτικό της αλλοδαπής τράπεζας ή πιστωτικού οργανισµού, από το οποίο θα προκύπτει το ποσό των τόκων που καταβλήθηκαν ή µε το οποίο πιστώθηκε ο λογαριασµός του στην αλλοδαπή, ο φόρος που έχει παρακρατηθεί και ο χρόνος καταβολής ή πίστωσης.

10. Με το φόρο που παρακρατείται στους τόκους οµολόγων του Ελληνικού Δηµοσίου µε βάση τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 27, πιστώνεται ο τηρούµενος στην Τράπεζα της Ελλάδος οικείος λογαριασµός του Ελληνικού Δηµοσίου. Οι διατάξεις του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζονται όταν έχει µεσολαβήσει µεταβίβαση του οµολόγου ή τοκοµεριδίου αυτού πριν από τη λήξη. Στην περίπτωση αυτή, ο φόρος που παρακρατείται κατά το χρόνο της εξαργύρωσης του τοκοµεριδίου ή κατά τη λήξη του οµολόγου και αναλογεί στο χρονικό διάστηµα που µεσολαβεί από την τελευταία µεταβίβαση µέχρι το χρόνο εξαργύρωσης, αποδίδεται µε δήλωση της δικαιούχου τράπεζας ή αυτής που µεσολαβεί για λογαριασµό τρίτου, µέσα στο πρώτο δεκαπενθήµερο του επόµενου από την παρακράτηση µήνα, µε δήλωση που υποβάλλει στη Δ.Ο.Υ. που ανήκει.

11. Σε περίπτωση µεταβίβασης του οµολόγου ή του τοκοµεριδίου του πριν από τη λήξη του, η µεσολαβούσα τράπεζα προβαίνει σε παρακράτηση φόρου για τους δεδουλευµένους µέχρι το χρόνο µεταβίβασης τόκους και για την απόδοση του φόρου αυτού εφαρµόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 61. Αν το οµόλογο ή τοκοµερίδιο που µεταβιβάζεται ανήκει στην τράπεζα υποχρεούται η ίδια να καταβάλλει το φόρο που αναλογεί στους δεδουλευµένους τόκους

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
ΕΥΘΥΝΕΣ -ΔΗΛΩΤΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ – ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ
ΚΑΙ ΤΡΙΤΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΕΥΘΥΝΕΣ

Άρθρο 56
Ευθύνη των διοικούντων νοµικά πρόσωπα

1. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύµβουλοι και εκκαθαριστές των ηµεδαπών ανώνυµων εταιρειών ή συνεταιρισµών κατά το χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσης τους, ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για την πληρωµή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νοµικά πρόσωπα σύµφωνα µε τον παρόντα, καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους. Στις ανώνυµες εταιρείες που συγχωνεύονται, ευθύνεται αλληλεγγύως µαζί µε τα πιο πάνω πρόσωπα, για την πληρωµή των κατά το προηγούµενο εδάφιο οφειλόµενων φόρων της διαλυόµενης εταιρείας και εκείνη που την απορρόφησε ή η νέα εταιρεία που συστήθηκε ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους. Τα πρόσωπα που αναφέρονται πιο πάνω έχουν δικαίωµα αναγωγής κατά των προσώπων που διατέλεσαν σύµβουλοι, καθώς και µέλη ή µέτοχοι του νοµικού προσώπου κατά το χρόνο της διάλυσης του ως προς τους φόρους που αφορούν σε χρήσεις προγενέστερες από την έναρξη της εκκαθάρισης, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους.

2. Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά εντεταλµένοι στη διοίκηση του νοµικού προσώπου, κατά το χρόνο της διάλυσης των λοιπών νοµικών προσώπων της παραγράφου 4 του άρθρου 1, ευθύνονται προσωπικά και αλληλέγγυα για την πληρωµή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νοµικά πρόσωπα σύµφωνα µε τον παρόντα, καθώς και των φόρων που παρακρατούνται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσης τους.

3. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούµενους φόρους και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νοµικού προσώπου που εκπροσωπούν, ως εξής :

α) Αν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν µία από τις ως άνω ιδιότητες από τη λήξη της προθεσµίας απόδοσης του φόρου και µετά.
β) Αν δεν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα, που είχαν µία από τις πιο πάνω ιδιότητες κατά το χρόνο που υπήρχε η υποχρέωση παρακράτησης του φόρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΑΣ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ

Άρθρο 57
Φυσικά πρόσωπα -Υπόχρεοι σε υποβολή ετήσιας δήλωσης φορολογίας
εισοδήµατος

1. Κάθε φυσικό πρόσωπο για το οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου1, ανεξάρτητα από το αν υπόκειται ή όχι σε φόρο κατά τις διατάξεις του παρόντος, έχει υποχρέωση να υποβάλλει δήλωση εφόσον έχει συµπληρώσει το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του. Εξαιρετικά, υποχρέωση υποβολής δήλωσης έχει οποιοσδήποτε, εφόσον προσκληθεί γι’ αυτό εγγράφως από τον αρµόδιο προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας.

2. Για τους εγγάµους, για τους οποίους συντρέχουν οι προϋποθέσεις των δύο πρώτων εδαφίων εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 11, υπόχρεος σε επίδοση δήλωσης είναι ο σύζυγος και για τα εισοδήµατα της συζύγου του. Ειδικά, υποχρεούνται να επιδώσουν φορολογική δήλωση ο καθένας χωριστά για το συνολικό εισόδηµα του οι σύζυγοι όταν:

α) Έχει διακοπεί η έγγαµη συµβίωση κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης. Το βάρος της απόδειξης για τη διακοπή φέρει ο φορολογούµενος.
β) Ο ένας από τους δύο συζύγους είναι σε κατάσταση πτώχευσης.
γ) Ο ένας από τους δύο συζύγους έχει υποβληθεί σε δικαστική συµπαράσταση. Στην περίπτωση της παραγράφου 3 του άρθρου 11, για τα εισοδήµατα των ανήλικων τέκνων, υπόχρεος για την υποβολή της δήλωσης είναι ο πατέρας ή, αν αυτός δεν υπάρχει ή δεν έχει τη γονική µέριµνα, η µητέρα.
δ) Ο ένας από τους δύο συζύγους έχει την κατοικία ή τη συνήθη διαµονή του σε κράτος στο οποίο υπόκεινται σε φόρο για το παγκόσµιο εισόδηµά του.
3. Υπόχρεος σε υποβολή δήλωσης, στις πιο κάτω περιπτώσεις, είναι:
α) Σε περιπτώσεις πτώχευσης ή σχολάζουσας κληρονοµίας ή επιδικίας ή µεσεγγύησης, κατά περίπτωση, ο σύνδικος πτώχευσης ή ο κηδεµόνας ή ο προσωρινός διαχειριστής ή ο µεσεγγυούχος.
β) Για τους ανήλικους ή αυτούς που έχουν υποβληθεί σε δικαστική συµπαράσταση, κατά περίπτωση, ο επίτροπος ή ο κηδεµόνας ή ο δικαστικός συµπαραστάτης.
γ) Σε περίπτωση θανάτου του φορολογουµένου, οι κληρονόµοι του για το σύνολο του εισοδήµατος που απέκτησε µέχρι τη χρονολογία του θανάτου του.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζονται οι λεπτοµέρειες εφαρµογής των διατάξεων αυτής της παραγράφου.

4. Η δήλωση αποτελεί δεσµευτικό τίτλο για το φορολογούµενο. Μπορεί όµως, για λόγους συγγνωστής πλάνης, να την ανακαλέσει εν όλω ή εν µέρει φέροντας και το βάρος της απόδειξης των πραγµατικών περιστατικών που τη συνιστούν. Η ανάκληση γίνεται µε την υποβολή δήλωσης µέσα στο οικείο οικονοµικό έτος στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, µε την οποία ανακαλείται φορολογητέα ύλη ή αντικειµενική δαπάνη ή οποιοδήποτε προσδιοριστικό της δαπάνης στοιχείο, προκειµένου να προσδιοριστεί το εισόδηµα µε βάση τα άρθρα 40 και 41. Στην περίπτωση απόρριψης της ανάκλησης επιδίδεται, από τον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, µε απόδειξη, γνωστοποίηση αυτής στο φορολογούµενο, ο οποίος µπορεί να την προσβάλει προσφεύγοντας, µέσα στην προθεσµία που ορίζεται στο άρθρο 66 του Ν. 2717/1999 (Φ.Ε.Κ. 97/Α’), ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου. Αν η ανακλητική δήλωση υποβληθεί σε χρόνο µεταγενέστερο του οικείου οικονοµικού έτους, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας υποχρεούται να γνωστοποιήσει στο φορολογούµενο, επί αποδείξει, ότι η ανάκληση δεν γίνεται δεκτή λόγω παρόδου του οικείου οικονοµικού έτους και ο φορολογούµενος µπορεί να προσφύγει µέσα στην προθεσµία που ορίζεται στο άρθρο 66 του Ν. 2717/1999 (Φ.Ε.Κ. 97/Α’)κατά της γνωστοποίησης αυτής ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου, το οποίο αποφαίνεται στην ουσία. Η συζήτηση της προσφυγής προσδιορίζεται κατά προτίµηση µέσα σε τρεις (3) µήνες το αργότερο από την κατάθεση της προσφυγής. Ανάκληση δήλωσης µε σκοπό την ανατροπή οριστικής και αµετάκλητης φορολογικής εγγραφής είναι ανεπίτρεπτη. Αν ο φορολογούµενος λάβει το εκκαθαριστικό σηµείωµα µετά την 31η Δεκεµβρίου του οικείου οικονοµικού έτους, η ανάκληση γίνεται µέσα στην προθεσµία που ορίζεται στο άρθρο 66 του Ν. 2717/1999(Φ.Ε.Κ. 97/Α’).

5. Όταν ο φορολογούµενος έχει αµφιβολίες αναφορικά µε την υποχρέωση επίδοσης δήλωσης για ορισµένα στοιχεία φορολογητέας ύλης, έχει το δικαίωµα να υποβάλει δήλωση στην οποία γίνεται ρητή γι’ αυτό επιφύλαξη, η οποία πρέπει να είναι ειδική και αιτιολογηµένη. Κάθε γενική και αόριστη επιφύλαξη θεωρείται ανύπαρκτη και δεν επιφέρει κανένα αποτέλεσµα. Ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας υποχρεούται να απαντήσει στην επιφύλαξη µέσα σε τρεις (3) µήνες από την ηµεροµηνία υποβολής της δήλωσης ως εξής :

α) Είτε να δεχθεί την επιφύλαξη και να διαγράψει το ποσό της φορολογητέας ύλης για το οποίο έγινε η επιφύλαξη.
β) Είτε να απορρίψει την επιφύλαξη και να γνωστοποιήσει αυτό στο φορολογούµενο µε ιδιαίτερη ανακοίνωση, την οποία θα του επιδώσει µε απόδειξη ή µε το κοινοποιούµενο για άλλες ανακρίβειες της δήλωσης φύλλο ελέγχου ή µε το φύλλο ελέγχου που εκδόθηκε µετά από τη διενέργεια ελέγχου. Στην περίπτωση αυτή, αν δεν επέλθει διοικητική επίλυση της διαφοράς, ο φορολογούµενος δικαιούται να ζητήσει από το διοικητικό πρωτοδικείο, είτε µε την προσφυγή που ασκεί για τυχόν άλλες διαφορές που προέκυψαν από τον έλεγχο, είτε µε αυτοτελή αίτηση που υποβάλλεται µέσα στην προθεσµία για την υποβολή της προσφυγής, τη διαγραφή του ποσού της φορολογητέας ύλης για την οποία έγινε η επιφύλαξη. Η συζήτηση για την προσφυγή ή την αίτηση αυτή ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου προσδιορίζεται, κατά προτίµηση, µέσα σε τρεις (3) µήνες το αργότερο από την κατάθεση της προσφυγής ή της αίτησης. Κατά τον ίδιο τρόπο µπορεί να γίνει επιφύλαξη αναφορικά µε το χαρακτηρισµό της φορολογητέας ύλης και την υπαγωγή της σε άλλη φορολογία ή σε άλλη κατηγορία ή σε µειωµένο φορολογικό συντελεστή ή στις εκπτώσεις από το φορολογούµενο εισόδηµα κ.λπ.. Ειδικώς, όταν πρόκειται για υπαγωγή σε άλλη φορολογία ή κατηγορία εισοδήµατος και γίνει δεκτή η επιφύλαξη, η δήλωση λογίζεται ότι υποβλήθηκε για τη φορολογία ή την κατηγορία αυτή. Η επιφύλαξη δεν συνεπάγεται αναστολή της βεβαίωσης και είσπραξης του αµφισβητούµενου φόρου. Όταν η επιφύλαξη γίνει δεκτή από τον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας ή το διοικητικό δικαστήριο, ενεργείται νέα εκκαθάριση του φόρου της δήλωσης και το επιπλέον ποσό αυτού που βεβαιώθηκε ή καταβλήθηκε εκπίπτει ή συµψηφίζεται µε το φόρο που προκύπτει µε βάση τα οριστικά στοιχεία, όταν αυτός είναι µεγαλύτερος από το φόρο που προέκυψε µε βάση τα στοιχεία της δήλωσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο επιπλέον φόρος επιστρέφεται.

6. Οι διατάξεις της παραγράφου 4 αυτού του άρθρου εφαρµόζονται ανάλογα και όταν η δήλωση του υπόχρεου έχει υποβληθεί ηλεκτρονικά µέσω του διαδικτύου, η υποβολή όµως της δήλωσης µε επιφύλαξη ή της όµοιας ανακλητικής γίνεται χειρόγραφα.

7. Ο δικαιούχος του εισοδήµατος που προκύπτει από την εφαρµογή των διατάξεων των άρθρων 34 και 36 επιβαρύνεται µε τον οικείο φόρο και καταβάλλει αυτόν εφάπαξ µε την υποβολή δήλωσης στην αρµόδια δηµόσια οικονοµική υπηρεσία της περιφέρειας όπου βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης της οποίας µεταβιβάζεται ή εκχωρείται το περιουσιακό στοιχείο, πριν από τη µε οποιονδήποτε τρόπο µεταβίβαση ή εκχώρηση του οικείου περιουσιακού στοιχείου. Η σχετική δήλωση υποβάλλεται σε τρία (3) αντίτυπα από τα οποία τα δύο (2) επιστρέφονται θεωρηµένα στο δικαιούχο του κέρδους ή της ωφέλειας. Εάν η οικεία πράξη µεταβίβασης ή εκχώρησης γίνεται µε ιδιωτικό έγγραφο, ο προϊστάµενος της αρµόδιας Δ.Ο.Υ. υποχρεούται να αρνηθεί τη θεώρηση του εγγράφου αυτού, εάν δεν επισυνάπτεται σε αυτό αντίτυπο της οικείας δήλωσης και δεν αναγράφονται στο σώµα του εγγράφου τα στοιχεία αυτής. Στο ιδιωτικό αυτό έγγραφο πρέπει απαραιτήτως να αναγράφεται το κέρδος ή η ωφέλεια που προέκυψε από την εκχώρηση του δικαιώµατος ή του εταιρικού µεριδίου ή ολόκληρης της επιχείρησης. Σε περίπτωση εκχώρησης ή µεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου από τα αναφερόµενα στα άρθρα 34 και 36, χωρίς να υποβληθεί η οικεία δήλωση από το δικαιούχο του εισοδήµατος για να καταβληθεί µε βάση αυτή ο φόρος εφάπαξ, το πρόσωπο που αποκτά το περιουσιακό στοιχείο είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον συνυπεύθυνο µε τον µεταβιβάζοντα ή εκχωρούντα για την πληρωµή του φόρου που οφείλεται.

Άρθρο 58
Προθεσµία υποβολής και περιεχόµενο της ετήσιας δήλωσης φορολογίας εισοδήµατος φυσικών προσώπων

1. Η δήλωση υποβάλλεται υποχρεωτικά µε τη χρήση σύγχρονων ηλεκτρονικών µεθόδων και δικτυακών υποδοµών στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, που είναι αρµόδιος, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 74.
Η δήλωση υποβάλλεται από την 1η Φεβρουαρίου µέχρι και την 30η Ιουνίου του οικείου οικονοµικού έτους και µέχρι την έναρξη του ωραρίου λειτουργίας των δηµόσιων υπηρεσιών της επόµενης ηµέρας από την ηµέρα λήξης της προθεσµίας. Ως χρόνος βεβαίωσης του φόρου για τις δηλώσεις που θα υποβληθούν εντός της προθεσµίας του δευτέρου εδαφίου θεωρείται ο µήνας Ιούλιος του οικείου οικονοµικού έτους.
Όταν, κατ’ εφαρµογή του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 8, η διαχειριστική περίοδος είναι υπερδωδεκάµηνη, υποβάλλονται δύο δηλώσεις, µία για τη δωδεκάµηνη περίοδο και µία για τη µικρότερη περίοδο, µέσα στην προθεσµία που ορίζεται για την υποβολή της δήλωσης της δωδεκάµηνης περιόδου.
Στη δήλωση αναγράφονται όλα τα εισοδήµατα του υπόχρεου ανεξάρτητα αν φορολογούνται ή απαλλάσσονται της φορολογίας ή έχουν φορολογηθεί κατ’ ειδικό τρόπο µε εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης ή έχουν καταβληθεί ελεύθερα φόρου.
Στην περίπτωση γ’ της παραγράφου 3 του προηγούµενου άρθρου, η προθεσµία υποβολής της δήλωσης παρατείνεται για περίοδο δύο (2) µηνών µετά τη λήξη της προθεσµίας για την αποποίηση της κληρονοµιάς, εφόσον η λήξη αυτής της προθεσµίας συµπίπτει µε ηµεροµηνία πριν από την παρέλευση έξι (6) µηνών από το θάνατο του υπόχρεου φορολογουµένου. Η προθεσµία αυτή υπολογίζεται ανάλογα και για τους εκ διαθήκης κληρονόµους του αποβιώσαντος, εφόσον αυτοί δεν καλούνται στην κληρονοµιά κατά την τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής.
Αν δηµοσιευθεί διαθήκη µε την οποία ο αποβιώσας διαθέτει την περιουσία του διαφορετικά από ότι προβλέπεται κατά την τάξη της εξ αδιαθέτου διαδοχής, για τους µη τετιµηµένους, οι οποίοι είχαν, κατ’ αρχή, υποχρέωση υποβολής δήλωσης ως εξ αδιαθέτου κληρονόµοι του αποβιώσαντος, δεν επιβάλλονται κυρώσεις για τη µη υποβολή δήλωσης. Κατά την εφαρµογή των διατάξεων του προηγούµενου εδαφίου, τυχόν κυρώσεις που επιβλήθηκαν στους µη τετιµηµένους, αλλά εξ αδιαθέτου κληρονόµους του αποβιώσαντος, αίρονται οίκοθεν από τη φορολογική αρχή, µετά τη δηµοσίευση της διαθήκης αυτού, ανεξάρτητα από την υποβολή δήλωσης από τους κληρονόµους µε βάση την οικεία διαθήκη.
Αν δηµοσιευθεί διαθήκη µε την οποία η κληρονοµιαία περιουσία διατίθεται διαφορετικά από ότι προβλέπεται στη εξ αδιαθέτου διαδοχή, για τους τετιµηµένους, οι οποίοι δεν καλούνται άµεσα κατά την τάξη αυτής της διαδοχής, η προθεσµία υποβολής της δήλωσης παρατείνεται για περίοδο δύο (2) µηνών µετά την πάροδο της προθεσµίας αποποίησης της κληρονοµιάς, εφόσον η λήξη της προθεσµίας αυτής συµπίπτει µε ηµεροµηνία πριν από την παρέλευση έξι (6) µηνών από τη δηµοσίευση της διαθήκης του υπόχρεου. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρµόζονται αναλόγως και σε περιπτώσεις διαδοχικών αποποιήσεων κληρονοµιάς ή δηµοσίευσης πλειόνων διαθηκών.
Μετά την παρέλευση της προθεσµίας που ορίζεται στην παράγραφο αυτήν και σε κάθε περίπτωση πριν από την καταχώριση στο οικείο βιβλίο του φύλλου ελέγχου, που εκδίδεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 82, επιτρέπεται η επίδοση αρχικής ή συµπληρωµατικής δήλωσης, για την οποία επιβάλλεται και ο οριζόµενος από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’) πρόσθετος φόρος. Αρχική ή συµπληρωµατική δήλωση για τα εισοδήµατα τα οποία έχουν περιληφθεί στο φύλλο ελέγχου, η οποία επιδίδεται µετά την καταχώριση της στα τηρούµενα από τον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας βιβλία, είναι απαράδεκτη και δεν παράγει έννοµο αποτέλεσµα.

2. Αν, πριν από την έναρξη της προθεσµίας υποβολής της δήλωσης, ο φορολογούµενος πρόκειται να εγκατασταθεί οριστικά στο εξωτερικό ή να µεταναστεύσει στο εξωτερικό για χρονικό διάστηµα πάνω από έτος ή να µεταφέρει στην αλλοδαπή την περιουσία του που βρίσκεται στην Ελλάδα, θεωρείται ότι λήγει η διαχειριστική περίοδος στην ηµεροµηνία αυτή και υποχρεούται να υποβάλει δήλωση και να καταβάλει το φόρο που αναλογεί στο συνολικό εισόδηµα του, το οποίο απέκτησε µέχρι τη χρονολογία της αναχώρησης του ή της µεταφοράς της περιουσίας του στο εξωτερικό. Σε αυτή την περίπτωση, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας µπορεί να ζητήσει κάθε αναγκαία εγγύηση κατά την κρίση του, για να διασφαλίσει τα συµφέροντα του Δηµοσίου και ο φορολογούµενος δικαιούται, εφόσον συναινεί και ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής

υπηρεσίας, να διορίσει πρόσωπο φερέγγυο ως αντιπρόσωπο του στην Ελλάδα, για την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων του.

3. Οι αλλοδαποί οι οποίοι απέκτησαν εισόδηµα που φορολογείται στην Ελλάδα, έχουν υποχρέωση, προτού αναχωρήσουν στο εξωτερικό, να υποβάλουν δήλωση γι’ αυτό το εισόδηµα τους και να καταβάλουν το φόρο που αναλογεί σε αυτό. Στην περίπτωση αυτή εφαρµόζεται ανάλογα η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της προηγούµενης παραγράφου.

4. Τα δικαιολογητικά που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις δεν συνυποβάλλονται κατά την ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης µέσω διαδικτύου. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται η διαδικασία και ο τρόπος ελέγχου αυτών των δικαιολογητικών, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέµα.

5. Όταν συντρέχει µία ή περισσότερες από τις περιπτώσεις α’ έως ζ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 40, ο φορολογούµενος υποχρεούται να υποβάλει µαζί µε τη δήλωσή του και τα αναγκαία δικαιολογητικά για την απόδειξη των ισχυρισµών του. Ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας ελέγχει την αλήθεια των ισχυρισµών και την ακρίβεια των αποδεικτικών στοιχείων του φορολογουµένου και µειώνει ανάλογα την ετήσια αντικειµενική δαπάνη, στην οποία αναφέρονται οι ισχυρισµοί και τα αποδεικτικά στοιχεία

6. Ο υπόχρεος για την επίδοση της δήλωσης βεβαιώνει υπεύθυνα, έχοντας γνώση των συνεπειών των άρθρων 1, 4 και 10 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’), την ειλικρίνεια και το περιεχόµενο της δήλωσης και των λοιπών συνυποβαλλόµενων µε αυτήν εντύπων.

7. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται κάθε φορά ο τύπος και το περιεχόµενο της δήλωσης φορολογίας εισοδήµατος, τα δικαιολογητικά ή άλλα στοιχεία τα οποία συνυποβάλλονται µε τη δήλωση, καθώς και ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής της όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.


Άρθρο 59 Υπόχρεοι, προθεσµίες και περιεχόµενο της δήλωσης των νοµικών προσώπων

1. Κάθε νοµικό πρόσωπο των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 1 υποχρεούται να υποβάλλει δήλωση φόρου εισοδήµατος στον αρµόδιο προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας. Επίσης σε υποβολή δήλωσης φόρου εισοδήµατος υποχρεούνται και τα αλλοδαπά νοµικά πρόσωπα που έχουν στην κυριότητα τους ακίνητο στην Ελλάδα, ανεξάρτητα αν προκύπτει ή όχι εισόδηµα από αυτό.

2. Η δήλωση της προηγούµενης παραγράφου υποβάλλεται µε τη χρήση σύγχρονων ηλεκτρονικών µεθόδων και δικτυακών υποδοµών :

α) Από τα νοµικά πρόσωπα της παραγράφου 4 του άρθρου 1 και του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, µέχρι τη δέκατη (10η) ηµέρα του πέµπτου µήνα από την ηµεροµηνία λήξης της διαχειριστικής περιόδου, για τα εισοδήµατα που απόκτησαν µέσα σε αυτήν. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, που δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, µπορεί να µεταφέρεται ειδικά για τις ηµεδαπές ανώνυµες εταιρείες η ηµεροµηνία λήξης της προθεσµίας που ορίζεται πιο πάνω και η υποβολή της δήλωσης να γίνεται ανάλογα µε το τελευταίο ψηφίο του αριθµού φορολογικού µητρώου (Α.Φ.Μ.) του νοµικού προσώπου.

β) Από τα νοµικά πρόσωπα της παραγράφου 5 του άρθρου 1, µέχρι τις 10 Μαρτίου του οικείου οικονοµικού έτους για τα εισοδήµατα που απέκτησαν µέσα στο αµέσως προηγούµενο έτος, ανεξάρτητα αν τα εισοδήµατα αυτά υπόκεινται ή όχι σε φορολογία. Όταν δηλώνεται εισόδηµα από την εκµίσθωση ή δωρεάν παραχώρηση γεωργικής γης, υποκείµενο σε φορολογία εισοδήµατος, η δήλωση υποβάλλεται µέχρι τις 15 Απριλίου του οικείου οικονοµικού έτους. Οι διατάξεις του προηγούµενου εδαφίου εφαρµόζονται ανάλογα και στα νοµικά πρόσωπα µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα που τηρούν διπλογραφικά βιβλία. Η υποβαλλόµενη δήλωση συνοδεύεται υποχρεωτικά µε αναλυτική κατάσταση εσόδων και εξόδων.

γ) Από τα ηµεδαπά νοµικά πρόσωπα που έχουν τεθεί υπό εκκαθάριση, µέσα σε ένα
(1) µήνα από τη λήξη της εκκαθάρισης για τα εισοδήµατα που αποκτήθηκαν κατά την περίοδο αυτή. Σε περίπτωση παράτασης της εκκαθάρισης πέραν του έτους υποβάλλεται προσωρινή δήλωση για τα εισοδήµατα κάθε έτους µέσα σε ένα (1) µήνα από τη λήξη του, επιφυλασσοµένης της υποβολής οριστικής δήλωσης συγχρόνως µε τη λήξη της εκκαθάρισης. Σε περίπτωση µη υποβολής της δήλωσης ή υποβολής ανακριβούς δήλωσης, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας εκδίδει προσωρινό φύλλο ελέγχου, το οποίο περιέχει το φορολογητέο εισόδηµα που προκύπτει από τα βιβλία και το ποσό του φόρου που αναλογεί µαζί µε τον πρόσθετο φόρο που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 ν. 2523/1997, αντίγραφο του οποίου κοινοποιείται στο υπόχρεο νοµικό πρόσωπο. Ο φόρος βεβαιώνεται εφάπαξ αµέσως µετά την οριστικοποίηση του προσωρινού φύλλου ελέγχου. Κατά του προσωρινού φύλλου ελέγχου επιτρέπονται τα ένδικα µέσα που προβλέπονται από τον Κώδικα Διοικητικής Δικονοµίας. Οι δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται κατά την προσωρινή διαδικασία αποτελούν προσωρινό δεδικασµένο και δεν επηρεάζουν την κύρια δίκη. Από το ποσό του κύριου και πρόσθετου φόρου που πρόκειται να βεβαιωθεί µε βάση το οριστικό φύλλο ελέγχου εκπίπτει ο φόρος που έχει καταλογισθεί µε τα προσωρινά φύλλα ελέγχου και ο επιπλέον φόρος που έχει καταβληθεί επιστρέφεται µετά την τελεσιδικία της εγγραφής.
δ) Από τα διαλυόµενα νοµικά πρόσωπα, για τα οποία δεν επιβάλλεται από το νόµο εκκαθάριση, µέσα σε ένα (1) µήνα από τη διάλυση και σε κάθε περίπτωση πριν από τη διάθεση µε οποιονδήποτε τρόπο των περιουσιακών στοιχείων τους.

3.Οι διατάξεις των παραγράφων 4, 5 και 6 του άρθρου 57 εφαρµόζονται ανάλογα και στα νοµικά πρόσωπα του άρθρου 1.

4. Αν στα καθαρά κέρδη των νοµικών προσώπων της παραγράφου 4 του άρθρου 1συµπεριλαµβάνονται και εισοδήµατα απαλλασσόµενα της φορολογίας ή , εφόσον µέσα σε έξι (6) µήνες από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου δεν συνέρχεται η γενική συνέλευση των µετόχων για να εγκρίνει την προταθείσα από το διοικητικό συµβούλιο διανοµή κερδών ή συνέρχεται και τροποποιεί την προταθείσα αυτή διανοµή κερδών, υποχρεούνται να υποβάλλουν τροποποιητική δήλωση εντός τριάντα (30) ηµερών από τη λήξη του πιο πάνω εξαµήνου για τα φορολογητέα κέρδη, που προκύπτουν κατά την εφαρµογή των διατάξεων της παραγράφου 18 του άρθρου
18. Ο τυχόν οφειλόµενος, βάσει της τροποποιητικής δήλωσης, φόρος και προκαταβολή φόρου καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες µηνιαίες δόσεις, από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται µε την υποβολή της εµπρόθεσµης δήλωσης και οι υπόλοιπες δύο την τελευταία εργάσιµη ηµέρα των δύο επόµενων µηνών. Σε περίπτωση µεταγενέστερης, αλλά µέσα στην ίδια διαχειριστική περίοδο, µερικής ή ολικής έγκρισης της διανοµής, εφαρµόζονται επίσης οι διατάξεις της παραγράφου 18 του άρθρου 18 του παρόντος. Προς τούτο, υποβάλλεται συµπληρωµατική δήλωση µέσα σε τριάντα (30) ηµέρες από το χρόνο έγκρισης από τη γενική συνέλευση και ο οφειλόµενος φόρος καταβάλλεται εφάπαξ µε την υποβολή της εµπρόθεσµης δήλωσης.
Οι διατάξεις των δύο προηγούµενων εδαφίων εφαρµόζονται ανάλογα και σε περίπτωση περαιτέρω διανοµής κερδών του ίδιου οικονοµικού έτους, εφόσον η διανοµή λαµβάνει χώρα µέχρι το χρόνο λήξης της τρέχουσας διαχειριστικής περιόδου.

6. Η δήλωση υπογράφεται από το νόµιµο εκπρόσωπο του νοµικού προσώπου και υποβάλλεται από τον ίδιο ή πρόσωπο που έχει ορισθεί από αυτόν. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών, που δηµοσιεύονται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόµενο της δήλωσης, καθώς και τα δικαιολογητικά ή άλλα στοιχεία που υποβάλλονται µαζί µε αυτή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΠΑΡΑΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΦΟΡΩΝ

Άρθρο 60
Απόδοση του φόρου µε διµηνιαίες δηλώσεις

1. Όσοι παρακρατούν φόρο, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 53, των παραγράφων 1 περιπτώσεις α’ και δ’ και 2 του άρθρου 54, καθώς και της παραγράφου 4 του άρθρου 55, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν µε εφάπαξ καταβολή στη δηµόσια οικονοµική υπηρεσία της έδρας τους, µέχρι την 20ή ηµέρα των µηνών Μαρτίου, Μαΐου, Ιουλίου, Σεπτεµβρίου, Νοεµβρίου και Ιανουαρίου κάθε έτους µε προσωρινή δήλωση, η οποία περιλαµβάνει τα ακαθάριστα ποσά που έχουν καταβληθεί στο προηγούµενο ηµερολογιακό δίµηνο και το φόρο που παρακρατήθηκε. Η υποβολή της δήλωσης πραγµατοποιείται ανάλογα µε το τελευταίο ψηφίο του αριθµού φορολογικού µητρώου (Α.Φ.Μ.) του φορολογουµένου, µε αρχή για το ψηφίο 1 την εικοστή (20η) ηµέρα των µηνών αυτών και ολοκληρώνεται µέσα σε έντεκα (11) εργάσιµες ηµέρες.

2. Ειδικά, υποχρεούται σε απόδοση των ποσών που παρακρατήθηκαν κατά τη διάρκεια κάθε µήνα, µέχρι την εικοστή ηµέρα του επόµενου από την παρακράτηση µήνα:

α) ο υπόχρεος παρακράτησης φόρου που απασχολούσε κατά µέσο όρο, κατά την προηγούµενη χρήση, περισσότερα από πενήντα πρόσωπα, και
β) τα ασφαλιστικά ταµεία για την καταβολή των συντάξεων.
Για την υποβολή της δήλωσης έχουν εφαρµογή οι διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου.

3. Εκτός από τις προσωρινές δηλώσεις εκείνοι που έχουν υποχρέωση να παρακρατούν φόρο σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 53 οφείλουν να επιδίδουν µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του Μαρτίου κάθε έτους, στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας της έδρας τους, οριστική δήλωση η οποία περιλαµβάνει το ονοµατεπώνυµο και τη διεύθυνση κατοικίας κάθε δικαιούχου, τον αριθµό φορολογικού µητρώου του, το ποσό των αµοιβών, το ποσό του φόρου που αναλογεί επ’ αυτών µε βάση την κλίµακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15, µε το ποσό του φόρου που οφείλεται µετά την έκπτωση από το φόρο που αναλογεί στο ποσοστό που ορίζεται µε τις διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 53, το φόρο που παρακρατήθηκε για κάθε µισθωτό ή ηµεροµίσθιο ή συνταξιούχο κατά περίπτωση, καθώς και το υπόλοιπο για καταβολή ποσό φόρου, το οποίο καταβάλλεται εφάπαξ µε την υποβολή της δήλωσης.

Εκτός από τις προσωρινές δηλώσεις εκείνοι που έχουν υποχρέωση να παρακρατούν φόρο σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 54 οφείλουν να επιδίδουν µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του Απριλίου κάθε έτους, στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας της έδρας τους, οριστική δήλωση η οποία περιλαµβάνει το ονοµατεπώνυµο και τη διεύθυνση κατοικίας κάθε δικαιούχου, τον αριθµό φορολογικού µητρώου του, το ποσό των αµοιβών από ελευθέρια επαγγέλµατα και το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε για κάθε δικαιούχο. Εκτός από τις προσωρινές δηλώσεις εκείνοι που έχουν υποχρέωση να παρακρατούν φόρο σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 54 οφείλουν να επιδίδουν µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του Μαΐου κάθε έτους, στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας της έδρας τους, οριστική δήλωση η οποία περιλαµβάνει το ονοµατεπώνυµο και τη διεύθυνση κατοικίας κάθε δικαιούχου, τον αριθµό φορολογικού µητρώου του, το ποσό του εισοδήµατος από εµπορικές επιχειρήσεις και το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε για κάθε δικαιούχο. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόµενο των πιο πάνω οριστικών δηλώσεων, ο τρόπος υποβολής τους και κάθε άλλο σχετικό θέµα.

4. Κατ’ εξαίρεση, οι υπόχρεοι που παρακρατούν φόρο κατά την καταβολή αµοιβών σε αξιωµατικούς του εµπορικού ναυτικού, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες σε πλοία, αποδίδουν µε εφάπαξ καταβολή τα ποσά που παρακράτησαν, µε εξαµηνιαίες δηλώσεις, τις οποίες θα υποβάλλουν στην αρµόδια δηµόσια οικονοµική υπηρεσία µέσα στο πρώτο δεκαπενθήµερο του Σεπτεµβρίου, για τα ποσά φόρου που παρακράτησαν κατά τη διάρκεια του πρώτου ηµερολογιακού εξαµήνου κάθε έτους και µέσα στο πρώτο δεκαπενθήµερο του Μαρτίου, για τα ποσά φόρου που παρακράτησαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου ηµερολογιακού εξαµήνου κάθε έτους. Για την καταβολή του φόρου που πρέπει να παρακρατείται από τις κάθε είδους αµοιβές των αξιωµατικών των εµπορικών πλοίων ευθύνονται αλληλέγγυα και αδιαίρετα, βάσει του τίτλου που έχει αποκτηθεί έστω για έναν από τους υπόχρεους, ο οποίος ισχύει και ως προς τους άλλους υπόχρεους για τη λήψη των αναγκαίων µέτρων για την είσπραξη του φόρου:

α) Όλοι οι κατά καιρούς πλοιοκτήτες, για το φόρο που οφείλεται πριν από τη χρονολογία µεταβίβασης από αυτούς της κυριότητας του πλοίου, ως και διάδοχοι τους.

β) Οι εφοπλιστές, για το χρονικό διάστηµα κατά το οποίο είχαν την εκµετάλλευση πλοίου.

γ) Σε περίπτωση συµπλοιοκτησίας, κάθε συµπλοιοκτήτης ανάλογα µε το ποσοστό της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας του επί του πλοίου και οι διαχειριστές, για το χρονικό διάστηµα που είχαν τη διαχείριση του πλοίου, για ολόκληρο το ποσό του φόρου.

δ) Οι διευθυντές, διαχειριστές και γενικά οι εκπρόσωποι των κάθε είδους εταιρειών ή επιχειρήσεων, οι οποίες εκµεταλλεύονται πλοία, ο καθένας χωριστά για ολόκληρο το ποσό του φόρου.
Για τον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας ως εκπρόσωποι των πλοιοκτητών θεωρούνται και οι πράκτορες ή πληρεξούσιοι τους στην Ελλάδα, οι οποίοι έχουν ευθύνη για τις υποχρεώσεις που αφορούν το φόρο µισθωτών υπηρεσιών, τις οποίες έχουν τα πρόσωπα τα οποία εκπροσωπούν, µόνον εφόσον έχουν αναλάβει την προσωπική ευθύνη για τις υποχρεώσεις αυτές και τούτο αποδεικνύεται από σχετικό έγγραφο. Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρµόζονται και για το κατώτερο πλήρωµα του εµπορικού ναυτικού.
Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του Ν. 27/1975 (Φ.Ε.Κ. 77/Α’) εφαρµόζονται αναλόγως και για την καταβολή του φόρου αυτής της παραγράφου.

5. Σε περίπτωση θανάτου του προσώπου που ενήργησε την παρακράτηση του φόρου, υπόχρεοι σε απόδοση του κατά τα οριζόµενα στις προηγούµενες παραγράφους και σε επίδοση της οριστικής δήλωσης στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, είναι οι κληρονόµοι αυτού και ο καθένας ανάλογα µε την κληρονοµική µερίδα που περιήλθε σε αυτόν.

6. Σε περίπτωση µη υποβολής προσωρινής δήλωσης ή εκπρόθεσµης υποβολής ή υποβολής ανακριβούς προσωρινής δήλωσης, επιβάλλεται πρόσθετος φόρος και πρόστιµο, κατά τα οριζόµενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’), µε ενιαίο φύλλο ελέγχου που εκδίδεται µετά τη λήξη της προθεσµίας για την υποβολή της οριστικής δήλωσης, επιφυλασσοµένων των διατάξεων 78 και 79για τον προσωρινό έλεγχο. Επίσης, όταν συντρέχει περίπτωση, επιβάλλονται και οι λοιπές κυρώσεις του παρόντος.

7. Δήλωση που υποβάλλεται χωρίς την ταυτόχρονη καταβολή του φόρου θεωρείται απαράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννοµο αποτέλεσµα.

8. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονοµικών και Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, που δηµοσιεύονται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται ο τύπος και το περιεχόµενο της προσωρινής δήλωσης Φ.Μ.Υ. η οποία εκτός από τα ακαθάριστα ποσά, το φόρο και το ποσό της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του Ν. 3986/2011 (Φ.Ε.Κ. 152/Α’) που παρακρατήθηκε από ορισµένες κατηγορίες υπόχρεων στον προηγούµενο ηµερολογιακό µήνα, δύναται να περιλαµβάνει και τις οφειλόµενες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης που αντιστοιχούν στις ανωτέρω ακαθάριστες αποδοχές και γενικά ρυθµίζεται κάθε άλλο σχετικό θέµα που αφορά την υποβολή των δηλώσεων αυτών.


Άρθρο 61
Απόδοση του φόρου µε µηνιαίες δηλώσεις

1. Όσοι παρακρατούν φόρο, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 31, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν µε εφάπαξ καταβολή στη δηµόσια οικονοµική υπηρεσία της έδρας τους, υποβάλλοντας δήλωση µέσα στον επόµενο από την παρακράτηση µήνα, η οποία περιλαµβάνει το ονοµατεπώνυµο, όνοµα πατέρα ή συζύγου, τη διεύθυνση των δικαιούχων, τα καταβληθέντα ποσά και το φόρο που αναλογεί σε αυτά.

2. Όσοι παρακρατούν φόρο, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 55, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν εφάπαξ, µε την υποβολή δήλωσης στη δηµόσια οικονοµική υπηρεσία, στην περιφέρεια της οποίας έγινε η καταβολή των ποσών για τα οποία παρακρατήθηκε ο φόρος, µέσα στο πρώτο δεκαπενθήµερο του επόµενου από την παρακράτηση του φόρου µήνα, µε εξαίρεση τον φόρο που παρακρατήθηκε από τα εισοδήµατα της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 28 ο οποίος αποδίδεται εφάπαξ µέσα σε δέκα (10) ηµέρες από τη λήξη της προθεσµίας που ορίζεταιγια το κλείσιµο του ισολογισµού.

3. Όσοι παρακρατούν φόρο σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 9 του άρθρου 15 και των παραγράφων 11 και 12 του άρθρου 21 καθώς και των περιπτώσεων β’, γ’, ε’, και στ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 54, υποχρεούνται να αποδίδουν αυτόν µε σχετική δήλωση, που πρέπει να υποβάλλουν µέσα στο πρώτο δεκαπενθήµερο του επόµενου από την παρακράτηση µήνα στη δηµόσια οικονοµική υπηρεσία στην περιφέρεια της οποίας έγινε η καταβολή των ποσών για τα οποία παρακρατήθηκε ο φόρος, ο οποίος αποδίδεται εφάπαξ µε την υποβολή της οικείας δήλωσης.

4. Οι διαχειριστές πάγιας προκαταβολής και οι υπόλογοι χρηµατικών ενταλµάτων, γενικά, αποδίδουν το φόρο µε µηνιαίες δηλώσεις που υποβάλλονται στη δηµόσια οικονοµική υπηρεσία της περιφέρειας τους µέχρι και το πρώτο δεκαήµερο του επόµενου µήνα από το µήνα της παρακράτησης.

5. Σε περίπτωση θανάτου του προσώπου που ενήργησε την παρακράτηση του φόρου, υπόχρεοι σε απόδοσή του, κατά τα οριζόµενα στις προηγούµενες παραγράφους, και σε επίδοση της οριστικής δήλωσης στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας είναι οι κληρονόµοι αυτού και ο καθένας ανάλογα µε την κληρονοµική µερίδα που περιήλθε σε αυτόν.

6. Σε περίπτωση µη υποβολής δήλωσης η υποβολής εκπρόθεσµης ή ανακριβούς δήλωσης του άρθρου αυτού επιβάλλεται πρόσθετος φόρος και πρόστιµο, κατά τα οριζόµενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’). Επίσης, όταν συντρέχει περίπτωση, επιβάλλονται και οι λοιπές κυρώσεις του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’)..

8. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών, που δηµοσιεύονται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται ο τύπος και το περιεχόµενο των δηλώσεων αυτού του άρθρου, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή του.

Άρθρο 62
Απόδοση λοιπών παρακρατούµενων φόρων

1. Ο κατά το άρθρο 27 παρακρατούµενος φόρος αποτελεί έσοδο του οικονοµικού έτους επί του οποίου υπολογίστηκαν οι τόκοι, βεβαιώνεται µέχρι την τελευταία εργάσιµη ηµέρα του µηνός Δεκεµβρίου του έτους αυτού και αποδίδεται µε εφάπαξ καταβολή στο Δηµόσιο, µε την υποβολή δήλωσης, από τον οφειλέτη των τόκων ή από εκείνον που εξαργύρωσε τα τοκοµερίδια, στη δηµόσια οικονοµική υπηρεσία στην περιφέρεια της οποίας αυτός έχει την έδρα του κεντρικού, µέσα σε προθεσµία δεκαπέντε (15) ηµερών από το τέλος του µήνα που υπολογίστηκαν οι τόκοι. Ειδικά :
α) Ο φόρος που αναλογεί στα οµόλογα χωρίς κουπόνια αποδίδεται στο Δηµόσιο µέσα σε ένα (1) µήνα από τη διάθεση τους στους ενδιαφεροµένους.
β) Τα πιστωτικά ιδρύµατα, που υπολογίζουν τους τόκους εφάπαξ κατ’ έτος, υποχρεούνται στην υποβολή προσωρινής δήλωσης και στην απόδοση του αντίστοιχου φόρου µέσα σε προθεσµία δεκαπέντε (15) ηµερών από το τέλος του µήνα στον οποίο υπολογίστηκαν οι τόκοι. Η οριστική δήλωση υποβάλλεται µέσα σε πέντε (5) µήνες από το τέλος του µήνα στον οποίο υπολογίστηκαν οι τόκοι µαζί µε την τυχόν θετική διαφορά φόρου. Στην περίπτωση αρνητικής διαφοράς ο φόρος επιστρέφεται στο πιστωτικό ίδρυµα ως αχρεωστήτως καταβληθείς.

2. Η δήλωση περιέχει τα στοιχεία του υπόχρεου απόδοσης του φόρου, το συνολικό ποσό των τόκων, το µήνα υπολογισµού των τόκων των καταθέσεων ή της εξαργύρωσης των τοκοµεριδίων, καθώς και το ποσό του φόρου που παρακρατήθηκε και αποδίδεται στο Δηµόσιο.

3. Οι διατάξεις των άρθρων 75, 77, 82, 85, 86, 87, 88 και 91 του παρόντος και των άρθρων 1, 4, 10 και της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’), εφαρµόζονται αναλόγως, για τη διαδικασία υποβολής των δηλώσεων, ελέγχου αυτών και βεβαίωσης του φόρου που επιβάλλεται µε αυτό το άρθρο.

4.Ο φόρος για τους τόκους της παραγράφου 6 του άρθρου 27 για τα έντοκα γραµµάτια του Ελληνικού Δηµοσίου, που εκδίδονται µε φυσικούς τίτλους ή µε τη µορφή άϋλων τίτλων, προεισπράττεται κατά την έκδοσή τους, ενώ για τα οµόλογα ο φόρος παρακρατείται κατά το χρόνο της εξαργύρωσης των τοκοµεριδίων τους ή κατά τη λήξη τους, όταν πρόκειται για οµόλογα χωρίς τοκοµερίδια (ZERO COUPON). Σε περίπτωση σιωπηρής ανανέωσης έντοκων γραµµατίων, για τους τόκους που προκύπτουν στο διάστηµα που διαρκεί η ανανέωση, γίνεται παρακράτηση του φόρου που αναλογεί κατά το χρόνο της εξόφλησής τους. Με τον προεισπραττόµενο ή παρακρατούµενο κατά περίπτωση φόρο, πιστώνεται ο τηρούµενος στην Τράπεζα της Ελλάδος οικείος λογαριασµός του Ελληνικού Δηµοσίου. Οι διατάξεις του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζονται όταν έχει µεσολαβήσει µεταβίβαση του οµολόγου ή τοκοµεριδίου αυτού πριν από τη λήξη. Στην περίπτωση αυτή, ο φόρος που παρακρατείται κατά το χρόνο της εξαργύρωσης του τοκοµεριδίου ή κατά τη λήξη του οµολόγου και αναλογεί στο χρονικό διάστηµα που µεσολαβεί από την τελευταία µεταβίβαση µέχρι το χρόνο εξαργύρωσης, αποδίδεται µε δήλωση της δικαιούχου τράπεζας ή αυτής που µεσολαβεί για λογαριασµό τρίτου, µέσα στο πρώτο δεκαπενθήµερο του επόµενου από την παρακράτηση µήνα, µε δήλωση που υποβάλλει στη Δ.Ο.Υ. που ανήκει.
Για τους τόκους, οι οποίοι αποκτώνται από τα πρόσωπα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 6 του άρθρου 27 και προκύπτουν από έντοκους τίτλους που εκδίδονται στην Ελλάδα µε τις εγκρίσεις που προβλέπει η κείµενη νοµοθεσία, από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το Διεθνή Οργανισµό Χρηµατοδοτήσεως, τη Διεθνή Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως και την Ασιατική Τράπεζα Αναπτύξεως σε περίπτωση µεταβίβασης του οµολόγου ή τοκοµεριδίου του πριν από τη λήξη του, η µεσολαβούσα τράπεζα προβαίνει σε παρακράτηση φόρου για τους δεδουλευµένους µέχρι το χρόνο µεταβίβασης τόκους και για την απόδοση του φόρου αυτού εφαρµόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 61. Αν το οµόλογο ή τοκοµερίδιο που µεταβιβάζεται ανήκει στην τράπεζα, υποχρεούται η ίδια να καταβάλει το φόρο που αναλογεί στους πιο πάνω δεδουλευµένους τόκους.
Ο φόρος αυτός παρακρατείται κατά το χρόνο λήξης και εξόφλησης των τοκοµεριδίων τους ή κατά τη λήξη των τίτλων, όταν πρόκειται για οµόλογα χωρίς τοκοµερίδια, από το διαχειριστή εκάστου δανείου ή από το νόµιµο εκπρόσωπο του εκδότη στην Ελλάδα ή από άλλο εξουσιοδοτηµένο προς τούτο πρόσωπο. Ο παρακρατούµενος φόρος του προηγούµενου εδαφίου αποδίδεται µε εφάπαξ καταβολή στο Δηµόσιο, µε την υποβολή δήλωσης, από το πρόσωπο που διενήργησε την παρακράτηση, στη Δ.Ο.Υ. στην περιφέρεια της οποίας αυτό έχει την έδρα του, µέσα στο πρώτο δεκαπενθήµερο του επόµενου µήνα που έγινε η παρακράτηση του φόρου.

5. Όταν στα πλαίσια εφαρµογής του προγράµµατος συµµετοχής στην αναδιάταξη του ελληνικού χρέους, οι κάτοχοι οµολόγων του Ελληνικού Δηµοσίου ή εταιρικών οµολόγων, για τα οποία υπάρχει εγγύηση του Ελληνικού Δηµοσίου, αποκτούν νέα οµόλογα του Ευρωπαϊκού Ταµείου Χρηµατοοικονοµικής Σταθερότητας για το ποσό των δεδουλευµένων και µη καταβληθέντων τόκων που αναλογούν µέχρι του χρόνου ανταλλαγής των αρχικών οµολόγων, η παρακράτηση του φόρου που οφείλεται λόγω προεξόφλησης των τόκων µε νέα οµόλογα διενεργείται κατά το χρόνο λήξης των νέων οµολόγων από τη µεσολαβούσα τράπεζα. Η απόδοση του φόρου ενεργείται µέσα στο πρώτο δεκαπενθήµερο του επόµενου από την παρακράτηση µήνα µε
δήλωση που υποβάλλεται στην αρµόδια Δ.Ο.Υ. και σε περίπτωση που δικαιούχος των τόκων είναι η ίδια η τράπεζα, αυτή υποχρεούται να καταβάλει τον οφειλόµενο φόρο µέσα στην ίδια προθεσµία.
Οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 3 του Ν. 4046/2012 (Φ.Ε.Κ. 28/Α’) εφαρµόζονται ανάλογα και για τους τόκους της παραγράφου αυτής.

6. Ο φόρος για τα εισοδήµατα του άρθρου 25 καταβάλλεται εφάπαξ µε την υποβολή δήλωσης στην αρµόδια δηµόσια οικονοµική υπηρεσία του δικαιούχου και πριν την κατάθεση της σχετικής σύµβασης µεταβίβασης, όπου αυτή απαιτείται. Η σχετική δήλωση υποβάλλεται σε τρία (3) αντίτυπα από τα οποία τα δύο (2) επιστρέφονται θεωρηµένα στο δικαιούχο του κέρδους ή της ωφέλειας. Εάν η οικεία πράξη µεταβίβασης ή εκχώρησης γίνεται µε ιδιωτικό έγγραφο, ο προϊστάµενος της αρµόδιας Δ.Ο.Υ. υποχρεούται να αρνηθεί τη θεώρηση του εγγράφου αυτού, εάν δεν επισυνάπτεται σε αυτό αντίτυπο της οικείας δήλωσης και δεν αναγράφονται στο σώµα του εγγράφου τα στοιχεία αυτής. Στο ιδιωτικό αυτό έγγραφο πρέπει απαραιτήτως να αναγράφεται το κέρδος ή η ωφέλεια που προέκυψε από την µεταβίβαση/εκχώρηση.

Σε περίπτωση µεταβίβασης ή εκχώρησης περιουσιακού στοιχείου, χωρίς να υποβληθεί η οικεία δήλωση από το δικαιούχο του κέρδους ή της ωφέλειας για να καταβληθεί µε βάση αυτή ο φόρος εφάπαξ, το πρόσωπο που αποκτά το περιουσιακό στοιχείο είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον συνυπεύθυνο µε τον µεταβιβάζοντα ή εκχωρούντα για την πληρωµή του φόρου που οφείλεται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ

Άρθρο 63
Καταβολή του φόρου για τα φυσικά πρόσωπα

Ο φόρος, που αναλογεί στο συνολικό καθαρό εισόδηµα ή το υπόλοιπο που αποµένει µετά τις εκπτώσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 15, καταβάλλεται σε τρεις (3) ίσες δόσεις από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του επόµενου µήνα από τη βεβαίωση του φόρου και η καθεµία από τις επόµενες την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του τρίτου και πέµπτου µήνα, αντιστοίχως, από τη βεβαίωση του φόρου.
Αν ο φόρος βεβαιώνεται τους µήνες Αύγουστο και Σεπτέµβριο του οικείου οικονοµικού έτους, καταβάλλεται σε δύο (2) ίσες δόσεις από τις οποίες η πρώτη καταβάλλεται µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του επόµενου µήνα από τη βεβαίωση του φόρου και η δεύτερη την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του τρίτου µήνα από τη βεβαίωση του φόρου.
Αν ο φόρος βεβαιώνεται το µήνα Οκτώβριο του οικείου οικονοµικού έτους και µετά, καταβάλλεται εφάπαξ µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του µεθεπόµενου µήνα από τη βεβαίωση του φόρου. Αν το συνολικό ποσό της οφειλής, η οποία προκύπτει µε βάση την αρχική δήλωση του υπόχρεου, είναι µέχρι το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για τον ίδιο και για τη σύζυγό του αθροιστικά λαµβανόµενο, τούτο θα καταβληθεί µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του µεθεπόµενου µήνα από τη βεβαίωση του φόρου.
Όταν ο φόρος που οφείλεται µε βάση την εµπρόθεσµη δήλωση καταβάλλεται εφάπαξ µέσα στην προθεσµία της πρώτης δόσης, ανεξάρτητα αν βεβαιώθηκε σε µία ή περισσότερες δόσεις, παρέχεται στο συνολικό ποσό του φόρου και των λοιπών συµβεβαιούµενων µε αυτόν οφειλών έκπτωση ενάµισι τοις εκατό (1,5%).
Κατά την καταβολή του φόρου που προκύπτει µε βάση τροποποιητική δήλωση παρέχεται έκπτωση ποσοστού ενάµισι τοις εκατό (1,5%) στο σύνολο της νέας οφειλής, εφόσον αυτή είναι µικρότερη από την αρχική και ο υπόχρεος κατέβαλε την αρχική οφειλή και έτυχε παρόµοιας έκπτωσης ή κατέβαλε µέσα στην προθεσµία της πρώτης δόσης ποσό της αρχικής οφειλής που καλύπτει σε ποσοστό ενενήντα οκτώ και µισό τοις εκατό (98,5%) της νέας οφειλής, εφόσον το λάθος οφείλεται σε υπαιτιότητα της φορολογικής αρχής.

Άρθρο 64
Καταβολή του φόρου για τα νοµικά πρόσωπα

1. Ο φόρος εισοδήµατος, η βεβαιούµενη µε βάση το άρθρο 50 προκαταβολή φόρου εισοδήµατος, τα τέλη χαρτοσήµου κ.λπ. ποσά, που οφείλονται µε βάση τη δήλωση του άρθρου 59, καταβάλλονται:
α) Από τα νοµικά πρόσωπα που υποβάλλουν δήλωση σύµφωνα µε τις διατάξεις των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 59, σε οκτώ (8) ίσες µηνιαίες δόσεις, από τις οποίες, η µεν πρώτη µε την υποβολή της εµπρόθεσµης δήλωσης, οι δε υπόλοιπες επτά (7), µέχρι την τελευταία εργάσιµη για τις δηµόσιες υπηρεσίες ηµέρα των επτά (7) επόµενων µηνών, από τη λήξη της προθεσµίας υποβολής της δήλωσης.
β) Από τα νοµικά πρόσωπα που υποβάλλουν δήλωση σύµφωνα µε τις διατάξεις των περιπτώσεων γ’ και δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 59, εφάπαξ µε την υποβολή της εµπρόθεσµης προσωρινής ή οριστικής δήλωσης.
2. Δήλωση που υποβάλλεται χωρίς την καταβολή των αναφερόµενων στην προηγούµενη παράγραφο ποσών, θεωρείται απαράδεκτη και δεν παράγει κανένα έννοµο αποτέλεσµα. Αν καταβληθεί εφάπαξ το συνολικό ποσό της οφειλής, που αναφέρεται στην προηγούµενη παράγραφο µε την εµπρόθεσµη δήλωση, παρέχεται έκπτωση ενάµισι τοις εκατό (1,5%) επί του καταβαλλόµενου ποσού.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΤΡΙΤΩΝ

Άρθρο 65
Αλλαγή έδρας

1. Αν ο υπόχρεος σε δήλωση µεταβάλει την κατοικία ή τη διαµονή του, έχει υποχρέωση να υποβάλλει, µέχρι τη λήξη του οικείου έτους, στον προϊστάµενο της Δηµόσιας Οικονοµικής Υπηρεσίας που είναι αρµόδιος πριν από τη µεταβολή, τη δήλωση που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 της 1027411/842/ΔΜ/ 26.2.1998 (Φ.Ε.Κ. 193/Β’) απόφασης του Υπουργού Οικονοµικών, για τον τόπο της νέας κατοικίας ή διαµονής του.

2. Αν πρόκειται για αλλαγή της έδρας της κύριας επιχείρησης ή του επαγγέλµατος εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 36 του Ν. 2859/2000 (Φ.Ε.Κ. 248/Α’).

3. Αν δεν υποβληθεί η δήλωση που προβλέπουν οι παράγραφοι 1 και 2, αρµοδίως επιλαµβάνεται για την επιβολή του φόρου ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας που είναι αρµόδιος πριν από τη µεταβολή.

4. Η παράλειψη υποβολής της δήλωσης που προβλέπεται από την παράγραφο 1, καθώς και η υποβολή ανακριβούς δήλωσης, συνεπάγεται την επιβολή προστίµου που ορίζεται στο άρθρο 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α΄).


Άρθρο 66
Αλλαγή χρόνου λήξης διαχειριστικής περιόδου

Αλλαγή του χρόνου λήξης της διαχειριστικής περιόδου του άρθρου 8 µε σύντµηση ή επιµήκυνση αυτής επιτρέπεται, εφόσον συντρέχουν ειδικοί λόγοι που την επιβάλλουν. Για την αλλαγή αυτήν απαιτείται έγκριση του προϊσταµένου της Δηµόσιας Οικονοµικής Υπηρεσίας, µετά από σχετική αίτηση του επιτηδευµατία, που υποβάλλεται το αργότερο ένα (1) µήνα πριν από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου της οποίας ζητείται η επιµήκυνση ή ένα (1) µήνα πριν από την αιτούµενη λήξη της υπό σύντµηση διαχειριστικής περιόδου. Η αίτηση που υποβάλλεται εκπρόθεσµα θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί.

Άρθρο 67
Υποχρεώσεις εκµισθωτών ακινήτων

1. Ιδιωτικά έγγραφα µίσθωσης αστικών ακινήτων ασχέτως ποσού µισθώµατος ή γεωργικών ακινήτων, εφόσον το µίσθωµα είναι ανώτερο των εκατό (100) ευρώ κατά µήνα, υποβάλλονται µε τη χρήση σύγχρονων ηλεκτρονικών µεθόδων και δικτυακών υποδοµών από τον εκµισθωτή ή τον µισθωτή, µέσα στον επόµενο µήνα από τη σύνταξή τους.

2. Τα έγγραφα της προηγούµενης παραγράφου εφόσον δεν έχουν υποβληθεί, στερούνται κάθε αποδεικτικής δύναµης και δεν εξετάζονται από τα δικαστήρια και τις δηµόσιες γενικά αρχές. Επίσης, στερούνται αποδεικτικής δύναµης και τα αντέγγραφα, µε τα οποία συµφωνείται µίσθωµα διαφορετικό από το καθοριζόµενο στο έγγραφο της µίσθωσης.

3. Αν µεταβιβασθεί η κυριότητα ακινήτου, ο νέος κύριος είναι αλληλεγγύως και εις ολόκληρο συνυπεύθυνος µε τον προκάτοχο για την πληρωµή του φόρου των τριών (3) πριν από τη µεταβίβαση ετών, που αναλογεί επιµεριστικά στο εισόδηµα του ακινήτου που µεταβιβάστηκε και προκύπτει από την εγγραφή που υπάρχει κατά την ηµέρα της µεταβίβασης. Οι συµβολαιογράφοι έχουν υποχρέωση να υπενθυµίζουν τη διάταξη αυτή στους συµβαλλόµενους και να αναγράφουν τούτο ρητά στο συµβόλαιο της αγοραπωλησίας.

4. Όσοι δεν υποβάλλουν τα έγγραφα µίσθωσης ακινήτου ή τα υποβάλλουν εκπρόθεσµα, καθώς και οι συµβολαιογράφοι που δεν εφαρµόζουν τις διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου, υπόκεινται σε πρόστιµο που ορίζεται µε την παράγραφο 1 του άρθρου 4του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α΄).

Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών µπορεί να καθορίζονται ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία υποβολής τους και κάθε άλλη λεπτοµέρεια για την εφαρµογή των διατάξεων αυτών.

5. Ο εκµισθωτής µπορεί να αµφισβητήσει τον καθορισµό της µισθωτικής αξίας του ακινήτου όπως αυτή προσδιορίζεται µε βάση την παράγραφο 4 του άρθρου 22, εφόσον από εξαιρετικούς λόγους, που ανάγονται αποκλειστικά στους παράγοντες που επηρεάζουν τη µισθωτική αξία του, αυτή είναι µικρότερη από το τριάµισι τοις εκατό (3,5%) της πιο πάνω αξίας του. Η επίκληση των λόγων αυτών, καθώς και η προσαγωγή των σχετικών αποδεικτικών στοιχείων γίνεται µε την προσφυγή, η οποία ασκείται από το φορολογούµενο, σύµφωνα µε τις κείµενες διατάξεις µέχρι την 31η Δεκεµβρίου του οικείου οικονοµικού έτους. Αν ο φορολογούµενος λάβει το εκκαθαριστικό σηµείωµα µετά την 31η Δεκεµβρίου του οικείου οικονοµικού έτους, η προσφυγή ασκείται µέσα στις προθεσµίες που ορίζονται στο άρθρο 66 του Ν. 2717/1999 (Φ.Ε.Κ. 97/Α’). Ισχυρισµοί που δεν περιέχονται στην προσφυγή αυτή δεν µπορούν να προβληθούν παραδεκτώς ενώπιον του αρµόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, εκτός αν η όψιµη προβολή τους κρίνεται από το διοικητικό πρωτοδικείο αποχρώντως δικαιολογηµένη.

Άρθρο 68
Υποχρεώσεις µισθωτών ακινήτων και θαλάσσιων σκαφών αναψυχής

1. Οι µισθωτές ακινήτων πάσης φύσεως, καθώς και θαλάσσιων σκαφών αναψυχής, έχουν υποχρέωση να δηλώνουν αναλυτικά κάθε οικονοµικό έτος, µε τη δήλωση φορολογίας εισοδήµατος, τα ενοίκια που κατέβαλαν κατά το αµέσως προηγούµενο ηµερολογιακό έτος για τις µισθώσεις αυτές, το ονοµατεπώνυµο του εκµισθωτή, τον αριθµό φορολογικού µητρώου και τη διεύθυνση κατοικίας του. Επίσης, έχουν υποχρέωση να δηλώνουν και το ποσό που κατέβαλαν για την ανέγερση οικοδοµής σε έδαφος ξένης κυριότητας, όταν η οικοδοµή, µετά τη λήξη της µίσθωσης, έχει συµφωνηθεί να περιέλθει στον εκµισθωτή.

2. Οι µισθωτές αγροτικών ακινήτων δεν µπορούν να πάρουν δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος για την εκµετάλλευση των ακινήτων αυτών, αν το ιδιωτικό έγγραφο µίσθωσης δεν είναι θεωρηµένο από τον προϊστάµενο της αρµόδιας δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας.

3. σοι παραλείπουν να δηλώσουν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1, υπόκεινται σε πρόστιµο που ορίζεται στο άρθρο 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’).

Άρθρο 69
Υποχρεώσεις κοµιστών τίτλων

1. Οι κύριοι µετοχών και οµολογιών γενικά, όταν εξαργυρώνουν τις µερισµαταποδείξεις και τα τοκοµερίδια που ανήκουν στις µετοχές τους ή τις οµολογίες τους, έχουν υποχρέωση να παρίστανται αυτοπροσώπως ή µε ειδικό πληρεξούσιο τους, που εξουσιοδοτείται και µε απλή επιστολή. Αν δηλώνεται ότι η εξαργύρωση των µερισµαταποδείξεων και τοκοµεριδίων γίνεται για λογαριασµό τρίτου, το φυσικό ή το νοµικό πρόσωπο που ενεργεί την εξαργύρωση οφείλει να την αρνηθεί, εφόσον ο κοµιστής τους δεν είναι πληρεξούσιος που να αποδεικνύει επαρκώς την ταυτότητα του.

2. Κοµιστές ανώνυµων µετοχών που δεν είναι εισηγµένες στο Χρηµατιστήριο έχουν υποχρέωση, κατά την εξαργύρωση των µερισµαταποδείξεων, να υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 (Φ.Ε.Κ. 75/Α’) ότι είναι κύριοι ή επικαρπωτές των µετοχών. Αυτός που ενεργεί την εξαργύρωση των µερισµαταποδείξεων έχει υποχρέωση να την αρνηθεί, εφόσον δεν προσκοµίζεται η πιο πάνω υπεύθυνη δήλωση. Η δήλωση αυτή αποστέλλεται µέσα σε δύο (2) µήνες από τη λήξη κάθε ηµερολογιακού έτους, στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, που είναι αρµόδιος για τη φορολογία της ανώνυµης εταιρείας.

3. Όσοι παραβαίνουν τις υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τις προηγούµενες παραγράφους, υπόκεινται σε πρόστιµο που ορίζεται στο άρθρο 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’). Αν ο µέτοχος δεν υπέβαλε δήλωση ή υπέβαλε ψευδή υπεύθυνη δήλωση, τα ποσά των µερισµάτων, που είχαν απαλλαγεί από το φόρο εισοδήµατος, προστίθενται στα εισοδήµατα του πραγµατικού µετόχου και φορολογούνται µε τα ισχύοντα κατά το χρόνο που διαπιστώθηκε η παράβαση.

4. Η µεταβίβαση εν ζωή ή λόγω θανάτου ονοµαστικών ή ανώνυµων µετοχών µη εισηγµένων στο Χρηµατιστήριο Αθηνών πραγµατοποιείται αποκλειστικώς µε συµβολαιογραφικό έγγραφο ή µε ιδιωτικό έγγραφο θεωρηµένο από τον προϊστάµενο της οικείας δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας. Απόκτηση τέτοιων µετοχών κατά παράβαση της διάταξης του προηγούµενου εδαφίου θεωρείται άκυρη και δεν παράγει κανένα έννοµο δικαίωµα υπέρ αυτού που τις αποκτά, όπως το δικαίωµα είσπραξης µερίσµατος, συµµετοχής στις γενικές συνελεύσεις, µεταβίβασης των µετοχών αυτών κ.λπ.. Τα παραπάνω εφαρµόζονται ανάλογα και όταν αυτός που µεταβιβάζει τις εν λόγω µετοχές δεν είναι φυσικό πρόσωπο. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών, που δηµοσιεύονται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι λεπτοµέρειες που είναι αναγκαίες για την εφαρµογή αυτής της παραγράφου, καθώς και οι περιπτώσεις που η πιο πάνω µεταβίβαση µπορεί να γίνει και µε άλλον τρόπο.

Άρθρο 70
Υποχρεώσεις οφειλετών τόκων

1. Κάθε πρόσωπο που οφείλει τόκους οι οποίοι φορολογούνται, έχει υποχρέωση, µέσα σε ένα (1) µήνα από την ηµεροµηνία που οι τόκοι θα γίνουν ληξιπρόθεσµοι και απαιτητοί, να το γνωστοποιήσει στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, που είναι αρµόδιος για τη φορολογία του πιστωτή, σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 74 και 76. Η γνωστοποίηση γίνεται µε υπεύθυνη δήλωση από την οποία προκύπτει το ονοµατεπώνυµο και η κατοικία ή η έδρα του πιστωτή, το ποσό του δανείου, η τοκοφόρος χρονική περίοδος, το επιτόκιο, οι τόκοι που αναλογούν στο δάνειο και ο χρόνος που αυτοί έγιναν ληξιπρόθεσµοι και απαιτητοί. Οι εµπορικές επιχειρήσεις, την πιο πάνω υπεύθυνη δήλωση υποβάλλουν µέσα σε ένα
(1) µήνα από τη λήξη της διαχειριστικής τους περιόδου.
2. Όσοι παραβαίνουν την υποχρέωση που προβλέπεται στην προηγούµενη παράγραφο, υπόκεινται σε πρόστιµο που ορίζεται στο άρθρο 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’).

Άρθρο 71
Υποχρεώσεις συµβολαιογράφων, υποθηκοφυλάκων, τραπεζών κ.λπ.

1. Οι συµβολαιογράφοι υποχρεούνται να αρνηθούν τη σύνταξη συµβολαιογραφικών εγγράφων για τις περιπτώσεις α’ και β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 10 και τις περιπτώσεις ε’ της παραγράφου 1 και δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’) αν δεν προσκοµιστεί υπεύθυνη δήλωση του υπόχρεου εις διπλούν, από την οποία να προκύπτει ότι:

α) τα µισθώµατα του ακινήτου που µεταβιβάζεται ή υποθηκεύεται δηλώθηκαν εµπρόθεσµα στη φορολογία εισοδήµατος κατά την τελευταία διετία πριν από τη µεταβίβαση, ή την εγγραφή της υποθήκης ή ότι το γεωργικό εισόδηµα από την εκµετάλλευση του ακινήτου που µεταβιβάζεται δηλώθηκε στη φορολογία εισοδήµατος κατά την τελευταία διετία πριν από τη µεταβίβαση, ή

β) το µεταβιβαζόµενο ή υποθηκευόµενο ακίνητο δεν απέφερε εισόδηµα κατά το χρόνο που ήταν κύριος, επικαρπωτής ή νοµέας του και πάντως όχι πέραν των πέντε
(5) ετών από το χρόνο της µεταβίβασης ή της εγγραφής της υποθήκης. Η υπεύθυνη δήλωση µνηµονεύεται στο σχετικό συµβόλαιο. Το ένα αντίτυπο της υπεύθυνης δήλωσης οφείλουν οι συµβολαιογράφοι ή οι υποθηκοφύλακες να στέλνουν µέσα στον επόµενο µήνα από τη σύνταξη του συµβολαιογραφικού εγγράφου ή την εγγραφή της υποθήκης στον Προϊστάµενο της Δ.Ο.Υ. που είναι αρµόδια για τη φορολογία αυτού που µεταβιβάζει ακίνητο ή παραχωρεί υποθήκη. Ειδικά, σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσµης δήλωσης των, αντί για την προσκόµιση της πιο πάνω υπεύθυνης δήλωσης, απαιτείται η προσκόµιση πιστοποιητικού του προϊσταµένου της αρµόδιας δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, από το οποίο να προκύπτει ότι δηλώθηκαν τα µισθώµατα του µεταβιβαζόµενου ή υποθηκευόµενου ακινήτου την τελευταία διετία πριν από τη µεταβίβαση ή την εγγραφή της υποθήκης. Δεν απαιτείται η υποβολή της υπεύθυνης δήλωσης ή του πιστοποιητικού, όταν η εγγραφή υποθήκης γίνεται ύστερα από δικαστική απόφαση ή από το νόµο. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόµενο της υπεύθυνης δήλωσης και του πιστοποιητικού, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέµα για την εφαρµογή αυτής της παραγράφου. Στις συµβολαιογραφικές πράξεις που συντάσσονται για τη µεταβίβαση ή µε σκοπό τη µεταβίβαση ακινήτων, οι συµβολαιογράφοι υποχρεούνται να αναγράφουν, εκτός των λοιπών στοιχείων των αντισυµβαλλοµένων, και τον αριθµό φορολογικού µητρώου αυτών.

2. Οι φύλακες µεταγραφών υποχρεούνται να αρνηθούν τη µεταγραφή των δικαιοπραξιών για τις περιπτώσεις α’ και β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 10 και τις περιπτώσεις ε’ της παραγράφου 1 και δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’), όπως επίσης και τη µεταγραφή του πρακτικού συµβιβαστικής επίλυσης ιδιωτικών διαφορών του άρθρου 214Α του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας, καθώς και τη µεταγραφή της δήλωσης αποδοχής κληρονοµιάς ή κληροδοσίας ή του κληρονοµητηρίου, αν δεν υποβληθεί η υπεύθυνη δήλωση ή το πιστοποιητικό, που αναφέρεται στην προηγούµενη παράγραφο. Δεν απαιτείται η υποβολή υπεύθυνης δήλωσης ή του πιστοποιητικού, όταν το κληρονοµητήριο εκδίδεται από το αρµόδιο δικαστήριο, ύστερα από αίτηση τρίτου. Το ένα αντίτυπο της υπεύθυνης δήλωσης οφείλουν οι φύλακες µεταγραφών να στέλνουν µέσα στον επόµενο µήνα από τη παραλαβή του στον προϊστάµενο της Δ.Ο.Υ. που υπάγεται ο φορολογούµενος.

3. Τα δικαστήρια απέχουν να δικάσουν αγωγή για έξωση µισθωτή ακινήτου, αν δεν προσκοµιστεί πιστοποιητικό από το οποίο να προκύπτει ότι δηλώθηκαν τα µισθώµατα του ακινήτου κατά την τελευταία διετία πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης.

4. Οι Τράπεζες, το Ταµείο Παρακαταθηκών και Δανείων, το Ταχυδροµικό Ταµιευτήριο και οι λοιποί οργανισµοί απαγορεύεται να χορηγούν στεγαστικά δάνεια για τα ακίνητα της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’), αν δεν υποβληθεί η υπεύθυνη δήλωση ή το πιστοποιητικό, που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Το ένα αντίτυπο της υπεύθυνης δήλωσης οφείλουν να στέλνουν µέσα στον επόµενο µήνα από την παραλαβή στον Προϊστάµενο της Δ.Ο.Υ. στην οποία υπάγεται ο φορολογούµενος.

5. Οι συµβολαιογράφοι έχουν υποχρέωση να αρνηθούν τη σύνταξη συµβολαιογραφικών πράξεων εξόφλησης τόκων ή κεφαλαίου δανείου ή οποιασδήποτε απαίτησης, γενικά, στην περίπτωση που ο οφειλέτης δεν τους προσκοµίσει θεωρηµένο από τον προϊστάµενο της αρµόδιας δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας αντίγραφο της υπεύθυνης δήλωσης, που προβλέπεται από την παράγραφο 1 του άρθρου 70. Αντίγραφα των συµβολαίων εξόφλησης τόκων οφείλουν οι συµβολαιογράφοι να στέλνουν, µέσα στον επόµενο µήνα από τη σύνταξη τους, στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, που είναι αρµόδιος για τη φορολογία του πιστωτή.

6. Προκειµένου να γίνει εξάλειψη υποθήκης ή προσηµείωσης µε βάση δικαστική απόφαση, ο αρµόδιος υποθηκοφύλακας, εφόσον διαπιστώσει ότι η εµπράγµατος ασφάλεια αφορά απαίτηση έντοκη από σύµβαση, νόµο ή δικαστική απόφαση, οφείλει
να αρνηθεί την εξάλειψη της σχετικής υποθήκης ή προσηµείωσης µε βάση τη δικαστική απόφαση, αν δεν του προσκοµιστεί και βεβαίωση του προϊσταµένου της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, από την οποία να προκύπτει ότι υποβλήθηκε σε αυτόν αντίγραφο της πιο πάνω δικαστικής απόφασης.

7. Τράπεζες και κάθε φυσικό ή νοµικό πρόσωπο που ενεργούν εξαργύρωση µερισµάτων και τοκοµεριδίων, υποχρεούνται να εξακριβώνουν την ταυτότητα και τη διεύθυνση της κατοικίας και επαγγελµατικής εγκατάστασης του εξαργυρούντος και να τηρούν ακριβή σηµείωση του ποσού των εξαργυρωθέντων µερισµάτων και τοκοµεριδίων, καθώς και του ποσού και του είδους των µετοχών και οµολογιών που ανήκουν σε αυτούς. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών ρυθµίζονται οι λεπτοµέρειες εφαρµογής των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

8. Οι συµβολαιογράφοι υποχρεούνται στις συµβολαιογραφικές πράξεις που συντάσσουν για τις µεταβιβάσεις του άρθρου 34 να µνηµονεύουν το κέρδος ή την ωφέλεια που προέκυψε από τη µεταβίβαση ή την εκχώρηση των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται σ’ αυτές τις περιπτώσεις. Οµοίως έχουν υποχρέωση να επισυνάπτουν στο συµβόλαιο εκχώρησης ή µεταβίβασης θεωρηµένο αντίτυπο της δήλωσης απόδοσης του οικείου φόρου και να αναφέρουν ρητά στο κείµενο του συµβολαίου τα στοιχεία της σχετικής δήλωσης και του νόµιµου αποδεικτικού καταβολής του φόρου. Αντίγραφα των συµβολαίων οφείλουν οι συµβολαιογράφοι να στέλνουν µέσα στον επόµενο µήνα από τη σύνταξη τους στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας στην οποία υποβλήθηκε η δήλωση της παραγράφου 1 του άρθρου 35.

9. Όσοι παραβαίνουν τις υποχρεώσεις, που προβλέπονται από τις παραγράφους 1, 2, 4 έως 8, υπόκεινται σε πρόστιµο που ορίζεται στο άρθρο 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’). Στο ίδιο πρόστιµο υπόκειται και ο υπόχρεος που θα υποβάλλει ψευδή υπεύθυνη δήλωση.

10. Απαγορεύεται η σύνταξη συµβολαιογραφικών εγγράφων, καθώς και η καταχώριση συµβολαιογραφικού ή ιδιωτικού συµφωνητικού (συµφωνίας) για τη µεταβίβαση της κυριότητας ολικά ή µερικά ή της σύστασης άλλου εµπράγµατου δικαιώµατος επί σκάφους αναψυχής ή αεροσκάφους ή ελικοπτέρου που αναφέρονται στις περιπτώσεις στ’και ζ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 40, σε δηµόσια βιβλία ή έγγραφα, καθώς και η θεώρηση των υπογραφών στις σχετικές δηλώσεις ή συµφωνίες από οποιαδήποτε αρχή ή πρόσωπο έχει το δικαίωµα της θεώρησης αυτής, καθώς και η έκδοση οποιουδήποτε δηµόσιου εγγράφου, που να βεβαιώνει τη µεταβολή της κυριότητας ή τη σύσταση εµπράγµατου δικαιώµατος επί των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων, αν δεν προσκοµισθεί υπεύθυνη δήλωση του φορολογουµένου εις διπλούν, ότι τα παραπάνω µεταβιβαζόµενα ή βαρυνόµενα περιουσιακά στοιχεία έχουν περιληφθεί στη δήλωση που υπέβαλε ο υπόχρεος για τη φορολογία του εισοδήµατος του, που απέκτησε το αµέσως προηγούµενο του έτους της µεταβίβασης ή της σύστασης εµπράγµατου δικαιώµατος στα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία.

11. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, ορίζεται το έγγραφο που αναπληρώνει την υπεύθυνη δήλωση της προηγούµενης παραγράφου και γενικά η διαδικασία που θα ακολουθείται στην περίπτωση που η µεταβίβαση ή η σύσταση εµπράγµατου δικαιώµατος στα περιουσιακά στοιχεία αυτά γίνεται µε βάση το νόµο ή δικαστική απόφαση ή αυτοσύµβαση ή αναγκαστικό (δηµόσιο) πλειστηριασµό ή ιδιωτικό συµφωνητικό και δεν προσκοµίζεται η υπεύθυνη δήλωση των προηγούµενων παραγράφων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέµα για την εφαρµογή αυτού του άρθρου.

12. Το πρόσωπο, που κατ’ εφαρµογή των διατάξεων της προηγούµενης παραγράφου χρησιµοποίησε άλλο έγγραφο αντί για την υπεύθυνη δήλωση της παραγράφου 1, έχει υποχρέωση µέσα σε ένα (1) µήνα από την καταχώριση στο νηολόγιο ή στο µητρώο αεροσκαφών, των πράξεων µεταβίβασης ή σύστασης εµπράγµατου δικαιώµατος στα περιουσιακά στοιχεία αυτά υπέρ αυτού, να προσκοµίσει στη δηµόσια οικονοµική υπηρεσία, που ήταν αρµόδια για την φορολογία του, σχετική υπεύθυνη δήλωση για την εγγραφή, διαφορετικά του επιβάλλεται το πρόστιµο του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’).

13. Σε όσους υποβάλλουν εκπροθέσµους δηλώσεις στις οποίες δηλώνουν δαπάνες των περιπτώσεων στ’ και ζ’της παραγράφου 2 του άρθρου 40 επιβάλλεται το πρόστιµο κατά το άρθρο 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’), εφόσον σε έξι (6) µήνες από την υποβολή της εκπρόθεσµης δήλωσης µεταβιβάσουν περιουσιακά στοιχεία της παραγράφου 10.

14. Μετά την παραλαβή της υπεύθυνης δήλωσης της παραγράφου 12 από την οικεία δηµόσια οικονοµική υπηρεσία, αν διαπιστωθεί ότι δεν έχει δηλωθεί, αν και υπήρχε υποχρέωση, η αντικειµενική δαπάνη των περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στην υπεύθυνη δήλωση, επιβάλλεται το πρόστιµο του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’).

15. Όταν οι πωλήσεις αυτοκινήτων γίνονται από αντιπροσώπους, οι συµβολαιογράφοι υποχρεούνται να στέλνουν αντίγραφα των συµβολαίων πώλησης και των σχετικών πληρεξουσίων στην αρµόδια δηµόσια οικονοµική υπηρεσία για τη φορολογία των αντιπροσώπων. Όσοι παραβαίνουν την υποχρέωση αυτήν υπόκεινται σε πρόστιµο που ορίζεται στο άρθρο 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’). Την ίδια υποχρέωση υπέχουν οι συµβολαιογράφοι και για τις περιπτώσεις καταρτίσεως συµβολαιογραφικών πληρεξουσίων µε σκοπό την πώληση αγροτεµαχίων και ακινήτων γενικά.

16. Δηµόσιες υπηρεσίες, νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου, τράπεζες, πιστωτικοί οργανισµοί, συνεταιρισµοί ή ενώσεις συνεταιρισµών και γενικά ενώσεις προσώπων υποχρεούνται να αρνηθούν την καταβολή των επιδοτήσεων ή αποζηµιώσεων επί της γεωργικής παραγωγής της περίπτωσης β’ της παραγράφου 1 και των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’), αν δεν προσκοµιστεί το πιστοποιητικό ή δεν υποβληθεί η υπεύθυνη δήλωση, κατά περίπτωση, που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

17. Δηµόσιες υπηρεσίες υποχρεούνται να αρνηθούν τη χορήγηση της άδειας των περιπτώσεων δ’ της παραγράφου 1 και γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’), αν δεν προσκοµιστεί το πιστοποιητικό ή δεν υποβληθεί η υπεύθυνη δήλωση, κατά περίπτωση, που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

18. Δηµόσιες υπηρεσίες, δήµοι και κοινότητες του κράτους, το Ταµείο Λαϊκών Αγορών και κάθε άλλη αρµόδια αρχή υποχρεούνται να αρνηθούν τη χορήγηση της άδειας της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 197/Α’), αν δεν προσκοµιστεί το πιστοποιητικό ή δεν υποβληθεί η υπεύθυνη δήλωση, κατά περίπτωση, που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

19. Οι διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’) εφαρµόζονται ανάλογα.

Άρθρο 72
Λοιπές υποχρεώσεις φορολογουµένων, υπηρεσιών, νοµικών προσώπων και οργανώσεων γενικά

1. Οι αρµόδιες υπηρεσίες για την έκδοση οικοδοµικών αδειών υποχρεούνται να στέλνουν αντίγραφα των αδειών που εκδίδονται από αυτές στην αρµόδια για τη φορολογία του ιδιοκτήτη της οικοδοµής δηµόσια οικονοµική υπηρεσία, στο τέλος κάθε τριµήνου για τις άδειες που εκδόθηκαν µέσα στο τρίµηνο αυτό.

2. Οι φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1Β του Ν. 2362/1995, οι δικαστικές αρχές, οι δηµόσιες επιχειρήσεις και οργανισµοί και λοιποί φορείς του Δηµοσίου, οι οργανισµοί κοινής ωφέλειας, τα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οι οργανισµοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες, τα επιµελητήρια, οι συµβολαιογράφοι, οι υποθηκοφύλακες, οι προϊστάµενοι των κτηµατολογικών γραφείων, οι οικονοµικοί ή κοινωνικοί ή επαγγελµατικοί φορείς ή οργανώσεις, τα πιστωτικά ιδρύµατα, οι εταιρείες παροχής πιστώσεων, οι εταιρείες µεσολάβησης στη µεταφορά κεφαλαίων, τα ιδρύµατα πληρωµών, τα χρηµατοδοτικά ιδρύµατα και τα ελληνικά ταχυδροµεία, οι συνεταιρισµοί και οι ενώσεις αυτών, οι ενώσεις προσώπων, καθώς και κάθε άλλος επαγγελµατικός φορέας ή οργάνωση, υποχρεούνται να υποβάλλουν ηλεκτρονικά στο Υπουργείο Οικονοµικών κάθε στοιχείο και πληροφορία οικονοµικού και φορολογικού ενδιαφέροντος που τους ζητείται, όπως αµοιβές, αποζηµιώσεις, οικονοµικές ενισχύσεις, επιδοτήσεις, απαιτήσεις από δικαστικές διεκδικήσεις, στοιχεία για την παροχή αδειών άσκησης επαγγέλµατος, στοιχεία λογαριασµών ενεργών ή µη, που άνοιξαν ή χρησιµοποιούνται ή έκλεισαν, στοιχεία για µεταφορές πίστωσης, εµβάσµατα, άµεσες χρεώσεις, τραπεζικές επιταγές, εισπράξεις µέσω πιστωτικών καρτών, καθώς και δάνεια προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις, κατ’ εξαίρεση των διατάξεων για το επαγγελµατικό και τραπεζικό απόρρητο, καθώς και στοιχεία και πληροφορίες για ακίνητη και κινητή περιουσία, ιδίως ακίνητα, αυτοκίνητα, αεροσκάφη, πλοία ή σκάφη αναψυχής και λοιπά περιουσιακά στοιχεία, καθώς και κάθε άλλου στοιχείου αναγκαίου στις διαδικασίες βεβαίωσης και είσπραξης του φόρου, καθώς και στις διαδικασίες του ελέγχου και των διασταυρώσεων. Η επεξεργασία προσωπικών δεδοµένων για τους σκοπούς της διάταξης αυτής δεν προϋποθέτει ενηµέρωση και συγκατάθεση του φυσικού προσώπου του οποίου τα δεδοµένα διαβιβάζονται, ούτε άδεια της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδοµένων. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται το είδος των υποβαλλόµενων στοιχείων και πληροφοριών, οι µορφότυποι ανταλλαγής τους, ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής τους και κάθε άλλο αναγκαίο θέµα για την εφαρµογή της παρούσας παραγράφου.

3. Στα πρόσωπα που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 ή δηλώνουν ανακριβή στοιχεία, επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997.

4. Οργανώσεις, σύλλογοι, σωµατεία, ιδρύµατα, οργανισµοί κ.λπ., όταν πραγµατοποιούν χορούς, συγκεντρώσεις, δεξιώσεις υποχρεούνται να υποβάλλουν στην αρµόδια δηµόσια οικονοµική υπηρεσία, που υπάγεται το κέντρο διασκέδασης ή το ξενοδοχείο, αίτηση στην οποία επισυνάπτεται το συµφωνητικό µε το κέντρο ή το ξενοδοχείο και αναφέρεται ο σκοπός της εκδήλωσης, η επιβάρυνση κατά άτοµο και ο αριθµός των προσκλήσεων που θα εκδοθούν. Μέσα σε πέντε (5) ηµέρες από την πραγµατοποίηση του χορού ή της συγκέντρωσης ή της δεξίωσης οι παραπάνω φορείς υποχρεούνται να προσκοµίσουν στην ανωτέρω δηµόσια οικονοµική υπηρεσία φωτοτυπία του τιµολογίου του κέντρου διασκέδασης ή του ξενοδοχείου. Σε περίπτωση που δεν τηρηθεί η παραπάνω διαδικασία, επιβάλλεται, µε πράξη του προϊσταµένου της αρµόδιας δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, στον υπόχρεο πρόστιµο χιλίων τετρακοσίων εξήντα (1.460) ευρώ µέχρι δύο χιλιάδες εννιακόσια τριάντα (2.930) ευρώ. Το πρόστιµο αυτό µπορεί να αναπροσαρµόζεται µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, που δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως.

5. Κρατικές υπηρεσίες ή κρατικοί φορείς, αρµόδιοι για την έγκριση και καταβολή επιδοτήσεων ή αποζηµιώσεων σε δικαιούχους, αναγράφουν υποχρεωτικά στις εγκριτικές ή διαπιστωτικές πράξεις που συντάσσουν, εκτός των λοιπών στοιχείων των δικαιούχων, και τον αριθµό φορολογικού µητρώου και την αρµόδια για τη φορολογία του δικαιούχου Δηµόσια Οικονοµική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Αντίγραφα των πράξεων αυτών ή άλλα στοιχεία, αναγκαία για τις ελεγκτικές επαληθεύσεις, διαβιβάζονται στις αρµόδιες δηµόσιες οικονοµικές υπηρεσίες.

6. Για κάθε σύµβαση µίσθωσης εργασίας ή έργου µεταξύ τραγουδιστή των κέντρων διασκέδασης, αναψυκτηρίων ή συναυλιών και οποιουδήποτε αντισυµβαλλοµένου, για την άσκηση του επαγγέλµατος του καταρτίζεται συµφωνητικό, το οποίο κατατίθεται από τον αντισυµβαλλόµενο του τραγουδιστή µέσα σε δέκα (10) ηµέρες από τη σύνταξη του, στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας που είναι αρµόδιος για τη φορολογία του. Το συµφωνητικό αυτό υποβάλλεται σε τρία (3) αντίτυπα, από τα οποία το ένα επιστρέφεται θεωρηµένο σε αυτόν που τα προσκόµισε και το άλλο διαβιβάζεται στον προϊστάµενο της αρµόδιας για τη φορολογία του τραγουδιστή δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας. Στο συµφωνητικό αυτό πρέπει να αναγράφονται ο χρόνος έναρξης και η διάρκεια της σύµβασης, ο αριθµός των εµφανίσεων του τραγουδιστή και το ποσό της αµοιβής του. Σε κάθε κέντρο διασκέδασης τηρείται από τον εκµεταλλευτή του ιδιαίτερος φάκελος µε τα συµφωνητικά που έχουν καταρτιστεί µε τους τραγουδιστές που απασχολούνται στο κέντρο και τίθεται κάθε φορά στη διάθεση του φορολογικού ελέγχου. Αν δεν τηρηθεί η παραπάνω διαδικασία ή τα στοιχεία που δηλώνονται είναι ανακριβή, επιβάλλεται µε πράξη του προϊσταµένου της αρµόδιας δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας στον υπόχρεο πρόστιµο για κάθε παράβαση πεντακοσίων ογδόντα (580) ευρώ µέχρι δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ. Επίσης, αν δεν κατατεθεί το παραπάνω συµφωνητικό στην αρµόδια δηµόσια οικονοµική υπηρεσία, η αµοιβή που καταβλήθηκε στον τραγουδιστή δεν εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα του αντισυµβαλλοµένου. Σε περίπτωση υπογραφής αντεγγράφου, από το οποίο προκύπτει ότι συµφωνήθηκε ή καταβλήθηκε ποσό αµοιβής ή µισθού στον τραγουδιστή διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο συµφωνητικό που κατατέθηκε στον προϊστάµενο της αρµόδιας δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που προβλέπονται από το νόµο, επιβάλλεται σε κάθε αντισυµβαλλόµενο πρόστιµο ίσο µε το πενήντα τοις εκατό (50%) της διαφοράς µεταξύ του ποσού της αµοιβής ή µισθού που αναγράφεται στο αντέγγραφο και του ποσού της αµοιβής ή µισθού που αναγράφεται στο συµφωνητικό που υποβλήθηκε στη δηµόσια οικονοµική υπηρεσία. Το αντέγγραφο ως προς τις µεταξύ των συµβαλλοµένων σχέσεις είναι ανίσχυρο και δεν παράγει έννοµο αποτέλεσµα. Εισόδηµα για τον τραγουδιστή θεωρείται το µεγαλύτερο οπό τα ποσά που αναγράφονται στο συµφωνητικό και στο αντέγγραφο. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής εφαρµόζονται ανάλογα και για τα συµφωνητικά που καταρτίζονται µεταξύ αµειβόµενου αθλητή γενικά ή προπονητή και οποιουδήποτε τρίτου, καθώς και για τις αµοιβές ή µισθούς που καταβάλλονται στα πρόσωπα αυτά. Για τα πρόστιµα που προβλέπονται από την παράγραφο αυτή εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’). Συµφωνητικά, τα οποία έχουν υπογραφεί πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου και εξακολουθούν να ισχύουν κατά τη δηµοσίευση της, κατατίθενται µε τη διαδικασία της ίδιας παραγράφου στην αρµόδια δηµόσια οικονοµική υπηρεσία εντός δύο (2) µηνών από τη δηµοσίευση του νόµου αυτού.

7. Η ανώνυµη εταιρεία µε την επωνυµία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑ Α.Ε.» υποχρεούται να γνωστοποιεί στο Υπουργείο Οικονοµικών µέχρι το τέλος του µηνός Φεβρουαρίου κάθε έτους τα φυσικά και νοµικά πρόσωπα προς τα οποία διανεµήθηκαν µερίσµατα κατά το προηγούµενο ηµερολογιακό έτος από εταιρείες µε µετοχές εισηγµένες στο Χρηµατιστήριο Αθηνών, τον Αριθµό Φορολογικού Μητρώου τους, τον αριθµό µερίδας στο Σύστηµα Άϋλων Τίτλων, τη Δ.Ο.Υ. στην οποία υπάγονται, καθώς και τα στοιχεία της εταιρείας που διένειµε το µέρισµα, το ύψος αυτού και το ποσό του φόρου που αναλογεί.

8. Για τους πελάτες που διαγράφονται σύµφωνα µε τα οριζόµενα στην περίπτωση ιη’ της παραγράφου 2 του άρθρου 18, η επιχείρηση υποχρεούται να γνωστοποιεί σε αυτούς ότι τους διέγραψε για τους σκοπούς και µόνο της φορολογίας την επισφαλή απαίτησή της, εφόσον το ποσό της επισφαλούς απαίτησης, ανά πελάτη, υπερβαίνει τα χίλια (1.000) ευρώ. Επίσης, για τους πελάτες των οποίων οι απαιτήσεις διεγράφησαν σύµφωνα µε τα πιο πάνω, η επιχείρηση συντάσσει συγκεντρωτική κατάσταση µε πλήρη στοιχεία για τον καθένα, στην οποία αναγράφονται το ονοµατεπώνυµο ή η επωνυµία, το επάγγελµα, η διεύθυνση, η Δηµόσια Οικονοµική Υπηρεσία και ο αριθµός φορολογικού µητρώου του πελάτη, καθώς και το διαγραφέν ποσό. Η πιο πάνω κατάσταση υποβάλλεται ηλεκτρονικά στην αρµόδια για τη φορολογία της επιχείρησης Δ.Ο.Υ., µέχρι τη λήξη της προθεσµίας, η οποία ορίζεται για την υποβολή των καταστάσεων πελατών – προµηθευτών.

9. Για την παρακράτηση φόρου στις δικηγορικές αµοιβές σύµφωνα µε την παράγραφο 4 του άρθρου 49 :

α) Αν µε την έγγραφη συµφωνία περί αµοιβής για την παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών η αµοιβή ή το ύψος της συναρτάται µε το αποτέλεσµα των δικηγορικών υπηρεσιών ή της δίκης, κατά την απόδοση του προκαταβλητέου φόρου υποβάλλονται και τα στοιχεία που αποδεικνύουν το ύψος της αµοιβής, όπως ειδικότερα καθορίζεται µε την απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της κατωτέρω περίπτωσης δ’.
β) Μέχρι την 20ηηµέρα του µηνός Φεβρουαρίου κάθε έτους ο δικηγόρος υποχρεούται να υποβάλλει στη Δηµόσια Οικονοµική Υπηρεσία της περιφέρειας όπου βρίσκεται η επαγγελµατική του έδρα, κατάσταση των έγγραφων συµφωνιών που έχει συνάψει µε τους εντολείς του. κατά την προηγούµενη διαχειριστική περίοδο, στην οποία αναγράφονται το ονοµατεπώνυµο, η διεύθυνση, οΑ.Φ.Μ. του κάθε εντολέα του, η δικηγορική υπηρεσία που παρασχέθηκε και η συµφωνηθείσα αµοιβή.
γ) Οι δικηγορικοί σύλλογοι υποχρεούνται να υποβάλουν στη Δηµόσια Οικονοµική Υπηρεσία της περιφέρειας όπου βρίσκεται η επαγγελµατική του έδρα µέχρι την 20ηηµέρα του µηνός Φεβρουαρίου κάθε έτους µε τη χρήση ηλεκτρονικής µεθόδου επικοινωνίας, κατάσταση των γραµµατίων προκαταβολής ανά δικηγόρο, κατά την προηγούµενη διαχειριστική περίοδο στην οποία αναγράφονται το ονοµατεπώνυµο του κάθε εντολέα του καθώς, η δικηγορική υπηρεσία την οποία αφορά η προκαταβολή και το ποσό αναφοράς επί του οποίου υπολογίστηκε αυτή. Την ευθύνη για την υποβολή αυτή φέρει ο πρόεδρος του οικείου δικηγορικού συλλόγου.
δ) Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών, καθορίζεται ο τύπος, το περιεχόµενο, ο τρόπος υποβολής της δήλωσης και καταβολής του φόρου και ο τρόπος και ο χρόνος υποβολής των καταστάσεων και το περιεχόµενο αυτών, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής.

Άρθρο 73
Υποχρεώσεις εκείνων που ενεργούν παρακράτηση φόρων

1. Αν ο φόρος παρακρατείται από τρίτα πρόσωπα, τα οποία έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν δήλωση αντί του πραγµατικού φορολογουµένου, τα πρόσωπα αυτά έχουν και όλες τις ευθύνες που απορρέουν από αυτό το νόµο.

2. Όσοι παρακρατούν φόρο, σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος, έχουν υποχρέωση να χορηγούν σε αυτούς από τους οποίους έγινε η παρακράτηση, βεβαίωση, στην οποία αναγράφουν το φορολογούµενο εισόδηµα και το φόρο που παρακρατήθηκε. Ίδια υποχρέωση υπάρχει και στις περιπτώσεις που δεν προκύπτει φόρος για παρακράτηση. Η βεβαίωση αυτή χορηγείται στους δικαιούχους µέχρι τις 15 Φεβρουαρίου του οικείου οικονοµικού έτους. Ειδικά για τις διαχειριστικές χρήσεις 2013 έως και 2014 στην ίδια βεβαίωση αναγράφονται και τα παρακρατούµενα ποσά της παραγράφου 6 του άρθρου 29 του Ν. 3986/2011 (Φ.Ε.Κ. 152/Α’)).

3. Αν πρόκειται για εισόδηµα από µισθωτές υπηρεσίες, ο υπόχρεος χορηγεί µία µόνο βεβαίωση σε κάθε δικαιούχο, στην οποία αναγράφει τις κάθε είδους αποδοχές, τόσο από τακτικές, όσο και από πρόσθετες αµοιβές, φορολογούµενες ή απαλλασσόµενες. Αν πρόκειται για εισόδηµα από ελευθέρια επαγγέλµατα, ο υπόχρεος χορηγεί µία µόνο βεβαίωση σε κάθε δικαιούχο στην οποία αναγράφει το σύνολο των αµοιβών. Αν πρόκειται για εισόδηµα από εµπορικές επιχειρήσεις, ο υπόχρεος χορηγεί µία µόνο βεβαίωση σε κάθε δικαιούχο, στην οποία αναγράφει το σύνολο του εισοδήµατος από εµπορικές επιχειρήσεις. Τα πλήρη στοιχεία που περιλαµβάνονται στις βεβαιώσεις αποδοχών, υποβάλλονται στον προϊστάµενο της αρµόδιας δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, µαζί µε την ετήσια οριστική δήλωση µισθωτών υπηρεσιών, οριστική δήλωση ελευθέριων επαγγελµάτων, καθώς και οριστική δήλωση από εµπορικές επιχειρήσεις κατά περίπτωση. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζονται κατηγορίες υπόχρεων, για τους οποίους οι πιο πάνω πληροφορίες υποβάλλονται στον προϊστάµενο της αρµόδιας δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας µε τη χρήση σύγχρονων ηλεκτρονικών µεθόδων και δικτυακών υποδοµών ή σε µαγνητικά µέσα κατά περίπτωση.

4. Όσοι αρνούνται να χορηγήσουν τις βεβαιώσεις που ορίζονται από το άρθρο αυτό ή τις χορηγούν εκπρόθεσµα, καθώς και αυτοί που χορηγούν αναληθή βεβαίωση ή αναγράφουν τις συνολικές αποδοχές σε περισσότερες βεβαιώσεις, υπόκεινται σε πρόστιµο που ορίζεται στο άρθρο 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’).

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΠΑΡΑΛΑΒΗ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΣ ΔΗΛΩΣΕΩΝ

Άρθρο 74
Αρµόδιος προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας για τα φυσικά πρόσωπα

1. Αρµόδιος για την παραλαβή των δηλώσεων και τον έλεγχο τους, την εξακρίβωση αυτών που δεν έχουν επιδώσει δηλώσεις και γενικά για την επιβολή του φόρου είναι ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας της κατοικίας του φορολογούµενου. Κατ’ εξαίρεση προκειµένου :
α) Για τα πρόσωπα που ασκούν ατοµικώς επιχειρηµατική δραστηριότητα, αρµόδιος είναι, κατά περίπτωση, ο κατά το χρόνο υποβολής της δήλωσης, προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας της έδρας της κύριας επιχείρησης τους ή του κύριου επαγγέλµατος τους.
β) Για τα πρόσωπα που είναι κάτοικοι αλλοδαπής και έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν δήλωση στην Ελλάδα, εφόσον δεν υπάγονται στην περίπτωση α’, αρµόδιος είναι ο προϊστάµενος της Δηµόσιας Οικονοµικής Υπηρεσίας Κατοίκων Εξωτερικού ή ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας που ορίζεται κάθε φορά µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών.
γ) Για σχολάζουσα κληρονοµιά ή σε περίπτωση θανάτου του υπόχρεου πριν από την επίδοση της δήλωσης, αρµόδιος είναι ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας της περιφέρειας στην οποία κατοικούσε ο κληρονοµούµενος ή βρισκόταν η έδρα της ατοµικής επαγγελµατικής του εγκατάστασης πριν από το θάνατο του.

2. Για την παραλαβή και τον έλεγχο εκπρόθεσµης δήλωσης, αρµόδιος είναι ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας στην περιφέρεια της οποίας ο φορολογούµενος έχει την κατοικία του ή την έδρα της επιχείρησης του σύµφωνα µε τις διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου κατά το χρόνο της υποβολής αυτής της δήλωσης. Πριν από την υποβολή της εκπρόθεσµης δήλωσης νοµίµως επιλαµβάνεται ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας που ήταν αρµόδιος για το αµέσως προηγούµενο της υποβολής της εκπρόθεσµης δήλωσης χρονικό διάστηµα.

3. Οι δηλώσεις των προσώπων που αναφέρονται στην περίπτωση β’ της παραγράφου 1 αυτού του άρθρου, στην παράγραφο2 του άρθρου 13, καθώς και των προξενικών υπαλλήλων του Κράτους, που υπηρετούν στο εξωτερικό, µπορεί να επιδίδονται και στην προξενική αρχή του τόπου που διαµένει ο υπόχρεος, η οποία οφείλει να τις διαβιβάζει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση στον προϊστάµενο της αρµόδιας δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας.

4. Όταν µε βάση τις προηγούµενες παραγράφους ο κάθε σύζυγος υπάγεται στην αρµοδιότητα διαφορετικής δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.), τότε οι σύζυγοι µπορούν να υποβάλλουν την κοινή δήλωσή τους, που προβλέπεται από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 11, της παραγράφου 2 του άρθρου 57 και της παραγράφου 4 του άρθρου 58, στον προϊστάµενο της Δ.Ο.Υ., είτε του συζύγου είτε της συζύγου, κατ’ επιλογή τους. Η κοινή αυτή επιλογή των συζύγων είναι δεσµευτική για πέντε (5) οικονοµικά έτη.


Άρθρο 75
Μεταγραφή δηλώσεων

1. Οι δηλώσεις, που επιδίδονται στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος, καταχωρίζονται από αυτόν σε βιβλία µεταγραφής δηλώσεων.

2. Η καταχώριση των δηλώσεων που αναφέρονται στην προηγούµενη παράγραφο ενεργείται στα βιβλία µεταγραφής δηλώσεων, µε βάση τη χρονολογική σειρά επίδοσης τους.

Άρθρο 76
Αρµόδιος προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας για τα νοµικά πρόσωπα

1. Αρµόδιος για την παραλαβή των δηλώσεων και τον έλεγχο τους, την εξεύρεση του εισοδήµατος αυτών που δεν έχουν επιδώσει δηλώσεις και γενικά για την επιβολή του φόρου, είναι ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας:
α) Της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται η έδρα του υπόχρεου ηµεδαπού νοµικού προσώπου.
β) Της περιφέρειας στην οποία βρίσκεται η κύρια µόνιµη εγκατάσταση στην Ελλάδα του υπόχρεου αλλοδαπού νοµικού προσώπου.
Ειδικά για τις επιχειρήσεις που εµπίπτουν στην παράγραφο 6 του άρθρου 55 του Ν. 4002/2011 (Φ.Ε.Κ. 180/Α’), ανεξάρτητα από τη νοµική µορφή µε την οποία λειτουργούν, αρµόδιος είναι ο Προϊστάµενος της Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων.
2. Αν στην ίδια περιφέρεια εδρεύουν περισσότεροι από έναν προϊστάµενοι δηµόσιων οικονοµικών υπηρεσιών, καθορίζεται µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών ο αρµόδιος προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας σύµφωνα µε την προηγούµενη παράγραφο, ο οποίος µπορεί να είναι διαφορετικός κατά γενικές κατηγορίες νοµικών προσώπων. Επίσης, µε αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται ο αρµόδιος προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας για αλλοδαπά νοµικά πρόσωπα που δεν έχουν µόνιµη εγκατάσταση στην Ελλάδα και για το σύνολο των εισοδηµάτων τους από κάθε πηγή που αποκτούν στην Ελλάδα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΕΛΕΓΧΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ

Άρθρο 77
Φορολογικός έλεγχος

1. Ο προϊστάµενος της ελεγκτικής υπηρεσίας ελέγχει την ακρίβεια των επιδιδόµενων δηλώσεων και προβαίνει σε έρευνα για την εξακρίβωση των υπόχρεων που δεν έχουν υποβάλει δήλωση. Για το σκοπό αυτό δικαιούται:
α) Να καλεί εγγράφως τον υπόχρεο, ανεξάρτητα αν έχει υποβάλει ή όχι φορολογική δήλωση, να δώσει µέσα σε τακτή και σύντοµη προθεσµία, είτε αυτοπροσώπως είτε µε εντολοδόχο που ορίζεται µε δήλωσή του προς την ελεγκτική υπηρεσία, τις αναγκαίες διευκρινίσεις και να προσκοµίσει κάθε λογαριασµό και κάθε στοιχείο που είναι χρήσιµο για τον καθορισµό του εισοδήµατος.
β) Να ζητεί από κάθε φορέα της Γενικής Κυβέρνησης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 1Β του Ν. 2362/1995 (Φ.Ε.Κ. 247/Α’), που έχει προστεθεί µε το άρθρο 2 του Ν. 3871/2010 (Φ.Ε.Κ. 141/Α’), κάθε χρηµατοπιστωτικό ίδρυµα, ιδιωτική επιχείρηση και γενικά από κάθε οργάνωση επαγγελµατική, εµπορική, βιοµηχανική, γεωργική κ.λπ. οποιαδήποτε πληροφορία θεωρεί αναγκαία για τη διευκόλυνση του ελεγκτικού έργου του, οι οποίοι υποχρεούνται να την παρέχουν. Για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής, οποιασδήποτε µορφής γενικό ή ειδικό απόρρητο αίρεται µε πράξη του Εισαγγελέα Οικονοµικού Εγκλήµατος, µετά από αίτηµα του οργάνου που διενεργεί τον έλεγχο και σύµφωνη γνώµη του προϊσταµένου της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Εσόδων.
γ) Να καλεί οποιοδήποτε πρόσωπο και να ζητεί από αυτό τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη διευκόλυνση του ελεγκτικού έργου του και οι οποίες δίνονται εγγράφως.
δ) Να ενεργεί, είτε ο ίδιος είτε ο οριζόµενος µε έγγραφη εντολή του υπάλληλος της ελεγκτικής υπηρεσίας ή άλλος δηµόσιος υπάλληλος ή άλλη αρχή, οποιαδήποτε επιτόπια εξέταση που θα κρίνει αναγκαία και ειδικά, προκειµένου για υπόχρεους που υπάγονται στις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών και σύµφωνα µε αυτές.
ε) Να ενεργεί, είτε ο ίδιος είτε ο οριζόµενος µε έγγραφη εντολή του υπάλληλος της ελεγκτικής υπηρεσίας, ελεγκτικές επαληθεύσεις στα βιβλία και στοιχεία επιτηδευµατία αρµοδιότητας άλλου προϊσταµένου Δ.Ο.Υ., που έχει την έδρα του στην ίδια πόλη ή στον ίδιο νοµό, για να διαπιστώνει την ακρίβεια των δεδοµένων των στοιχείων και βιβλίων επιτηδευµατία ο οποίος υπάγεται στη δική του ελεγκτική αρµοδιότητα, καλώντας τον επιτηδευµατία να προσκοµίσει τα ζητούµενα βιβλία και στοιχεία στα γραφεία της ελεγκτικής υπηρεσίας.
Ο έλεγχος του άλλου επιτηδευµατία περιορίζεται στη διαδικασία διασταύρωσης στοιχείων που φέρεται ως εκδότης ή λήπτης αυτών, µε τα δεδοµένα των βιβλίων και στοιχείων του.

2. Ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας κατά τον υπολογισµό και την εκκαθάριση του φόρου δεν λαµβάνει υπόψη λέξεις, ποσά και αριθµούς που έχουν αναγραφεί στις ενδείξεις της ετήσιας δήλωσης του υπόχρεου και συνεπάγονται τη διενέργεια µειώσεων ή εκπτώσεων του εισοδήµατος ή του φόρου ή διαµορφώνουν το αφορολόγητο ποσό ή την ετήσια αντικειµενική δαπάνη, εφόσον δεν συνυποβάλλονται από τον υπόχρεο τα νόµιµα στοιχεία που αποδεικνύουν άµεσα τη συνδροµή των προϋποθέσεων, µε βάση όσα ορίζονται στις κείµενες διατάξεις. Αριθµητικά λάθη στις αθροίσεις και στις µεταφορές, καθώς και αναριθµητισµοί, που αφορούν στην ορθή συµπλήρωση της ετήσιας δήλωσης του υπόχρεου, διορθώνονται οίκοθεν από τον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, µε βάση τα στοιχεία που έχει στη διάθεση του. Το περιεχόµενο του σηµειώµατος υπολογισµού και εκκαθάρισης του φόρου αυτής της παραγράφου µπορεί να αµφισβητηθεί από το φορολογούµενο µε κάθε αποδεικτικό µέσο ενώπιον του προϊσταµένου της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας ή του διοικητικού πρωτοδικείου, κατά τα οριζόµενα από τον Κώδικα Φορολογικής Δικονοµίας. Το δικαίωµα αυτό του φορολογουµένου ασκείται από την ηµεροµηνία έκδοσης του οικείου χρηµατικού καταλόγου µέχρι τις 31 Δεκεµβρίου του οικείου οικονοµικού έτους.
Αν ο φορολογούµενος λάβει αυτό το σηµείωµα µετά την 31ηΔεκεµβρίου του οικείου οικονοµικού έτους, η αµφισβήτηση ασκείται µέσα στις προθεσµίες που ορίζονται στο άρθρο 66 του Ν. 2717/1999. Η εκκαθάριση και καταβολή του φόρου δεν αναστέλλεται από τη διαδικασία αυτή.
Οι διατάξεις αυτής της παραγράφου εφαρµόζονται ανάλογα και στην περίπτωση που η δήλωση φορολογίας εισοδήµατος του υπόχρεου υποβάλλεται ηλεκτρονικά µέσω διαδικτύου, εφόσον ο υπόχρεος δεν υποβάλλει τα οικεία δικαιολογητικά µέχρι το τέλος Ιουλίου του οικείου οικονοµικού έτους.

3. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών, µπορεί να καθορίζονται οι ελεγκτικές επαληθεύσεις που πρέπει να διενεργούνται και οι αρχές, οι κανόνες, τα στοιχεία, τα κριτήρια και γενικά ο τρόπος και οι διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται, κατά τον έλεγχο των δηλώσεων που προβλέπεται από το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1, για ορισµένες ή και όλες τις κατηγορίες εισοδηµάτων, ανάλογα και µε την προέλευση και το ύψος αυτών, καθώς και ειδικός τρόπος επίλυσης των φορολογικών διαφορών που προκύπτουν από τον έλεγχο αυτόν. Σε δηλώσεις που ελέγχονται σύµφωνα µε τις αποφάσεις του προηγούµενου εδαφίου αλλά δεν επέρχεται επίλυση της φορολογικής διαφοράς, µπορεί µε τις αποφάσεις αυτές να ορίζεται η διενέργεια πρόσθετων ελεγκτικών επαληθεύσεων. Για τις δηλώσεις αυτές εκδίδονται και κοινοποιούνται τα σχετικά φύλλα ελέγχου ή οι πράξεις και ακολουθείται η οριζόµενη από τις οικείες φορολογικές διατάξεις διαδικασία. Με τις ίδιες αποφάσεις µπορεί να καθορίζεται ειδικός τρόπος επίλυσης των φορολογικών διαφορών που προκύπτουν και από τον έλεγχο δηλώσεων που δεν εµπίπτουν στον τρόπο ελέγχου των αποφάσεων αυτών και να ορίζονται οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται στις περιπτώσεις αυτές.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών µπορεί επίσης να καθορίζεται ειδικός τρόπος έκδοσης των καταλογιστικών πράξεων που αφορούν τις δηλώσεις που ελέγχονται κατά τα οριζόµενα στο πρώτο εδάφιο καθώς και βεβαίωσης των οικείων διαφορών, µε την έκδοση ενιαίας ανά φορολογικό αντικείµενο πράξης για όλες τις χρήσεις για τις οποίες επέρχεται επίλυση των διαφορών.
Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών µπορεί επίσης να καθορίζεται κατά ειδικό τρόπο η αρµοδιότητα ελέγχου καθώς και έκδοσης των οικείων φύλλων ελέγχου και λοιπών καταλογιστικών πράξεων και όλης γενικά της διαδικασίας επιβολής και βεβαίωσης του φόρου, επί ανέλεγκτων δηλώσεων ελεγκτικής αρµοδιότητας των Δ.Ο.Υ., στις περιπτώσεις που για τον έλεγχο των δηλώσεων αυτών είναι αρµόδιες για οποιονδήποτε λόγο περισσότερες από µια Δ.Ο.Υ. Οι διατάξεις του προηγούµενου εδαφίου της παραγράφου αυτής ισχύουν ανάλογα και για τις λοιπές φορολογίες, ανεξάρτητα αν για τον έλεγχο των οικείων δηλώσεων και την επιβολή του φόρου είναι αρµόδιες µία ή περισσότερες Δ.Ο.Υ. Τα οριζόµενα στα προηγούµενα εδάφια ισχύουν ανάλογα και ως προς του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών.

4. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών, οι οποίες δηµοσιεύονται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως:
α) Συνιστώνται ειδικά ελεγκτικά κέντρα, στα οποία παρέχεται η αρµοδιότητα για το φορολογικό έλεγχο ορισµένων επιχειρήσεων, ανεξάρτητα από τη µορφή ή τον τύπο µε τον οποίο λειτουργούν ή το είδος τους ή την κατηγορία των βιβλίων που τήρησαν και καθορίζεται ο αριθµός αυτών, η χωρική τους αρµοδιότητα, η οργάνωση, η στελέχωση και ο τρόπος λειτουργίας τους, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτοµέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρµογή των διατάξεων αυτής της περίπτωσης.
β) Μπορεί να ανατίθεται η διενέργεια ελέγχου σε προϊστάµενο δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας που δεν είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρµόδιος. Όλη η υπόλοιπη, εκτός από τη διενέργεια του ελέγχου, διαδικασία επιβολής του φόρου ενεργείται από τον καθ’ ύλη και κατά τόπο αρµόδιο προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας.

5. Τα δικαιώµατα ελέγχου, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 4, έχουν και οι επιθεωρητές των δηµόσιων οικονοµικών υπηρεσιών, οι οποίοι µπορεί να διατάσσουν και επανέλεγχο για οποιαδήποτε φορολογική υπόθεση µε υπαλλήλους της αρµόδιας δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας ή µε άλλους υπαλλήλους των δηµόσιων οικονοµικών υπηρεσιών που εποπτεύουν, οι οποίοι µετακινούνται για το σκοπό αυτόν µε απόφαση τους.

6. Όσοι, καλούµενοι σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος, αρνούνται ή παραλείπουν αναιτιολογήτως να δώσουν πληροφορίες για την εξακρίβωση του εισοδήµατος και να διευκολύνουν το ελεγκτικό έργο του προϊσταµένου της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, υπόκεινται στο πρόστιµο που ορίζεται από το άρθρο 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’).

7. Σε δίκες για αδικήµατα που διαπράχθηκαν εναντίον υπαλλήλων ή επιθεωρητών του Υπουργείου Οικονοµικών, οι οποίοι ενήργησαν για το συµφέρον της υπηρεσίας, µπορεί, ύστερα από προηγούµενη έγκριση του Υπουργού Οικονοµικών, να παρίσταται για την υπεράσπιση τους, ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, εκπρόσωπος της νοµικής διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονοµικών.

8. Επιφυλασσοµένης της εφαρµογής της διατάξεως της παραγράφου 3 του παρόντος, από τις ανέλεγκτες δηλώσεις, των οποίων επίκειται ο χρόνος παραγραφής, σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 87, ελέγχονται υποχρεωτικά κατά προτεραιότητα οι δηλώσεις µε τα µεγαλύτερα εισοδήµατα. Στις περιπτώσεις που δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος των υπόλοιπων δηλώσεων µέχρι να συµπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής, οι δηλώσεις αυτές περαιώνονται µε έλεγχο, που καθορίζεται µε αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών. Παραγραφή του δικαιώµατος του Δηµοσίου προς επιβολή φόρου, λόγω εφαρµογής της διατάξεως της παραγράφου 3, δεν δηµιουργεί πειθαρχική ευθύνη των υπαλλήλων των ελεγκτικών υπηρεσιών.

9. Ο υπόχρεος, προ της έκδοσης του φύλλου ελέγχου ή της πράξης, µπορεί να λάβει γνώση του αποτελέσµατος του ελέγχου της παραγράφου 3 του άρθρου αυτού και να υποβάλει αρχική ή συµπληρωµατική δήλωση.

10. Ο προϊστάµενος της Δ.Ο.Υ. και ο υπάλληλος που ορίζεται από αυτόν δικαιούται, οποιαδήποτε εργάσιµη για τον υπόχρεο ώρα, να λαµβάνει γνώση, να ελέγχει και να θεωρεί όλα τα βιβλία και στοιχεία που ορίζονται από τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών ή άλλους νόµους, καθώς και αυτά που τηρούνται προαιρετικά από τον υπόχρεο και να λαµβάνει γνώση οποιουδήποτε άλλου βιβλίου, εγγράφου ή στοιχείου και κάθε περιουσιακού στοιχείου που βρίσκεται στην επαγγελµατική εγκατάσταση του επιτηδευµατία ή στο κατάστηµα κάθε άλλου υπόχρεου. Ο έλεγχος των βιβλίων και στοιχείων που ορίζονται από τον Κώδικα αυτό γίνεται στην επαγγελµατική εγκατάσταση του επιτηδευµατία ή στην έδρα της Δ.Ο.Υ. ή της ελεγκτικής υπηρεσίας µετά από έγγραφη πρόσκληση του προϊσταµένου αυτής.

11. Αν κατά τη διάρκεια φορολογικού ελέγχου διαπιστωθεί η ύπαρξη βιβλίων, στοιχείων ή εγγράφων, επίσηµων ή ανεπίσηµων, από τα οποία είναι ενδεχόµενο να προκύπτει απόκρυψη φορολογητέας ύλης, κατάσχονται από τον υπάλληλο που ενεργεί το φορολογικό έλεγχο και παραδίδονται στον αρµόδιο προϊστάµενο της Δ.Ο.Υ., ο οποίος εφόσον µε βάση αυτά ενεργεί φορολογική εγγραφή, τα διαφυλάσσει µέχρι την τελεσιδικία αυτής. Για τις κατασχέσεις της παραγράφου αυτής εφαρµόζονται ανάλογα οι διατάξεις των πέντε τελευταίων εδαφίων της επόµενης παραγράφου.

12. Ο προϊστάµενος της Δ.Ο.Υ. ή ο αρµόδιος Επιθεωρητής, στις περιπτώσεις που υπάρχουν βάσιµες υπόνοιες ότι στην επαγγελµατική εγκατάσταση του επιτηδευµατία ή στο κατάστηµα οποιουδήποτε άλλου υπόχρεου αποκρύπτονται βιβλία, έγγραφα, εµπορεύµατα ή άλλα στοιχεία, τα οποία ασκούν επιρροή στον ακριβή προσδιορισµό της φορολογητέας ύλης, µπορεί, µε έγγραφό του να ζητήσει από τον Εισαγγελέα Πληµµελειοδικών και, αν δεν υπάρχει αυτός, από τον Ειρηνοδίκη της περιφέρειας, όπου υπάγεται η επαγγελµατική εγκατάσταση του επιτηδευµατία ή το κατάστηµα άλλου υπόχρεου, τη συνδροµή ανακριτικού υπαλλήλου για την έρευνα προς ανεύρεση των βιβλίων ή εγγράφων ή εµπορευµάτων ή άλλων στοιχείων, µε τη σύµπραξη φοροτεχνικών υπαλλήλων, που ορίζονται από τον προϊστάµενο της Δ.Ο.Υ. ή τον αρµόδιο Επιθεωρητή. Η έρευνα ενεργείται σε οποιαδήποτε για τον υπόχρεο εργάσιµη ώρα. Τα βιβλία, έγγραφα και λοιπά στοιχεία που βρίσκονται, κατάσχονται και παραδίδονται στον αρµόδιο προϊστάµενο Δ.Ο.Υ., ο οποίος, εφόσον µε
βάση αυτά ενεργεί φορολογική εγγραφή, τα φυλάσσει µέχρι την τελεσιδικία αυτής. Για την έρευνα και την κατάσχεση συντάσσεται έκθεση, η οποία υπογράφεται από αυτούς που ενεργούν την κατάσχεση και τον επιτηδευµατία ή τον παρόντα κατά τη διενέργεια του ελέγχου εταίρο ή µέλος ή συγγενικό προς τους ανωτέρω πρόσωπο ή πρόσωπο που µετέχει στη διοίκηση ή διαχείριση ή υπάλληλο ή λογιστή της επιχείρησης. Αντίγραφο της έκθεσης παραδίδεται στον υπόχρεο ή στο παριστάµενο, κατά τις διακρίσεις του προηγούµενου εδαφίου, πρόσωπο. Σε περίπτωση άρνησης των παραπάνω να υπογράψουν, εφαρµόζονται οι σχετικές µε τις κοινοποιήσεις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονοµίας. Ο ελεγχόµενος δικαιούται να λάβει αντίγραφα ή φωτοτυπίες των κατασχεθέντων βιβλίων, στοιχείων και λοιπών εγγράφων, µε δαπάνες του. Για την κατάσχεση βιβλίων, εγγράφων και λοιπών στοιχείων τρίτου φορολογούµενου δεν απαιτείται επίδοση της έκθεσης κατάσχεσης σε αυτόν, µε την προϋπόθεση ότι στην έκθεση ελέγχου, που επισυνάπτεται στην απόφαση επιβολής προστίµου σε βάρος του τρίτου, επισυνάπτεται αντίγραφο της σχετικής έκθεσης κατάσχεσης ή απόσπασµα αυτής.

13. Τα δικαιώµατα του αρµόδιου προϊσταµένου Δ.Ο.Υ. που ορίζονται από τις διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του άρθρου αυτού ενασκούνται παράλληλα και από τους Γενικούς Διευθυντές Φορολογίας, Επιθεώρησης και Ελέγχων, καθώς και από τους προϊσταµένους του Σώµατος Δίωξης Οικονοµικού Εγκλήµατος (Σ.Δ.Ο.Ε.).

Άρθρο 78
Προσωρινός φορολογικός έλεγχος

1.Ατοµικές επιχειρήσεις και νοµικά πρόσωπα, των οποίων το καθαρό εισόδηµα εξευρίσκεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 18 και δεν έχουν υπαχθεί σε οριστικό έλεγχο κατά τις διατάξεις του προηγούµενου άρθρου, µπορεί να υπαχθούν σε προσωρινό έλεγχο για το µερικό προσδιορισµό του εισοδήµατος τους. Ο έλεγχος αυτός διατάσσεται από τον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας για ένα ή περισσότερα συγκεκριµένα θέµατα και αντικείµενα του πλήρους και οριστικού φορολογικού ελέγχου.

2. Επίσης, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας δικαιούται να διενεργεί έλεγχο στα στοιχεία των δηλώσεων, στα βιβλία και τα στοιχεία που τηρήθηκαν, καθώς και στην επαγγελµατική εγκατάσταση κάθε υπόχρεου για να διαπιστώσει:
α) Αν οι εκπτώσεις από το εισόδηµα υπολογίστηκαν σύµφωνα µε τις ισχύουσες διατάξεις.
β) Το αντικείµενο εργασιών του υπόχρεου και αν το εισόδηµα που δηλώθηκε ανταποκρίνεται προς τα πραγµατικά δεδοµένα που προκύπτουν από τα βιβλία που τηρήθηκαν, τα στοιχεία που εκδόθηκαν και τα στοιχεία που έχουν ληφθεί, καθώς και αν εφαρµόστηκαν οι διατάξεις του παρόντος. Όταν από τον προσωρινό έλεγχο διαπιστωθεί ότι τα στοιχεία δεν έχουν καταχωρηθεί ή έχουν καταχωρηθεί ανακριβώς στα τηρούµενα βιβλία, τότε η υπόθεση καθίσταται υποχρεωτικά ελεγκτέα για όλες τις δηλώσεις που εκκρεµούν, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 77.
γ) Αν µε ανακλητική δήλωση, που υποβλήθηκε σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 57, µειώθηκαν νόµιµα οι φορολογικές υποχρεώσεις και επιβαρύνσεις γενικά.

3. Η ενέργεια προσωρινού ελέγχου, και αν ακόµα το προσωρινό φύλλο που εκδόθηκε έγινε οριστικό, δεν αποκλείει την ενέργεια και δεύτερου προσωρινού ελέγχου και την έκδοση συµπληρωµατικού φύλλου ελέγχου, µε εντολή του προϊσταµένου της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας και αντικείµενο ελέγχου το ίδιο ή διαφορετικό του πρώτου προσωρινού ελέγχου, αν από στοιχεία ή πληροφορίες που περιέχονται σε αυτόν ή από βάσιµες υπόνοιες ή από τα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων προκύπτει ότι δεν δηλώθηκε ή δηλώθηκε ανακριβώς συγκεκριµένη φορολογητέα ύλη.

4. Ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας µπορεί να διενεργεί προσωρινό έλεγχο για να διαπιστώσει την εφαρµογή των διατάξεων των άρθρων 49, 50, 53, 54 και 55 για την προκαταβολή και την παρακράτηση του φόρου.

5. Στις περιπτώσεις των προηγούµενων παραγράφων εφαρµόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρων 59, 73, 82, 83, 85, 88 και 90 του παρόντος και 1, 4 και 15 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’).


Άρθρο 79
Έλεγχος από το γραφείο

1. Οι υποκείµενοι σε φόρο σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 1 µπορούν να υπαχθούν σε τακτικό ή προσωρινό έλεγχο από το γραφείο της ελεγκτικής υπηρεσίας στην οποία υπάγονται για το µερικό προσδιορισµό του εισοδήµατός τους. Ο έλεγχος αυτός διατάσσεται από τον προϊστάµενο της ελεγκτικής υπηρεσίας για ένα ή περισσότερα συγκεκριµένα θέµατα και φορολογικά αντικείµενα και διενεργείται στην ελεγκτική υπηρεσία µε βάση:
α) τα στοιχεία του φακέλου,
β) τα δελτία πληροφοριών,
γ) τις εκθέσεις ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε. και άλλων υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονοµικών,
δ) τα βιβλία και στοιχεία που θα κληθεί να προσκοµίσει ο ελεγχόµενος,
ε) τα στοιχεία και τις πληροφορίες των προσώπων που ορίζονται στο άρθρο 17 του Ν. 3842/2010, (Φ.Ε.Κ. 58/Α’), και
στ) τα στοιχεία που προκύπτουν από τη µηχανογραφική επεξεργασία δεδοµένων της Γ.Γ.Π.Σ.

2. Ο προϊστάµενος της ελεγκτικής υπηρεσίας διενεργεί έλεγχο στην έδρα της επιχείρησης, ιδίως σε υποθέσεις για τις οποίες:
α) αποφαίνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρµογής των διατάξεων του άρθρου 19 για τον αντικειµενικό προσδιορισµό του εισοδήµατος, σύµφωνα µε τον έλεγχο που διενεργήθηκε από το γραφείο που προβλέπεται στο άρθρο 78 και στην προηγούµενη παράγραφο,
β) απαιτείται έλεγχος της παραγωγής για τον προσδιορισµό των οικονοµικών αποτελεσµάτων της επιχείρησης,
γ) απαιτείται χρήση ειδικού λογισµικού για την επαλήθευση της εγκυρότητας των οικονοµικών στοιχείων που δίνονται στις φορολογικές αρχές,
δ) απαιτείται έλεγχος των ειδικών αρχείων προκειµένου για επιχειρήσεις που ασχολούνται µε το ηλεκτρονικό εµπόριο,
ε) κρίνει αιτιολογηµένα ότι είναι αναγκαίο,
στ) έχει διενεργηθεί έλεγχος από το γραφείο, για συγκεκριµένο ποσοστό υποθέσεων το οποίο καθορίζεται µε υπουργική απόφαση.

3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 77, των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 78 και της παραγράφου 5 του άρθρου 82 έχουν ανάλογη εφαρµογή.

4. Τα δικαιώµατα ελέγχου που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, καθώς και στα προηγούµενα άρθρα 77 και 78 έχει και η Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Εσόδων, η οποία µπορεί να διατάσσει και επανέλεγχο για οποιαδήποτε φορολογική υπόθεση µε υπαλλήλους της αρµόδιας ελεγκτικής υπηρεσίας ή µε άλλους υπαλλήλους των ελεγκτικών υπηρεσιών που εποπτεύει, οι οποίοι µετακινούνται για το σκοπό αυτόν µε απόφασή της.

5. Η Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Εσόδων σχεδιάζει, επιβλέπει τη διενέργεια των ελέγχων και διασταυρώσεων µε βάση καθορισµένες ελεγκτικές διαδικασίες και τεχνικές ελέγχου και συµµετέχει στη διαδικασία ελέγχου.
Η επιλογή υποθέσεων που θα ελεγχθούν γίνεται από τη Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Είσπραξης Εσόδων, µετά από εισήγηση του προϊστάµενου της ελεγκτικής υπηρεσίας, µε τη συνεργασία της Γ.Γ.Π.Σ. σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 80 του Ν. 3842/2010 (Φ.Ε.Κ. 58/Α’).

Άρθρο 80
Έµµεσες τεχνικές ελέγχου

1. Ο προσδιορισµός των αποτελεσµάτων µε έλεγχο µπορεί να διενεργείται και µε την εφαρµογή µιας ή περισσοτέρων από τις κατωτέρω τεχνικές ελέγχου:
α) της αρχής των αναλογιών (mark up method),
β) της ανάλυσης ρευστότητας του φορολογούµενου (source and application of funds method),
γ) της καθαρής θέσης του φορολογούµενου (networth method),
δ) της σχέσης της τιµής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών (unit and volume method) και
ε) το ύψος των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε µετρητά (bank deposits and cash expenditure method).
Με τις ως άνω τεχνικές µπορούν να προσδιορίζονται τα φορολογητέα εισοδήµατα των φορολογουµένων, τα ακαθάριστα έσοδα, οι εκροές και τα φορολογητέα κέρδη των επιτηδευµατιών βάσει των γενικά παραδεκτών αρχών και τεχνικών της ελεγκτικής.

2. Τα προσδιοριζόµενα αποτελέσµατα που προκύπτουν από την εφαρµογή των τεχνικών ελέγχου της προηγούµενης παραγράφου, λαµβάνονται υπόψη για τον προσδιορισµό των λοιπών φορολογικών υποχρεώσεων.

3. Εφόσον τα αποτελέσµατα του φορολογικού ελέγχου έχουν εξαχθεί µε την εφαρµογή έµµεσων τεχνικών της παραγράφου 1, και πριν την έκδοση φύλλων ή πράξεων καταλογισµού, ο Προϊστάµενος της ελεγκτικής µονάδας, καλεί τον υπόχρεο σε ακρόαση, ο οποίος δικαιούται σε ανταπόδειξη.

4. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζονται το ειδικότερο περιεχόµενο τεχνικών ελέγχου της παραγράφου 1, ο τρόπος εφαρµογής τους και κάθε σχετικό θέµα για την εφαρµογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 81
Έκθεση φορολογικής συµµόρφωσης

1. Νόµιµοι ελεγκτές και ελεγκτικά γραφεία, που είναι εγγεγραµµένοι στο δηµόσιο µητρώο του N. 3693/2008 (ΦΕΚ 174 Α΄) και διενεργούν υποχρεωτικούς ελέγχους σε ανώνυµες εταιρείες, εταιρείες περιορισµένης ευθύνης καθώς και σε υποκαταστήµατα αλλοδαπών επιχειρήσεων, υποχρεούνται στην έκδοση ετήσιου πιστοποιητικού. Το πιστοποιητικό αυτό εκδίδεται µετά από έλεγχο που διενεργείται, παράλληλα µε τον έλεγχο της οικονοµικής διαχείρισης, ως προς την εφαρµογή των φορολογικών διατάξεων σε φορολογικά αντικείµενα. Φορολογικές παραβάσεις, καθώς και µη απόδοση ή ανακριβής απόδοση φόρων που διαπιστώνονται από τα τηρούµενα βιβλία και στοιχεία, κατά τη διενέργεια του διαχειριστικού ελέγχου, αναφέρονται αναλυτικά στο πιστοποιητικό αυτό. Αν το πιστοποιητικό δεν περιλαµβάνει παρατηρήσεις και διαπιστώσεις παραβάσεων της φορολογικής νοµοθεσίας, δεν διενεργείται τακτικός φορολογικός έλεγχος, επιφυλασσοµένων των διατάξεων του άρθρου 80 του N. 3842/2010 (ΦΕΚ 58 Α΄). Αν από το πιστοποιητικό προκύπτουν συγκεκριµένα φορολογικά δεδοµένα για την ελεγχθείσα εταιρεία µε τα οποία συµφωνεί και η αρµόδια ελεγκτική φορολογική αρχή, το εν λόγω πιστοποιητικό αποτελεί αναπόσπαστο τµήµα των εκθέσεων ελέγχου της ως άνω αρχής. Τα πιο πάνω πρόσωπα διώκονται και τιµωρούνται για κάθε παράλειψη των υποχρεώσεών τους σύµφωνα µε τις διατάξεις του N. 3693/2008.

Στις ανώνυµες εταιρείες και στις εταιρείες περιορισµένης ευθύνης του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί φορολογικό πιστοποιητικό σύµφωνα µε όσα ορίζονται ανωτέρω, διενεργείται κατά προτεραιότητα φορολογικός έλεγχος από την αρµόδια φορολογική αρχή και επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση πρόστιµο από 10.000 ευρώ έως 100.000 ευρώ, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παρ.4 του άρθρου 4 του Ν. 2523/1997 ανάλογα µε τα ακαθάριστα έσοδα που έχουν πραγµατοποιήσει κατά την ελεγχόµενη διαχειριστική περίοδο.

2. α) Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, που εκδίδεται ύστερα από γνώµη της ΕΛΤΕ, καθορίζονται τα συγκεκριµένα επί µέρους φορολογικά αντικείµενα του ελέγχου αυτού, το ειδικότερο περιεχόµενο του πιστοποιητικού που εκδίδεται, ο τρόπος, ο
χρόνος και η διαδικασία υποβολής του και κάθε άλλο σχετικό θέµα. Πέραν της εφαρµογής του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 1, στους νόµιµους ελεγκτές και στα ελεγκτικά γραφεία που παραβαίνουν τις διατάξεις της παραγράφου 1 και της κανονιστικής απόφασης που προβλέπεται στο προηγούµενο εδάφιο επιβάλλονται οι διοικητικές κυρώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 4 του N. 2523/1997.
β) Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται το είδος των υποβαλλόµενων στοιχείων και πληροφοριών, ο χρόνος και ο τρόπος υποβολής τους και κάθε άλλο σχετικό θέµα για την εφαρµογή της προηγούµενης παραγράφου.
Μέχρι την έκδοση των ανωτέρω αποφάσεων ισχύει η ΑΥΟ ΠΟΛ.1159/22.7.2011.

Άρθρο 82
Έκδοση φύλλων ελέγχου

1. Με βάση τα αποτελέσµατα του ελέγχου ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας εκδίδει φύλλα ελέγχου προσδιορισµού του φόρου, τόσο γι’ αυτούς που έχουν επιδώσει δηλώσεις, όσο και γι’ αυτούς που παρέλειψαν να επιδώσουν δήλωση. Στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 57 το φύλλο ελέγχου εκδίδεται:
α) Αν πρόκειται για σχολάζουσα κληρονοµιά στο όνοµα του θανόντος, για επιδικία ή µεσεγγύηση, στο όνοµα του τελευταίου πριν από την επιδικία ή µεσεγγύηση νοµέα ή επικαρπωτή.
β) Αν πρόκειται για ανηλίκους, δικαστικώς ή νοµίµως απαγορευµένους ή υπό δικαστική αντίληψη τελούντες, στο όνοµα του προσώπου που τελεί σε µια από τις νοµικές αυτές καταστάσεις.
γ) Αν πρόκειται για πτώχευση, στο όνοµα του πτωχού.
δ) Αν πρόκειται για θανόντα φορολογούµενο, στο όνοµα του για τα εισοδήµατα που απέκτησε µέχρι την ηµεροµηνία του θανάτου του.
Φύλλο ελέγχου εκδίδεται και σε περίπτωση που θα διαπιστωθεί ζηµιά από επιχειρηµατική δραστηριότητα, εφόσον η ζηµιά αυτή προσδιορίζεται σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 17και 18 και προκύπτει από τα βιβλία που τηρεί ο υπόχρεος, σύµφωνα µε τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του προηγούµενου εδαφίου δεν εκδίδεται φύλλο ελέγχου, αν το ποσό που τελικά οφείλεται δεν υπερβαίνει τα είκοσι έξι (26)ευρώ, αθροιστικά λαµβανόµενο για το φορολογούµενο και τη σύζυγο του.

2. Φύλλο ελέγχου και αν ακόµη έγινε οριστικό δεν αποκλείει την έκδοση και κοινοποίηση συµπληρωµατικού φύλλου ελέγχου, αν:
α) από συµπληρωµατικά στοιχεία, που περιήλθαν σε γνώση του προϊσταµένου της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, εξακριβώνεται ότι το εισόδηµα του φορολογουµένου υπερβαίνει αυτό που έχει περιληφθεί στο προηγούµενο φύλλο ελέγχου,
β) η δήλωση που υποβλήθηκε ή τα έντυπα ή οι καταστάσεις που τη συνοδεύουν αποδεικνύονται ανακριβή, ή
γ) περιέλθουν σε γνώση του προϊσταµένου της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας στοιχεία βάσει της αµοιβαίας διοικητικής συνδροµής από φορολογικές ή τελωνειακές αρχές άλλων Κρατών -Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτων χωρών που αποδεικνύονται ανακριβείς οι συναλλαγές, έστω και αν αυτά ζητήθηκαν πριν από την έκδοση του οριστικού φύλλου ελέγχου. Στις πιο πάνω περιπτώσεις το νέο φύλλο ελέγχου εκδίδεται για το άθροισµα του εισοδήµατος που προκύπτει από το προηγούµενο φύλλο ελέγχου, καθώς και αυτού που εξακριβώθηκε µε βάση τα πιο πάνω στοιχεία. Αν εκδοθεί το πιο πάνω φύλλο ελέγχου, εφαρµόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 88.

3. Τα φύλλα ελέγχου καταχωρίζονται στο βιβλίο µεταγραφής φύλλων ελέγχου µε βάση τη χρονολογική σειρά έκδοσης τους.

4. Αν ο προσδιορισµός του συνολικού ποσού της φορολογητέας ύλης µε ένα φύλλο ελέγχου είναι δυσχερής, επειδή ορισµένα αντικείµενα απαιτούν ειδικότερη εξέταση ή τη διενέργεια ελέγχου µέσα ή έξω από την περιφέρεια της αρµόδιας δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, εκδίδεται µερικό φύλλο ελέγχου προσδιορισµού του φόρου, στο οποίο περιλαµβάνεται η φορολογητέα ύλη, για την οποία ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας διαθέτει τα απαιτούµενα στοιχεία.

Σε αυτό το φύλλο ελέγχου διατυπώνεται ρητή επιφύλαξη ότι ο προσδιορισµός της υπόλοιπης φορολογητέας ύλης θα γίνει µε την έκδοση συµπληρωµατικού φύλλου ελέγχου. Η αίτηση για τη διοικητική επίλυση της διαφοράς ή η προσφυγή στο διοικητικό δικαστήριο κατά του συµπληρωµατικού φύλλου ελέγχου αφορά µόνο τη φορολογητέα ύλη που προσδιορίζεται µε αυτό.

5. Στις περιπτώσεις προσωρινού φορολογικού ελέγχου, σύµφωνα µε τις διατάξεις του προηγούµενου άρθρου, αν από τα βιβλία και στοιχεία του υπόχρεου ή σε περίπτωση έλλειψης αυτών, από κάθε άλλο σχετικό στοιχείο, προκύπτει ότι ο φορολογούµενος παρέλειψε να δηλώσει ή δήλωσε ανακριβώς τη φορολογητέα ύλη που προκύπτει από τα βιβλία ή στοιχεία ή παρέλειψε να παρακρατήσει ή να αποδώσει ή παρακράτησε ή απέδωσε ανακριβώς το φόρο, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας εκδίδει προσωρινό φύλλο ελέγχου προσδιορισµού του φόρου. Το προσωρινό φύλλο ελέγχου πρέπει να περιέχει τη φορολογητέα ύλη που προκύπτει από τα βιβλία και στοιχεία του υπόχρεου και το φόρο που αναλογεί σε αυτή µε τις νόµιµες προσαυξήσεις. Οι τυχόν δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται για τα προσωρινά φύλλα ελέγχου αποτελούν προσωρινό δεδικασµένο και δεν επηρεάζουν την κύρια δίκη.

6. Η περαίωση των δηλώσεων που κρίνονται ειλικρινείς ενεργείται µε περιληπτικό φύλλο ελέγχου.

7. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόµενο των φύλλων ελέγχου.


Άρθρο 83
Κοινοποίηση φύλλων ελέγχου

1.Αντίγραφο του φύλλου ελέγχου, που εκδίδεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 82, µαζί µε τη σχετική έκθεση ελέγχου :
α) Αν ο υπόχρεος είναι φυσικό πρόσωπο κοινοποιείται στον ίδιο. Ειδικά, σε περίπτωση πτώχευσης η κοινοποίηση γίνεται στο σύνδικο και τον πτωχό και σε περίπτωση θανάτου του φορολογουµένου στους κληρονόµους του.
β) Αν ο υπόχρεος είναι νοµικό πρόσωπο κοινοποιείται στο νόµιµο εκπρόσωπο
αυτού. Ειδικά : αα) Για κοινοπραξία ή κοινωνία της περίπτωσης η’ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 η κοινοποίηση γίνεται στον εκπρόσωπο της, ο οποίος αναγράφεται στη δήλωση ή σε περίπτωση µη ορισµού του, σε οποιοδήποτε µέλος της κοινοπραξίας ή κοινωνίας. ββ) Σε περίπτωση λύσης της εταιρείας ή κοινοπραξίας ή κοινωνίας των περιπτώσεων ζ’ και η’ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 κοινοποιείται σε όλα τα µέλη τους και όταν πρόκειται για πτώχευση η πράξη κοινοποιείται στα µέλη και στο σύνδικο και σε περίπτωση θανάτου ενός εκ’ των µελών στους κληρονόµους του. γγ) Σε περίπτωση λύσης των λοιπών νοµικών προσώπων των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 1κοινοποιείται στους εκκαθαριστές. Σε περίπτωση πτώχευσης κοινοποιείται στο σύνδικο.
2.Για την επίδοση του φύλλου ελέγχου της παραγράφου 1 εφαρµόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονοµίας.
3.Όταν η δήλωση περαιωθεί ως ειλικρινής, η γνωστοποίηση του φύλλου ελέγχου στον υπόχρεο γίνεται µε απλή ταχυδροµική επιστολή.

Άρθρο 84
Μεταφορά φορολογητέας ύλης

1. Αν φορολογητέα ύλη έχει περιληφθεί από το φορολογούµενο σε διαχειριστικό έτος άλλο από αυτό στο οποίο ανήκει, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας προβαίνει σε ανάλογη τροποποίηση των φορολογικών εγγραφών των ετών, τα οποία αφορά. Αν η φορολογική εγγραφή του έτους, στο οποίο ανήκει η φορολογητέα ύλη, έχει γίνει τελεσίδικη, αυτή δεν τροποποιείται, αλλά ο κύριος φόρος που αναλογεί, προστίθεται στο φόρο του κρινόµενου έτους, προσαυξηµένος µε τον τυχόν πρόσθετο φόρο, προσαύξηση ή πρόστιµο ή κατά περίπτωση εκπίπτει από το φόρο αυτού του έτους. Αν τα ποσά που προστίθενται στο κρινόµενο έτος αντιπροσωπεύουν δαπάνες ή εκπτώσεις ή αφορολόγητα ποσά που ανήκουν σε προηγούµενα διαχειριστικά έτη ή έσοδα τα οποία έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία σε προηγούµενα διαχειριστικά έτη, δεν επιβάλλεται πρόσθετος φόρος, προσαύξηση ή πρόστιµο στο φόρο ο οποίος αναλογεί σε αυτά τα ποσά που προστίθενται στο κρινόµενο έτος.

2. Οι διατάξεις της προηγούµενης παραγράφου εφαρµόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η φορολογητέα ύλη φορολογήθηκε στο όνοµα προσώπου, το οποίο σύµφωνα µε το νόµο δεν έχει φορολογική υποχρέωση γι’ αυτή τη φορολογητέα ύλη. Σε αυτή την περίπτωση ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, όταν διαπιστώσει την πλάνη, προβαίνει σε νέα εγγραφή στο όνοµα του πραγµατικού υπόχρεου. Η τελεσιδικία της νέας εγγραφής, στο όνοµα του πραγµατικού υπόχρεου, αποτελεί λόγο τροποποίησης ή ακύρωσης ή, κατά περίπτωση, αναθεώρησης της παλιάς εγγραφής, καθόσον αφορά τη φορολογητέα ύλη η οποία περιλήφθηκε στη νέα εγγραφή.

3. Κατά την εφαρµογή των διατάξεων των προηγούµενων παραγράφων δεν ισχύουν:

α) οι διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώµατος του Δηµοσίου για την ενέργεια των οικείων φορολογικών εγγραφών και
β) η προθεσµία που ορίζεται από τις διατάξεις του νόµου περί εισπράξεως δηµοσίων εσόδων για την επιστροφή ή το συµψηφισµό φόρων, γενικά, που καταβλήθηκαν αχρεωστήτως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥ

Άρθρο 85
Βεβαίωση του φόρου

1. Ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας βεβαιώνει το φόρο, αρχικό ή πρόσθετο, κατά περίπτωση, που προκύπτει:
α) Βάσει των δηλώσεων που υποβάλλονται.
β) Βάσει των φύλλων ελέγχου που αναφέρονται στο άρθρο 82, εφόσον αυτά έχουν οριστικοποιηθεί µε διοικητική επίλυση της διαφοράς ή λόγω µη άσκησης ή εκπρόθεσµης άσκησης προσφυγής.
γ) Βάσει οριστικών αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων ή πρακτικών δικαστικού συµβιβασµού.

2. Για τη βεβαίωση του φόρου, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας συντάσσει χρηµατικό κατάλογο µέσα σε προθεσµία δύο (2) µηνών από τη λήξη του µήνα που αποκτήθηκε ο τίτλος βεβαίωσης και οπωσδήποτε όχι αργότερα από τρία
(3) έτη από το τέλος του έτους στο οποίο αποκτήθηκε ο τίτλος βεβαίωσης. Η παράλειψη βεβαίωσης του φόρου στην προθεσµία των δύο (2) µηνών αποτελεί πειθαρχικό αδίκηµα, που τιµωρείται σύµφωνα µε τις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα.

3. Δεν βεβαιώνεται το ποσό που τελικώς οφείλεται µε βάση οποιονδήποτε νόµιµο τίτλο, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει τα είκοσι επτά (27) ευρώ, αθροιστικά λαµβανόµενο για το φορολογούµενο και τη σύζυγο του.

4. Για τους εγγάµους, εφόσον συντρέχει περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 40, η οφειλή για φόρο, τέλη και εισφορές, που αναλογούν στα εισοδήµατά τους βεβαιώνεται χωριστά και η ευθύνη της καταβολής βαρύνει κάθε σύζυγο. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται η διαδικασία και κάθε άλλο θέµα για την εφαρµογή των διατάξεων αυτής της παραγράφου.

5. Ο φόρος που βεβαιώνεται κατά τη διάρκεια του οικείου οικονοµικού έτους ή µεταγενέστερα από τη λήξη του:

α) Με βάση φύλλο ελέγχου που έγινε οριστικό, λόγω µη άσκησης ή εκπρόθεσµης άσκησης προσφυγής, καταβάλλεται σε έξι (6) ίσες µηνιαίες δόσεις, µε τον περιορισµό ότι κάθε δόση δεν είναι µικρότερη των τριακοσίων (300) ευρώ, εκτός της τελευταίας. Η πρώτη δόση καταβάλλεται µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του επόµενου από τη βεβαίωση µήνα και οι υπόλοιπες µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα των µηνών που ακολουθούν.
β) Μετά τη διοικητική επίλυση της διαφοράς και την καταβολή του ενός πέµπτου (1/5), το υπόλοιπο καταβάλλεται σε έξι (6) ίσες µηνιαίες δόσεις, µε τον περιορισµό ότι κάθε δόση δεν είναι µικρότερη των τριακοσίων (300) ευρώ, εκτός της τελευταίας. Η πρώτη καταβάλλεται µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του επόµενου από την υπογραφή του πρακτικού µήνα και οι υπόλοιπες µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα των µηνών που ακολουθούν.Αν ο υπόχρεος καταβάλλει εντός της προθεσµίας καταβολής του ενός πέµπτου (1/5), το σύνολο του ποσού που προκύπτει συνεπεία της διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, παρέχεται επί αυτού έκπτωση κατά ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%). Τα παραπάνω ισχύουν ανάλογα και επί δικαστικού συµβιβασµού.
γ) Με βάση απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, καταβάλλεται σε δύο (2) ίσες µηνιαίες δόσεις, µε τον περιορισµό ότι το συνολικό ποσό του φόρου δεν είναι µικρότερο των τριακοσίων (300) ευρώ. Η πρώτη δόση καταβάλλεται µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του επόµενου από τη βεβαίωση µήνα, και η δεύτερη µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του µήνα που ακολουθεί.
.
6. Αν δεν επιτευχθεί διοικητική επίλυση της διαφοράς και ασκηθεί από το φορολογούµενο εµπρόθεσµη προσφυγή, βεβαιώνεται αµέσως από τον προϊστάµενο της Δ.Ο.Υ. ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του αµφισβητούµενου κύριου φόρου, πρόσθετου φόρου και λοιπών συµβεβαιούµενων µε αυτόν φόρων και τελών. Το ποσό αυτό βεβαιώνεται µετά την πάροδο της προθεσµίας για διοικητική επίλυση της διαφοράς και πριν από τη διαβίβαση της προσφυγής στο διοικητικό δικαστήριο και καταβάλλεται εφάπαξ µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του επόµενου από τη βεβαίωση µήνα. Η αναστολή που χορηγείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 200 έως 205 του Ν. 2717/1999 (Φ.Ε.Κ. 97/Α’), δεν αποκλείει την ολοκλήρωση της διαδικασίας βεβαίωσης και ταµειακώς του παραπάνω ποσοστού του αµφισβητούµενου κύριου φόρου, του πρόσθετου φόρου και των λοιπών συµβεβαιούµενων φόρων και τελών.

7. Φόρος που έχει ήδη βεβαιωθεί κατά το ποσό που δεν οφείλεται µε βάση οριστική απόφαση του διοικητικού πρωτοδικείου, εκπίπτει ή επιστρέφεται κατά περίπτωση. Τυχόν άσκηση έφεσης από το Δηµόσιο κατά οριστικών αποφάσεων διοικητικών πρωτοδικείων δεν αναστέλλει σε καµιά περίπτωση τη διαδικασία της έκπτωσης των ποσών που βεβαιώθηκαν ή της επιστροφής των ποσών που καταβλήθηκαν αλλά δεν οφείλονται βάσει των αποφάσεων αυτών.

8. Βάσει των αποφάσεων των διοικητικών εφετείων ή του Συµβουλίου της Επικρατείας, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας προβαίνει σε νέα εκκαθάριση φόρου και ενεργεί συµπληρωµατική βεβαίωση του επιπλέον φόρου που τυχόν οφείλεται ή έκπτωση του επιπλέον ποσού φόρου που βεβαιώθηκε.

9. Φόροι, τέλη και εισφορές που βεβαιώνονται, βάσει προσωρινού φύλλου ελέγχου, που εκδόθηκε µετά από προσωρινό έλεγχο που προβλέπεται από την παράγραφο 4 του άρθρου 78, µετά την υπογραφή του πρακτικού και την καταβολή του 1/5 αυτών, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 24 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’), καταβάλλονται, κατά το υπόλοιπο µέρος αυτών, σε έξι (6) ισόποσες µηνιαίες δόσεις µε τον περιορισµό ότι κάθε δόση δεν είναι µικρότερη των τριακοσίων (300) ευρώ, εκτός της τελευταίας. Η πρώτη δόση καταβάλλεται µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα του επόµενου από την υπογραφή του πρακτικού µήνα και οι υπόλοιπες µέχρι την τελευταία εργάσιµη, για τις δηµόσιες υπηρεσίες, ηµέρα των µηνών που ακολουθούν. Επί δικαστικού συµβιβασµού ο φόρος καταβάλλεται εφάπαξ. Η άσκηση προσφυγής ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου δεν αναστέλλει την προσωρινή βεβαίωση του φόρου, ο οποίος

καταβάλλεται εφάπαξ. Από το φόρο, τέλη και εισφορές που βεβαιώνονται τελεσίδικα, βάσει του οριστικού φύλλου ελέγχου, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας εκπίπτει τα ποσά που καταλογίστηκαν µε το προσωρινό φύλλο ελέγχου. Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 6 ισχύουν και για τη βεβαίωση των φόρων, τελών και εισφορών βάσει προσωρινού φύλλου ελέγχου για το οποίο ασκήθηκε προσφυγή.

10. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών ο φόρος που προκύπτει στην περίπτωση β’ της παραγράφου 5 µπορεί να καταβάλλεται και σε περισσότερες µηνιαίες δόσεις που σε καµιά περίπτωση δεν µπορεί να υπερβαίνουν τις τριάντα έξι (36).


Άρθρο 86
Ακύρωση ή τροποποίηση οριστικής εγγραφής

1. Το φύλλο ελέγχου που οριστικοποιήθηκε επειδή δεν ασκήθηκε ένδικο µέσο, καθώς και αυτό που αφορά δήλωση η οποία κρίθηκε ειλικρινής, δύναται να ακυρωθεί ή να τροποποιηθεί, κατά περίπτωση, για έναν από τους λόγους που αναφέρονται πιο κάτω, περιοριστικά:
α) Για ολική ή µερική έλλειψη φορολογικής υποχρέωσης.
β) Αν ο φορολογούµενος δεν έλαβε γνώση αποδεδειγµένα του φύλλου ελέγχου.
γ) Αν ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας που έχει εκδώσει το φύλλο ελέγχου δεν είχε αρµοδιότητα να επιληφθεί στη φορολογία.
δ) Για λογιστικό λάθος.
ε) Για εσφαλµένο προσδιορισµό του φορολογητέου εισοδήµατος και του φόρου που αναλογεί σε αυτό.

2. Για την ακύρωση ή τροποποίηση του φύλλου ελέγχου, σύµφωνα µε την παράγραφο 1, αποφασίζει ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, µε τη σύµφωνη γνώµη του αρµόδιου επιθεωρητή δηµόσιων οικονοµικών υπηρεσιών, ύστερα από αίτηση του φορολογουµένου ή προκειµένου για τις περιπτώσεις γ’, δ’ και ε’ της παραγράφου 1, ο αρµόδιος επιθεωρητής δηµόσιων οικονοµικών υπηρεσιών, ύστερα από αίτηµα του προϊσταµένου της δηµόσιος οικονοµικής υπηρεσίας. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται µέσα σε τρία (3) έτη από την καταχώρηση του οικείου φύλλου ελέγχου στο βιβλίο που ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 82.

3. Με βάση την απόφαση της προηγούµενης παραγράφου, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας προβαίνει σε νέα εκκαθάριση και ενεργεί συµπληρωµατική βεβαίωση του επιπλέον φόρου που τυχόν οφείλεται ή έκπτωση του επιπλέον ποσού φόρου που βεβαιώθηκε.

4. Το φύλλο ελέγχου που εκδόθηκε στο όνοµα µέλους των νοµικών προσώπων ή των ενώσεων προσώπων, που αναφέρονται στις περιπτώσεις η’ και ζ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 1 και οριστικοποιήθηκε, τροποποιείται αυτοδικαίως από τον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας, ύστερα από τη σχετική απόφαση του διοικητικού εφετείου ή του Συµβουλίου της Επικρατείας, µε την οποία µεταβάλλονται τα αποτελέσµατα των νοµικών προσώπων ή των ενώσεων προσώπων, που έχει προσδιορίσει το διοικητικό πρωτοδικείο. Με βάση την απόφαση του διοικητικού εφετείου ή του Συµβουλίου της Επικρατείας, η οποία εκδόθηκε για τα νοµικά πρόσωπα ή τις ενώσεις προσώπων, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας που είναι αρµόδιος για τη φορολογία του µέλους, ενεργεί συµπληρωµατική βεβαίωση ή έκπτωση του επιπλέον βεβαιωθέντος φόρου.

Άρθρο 87 Παραγραφή

1. Η κοινοποίηση φύλλου ελέγχου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83, δεν µπορεί να γίνει µετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους µέσα στο οποίο λήγει η προθεσµία για την επίδοση της δήλωσης. Το δικαίωµα του Δηµοσίου για επιβολή του φόρου παραγράφεται µετά την πάροδο της πενταετίας.

2. Σε κάθε περίπτωση, το δικαίωµα του Δηµοσίου για τη διενέργεια ελέγχου ή για επιβολή του φόρου δεν µπορεί να παραγράφεται σε χρονικό διάστηµα µεγαλύτερο από το αντίστοιχο της παραγραφής της αξίωσης ή της απαίτησης του φορολογούµενου κατά τα οριζόµενα στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.

3. Κατ’ εξαίρεση, η βεβαίωση του φόρου µπορεί να γίνει και µετά την πάροδο πενταετίας, αν η εγγραφή στο όνοµα νοµικού προσώπου των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 1, έγινε οριστική µετά την πάροδο αυτής, όχι όµως και πέρα από έξι (6) µήνες από την κοινοποίηση στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας της απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου ή από την οριστικοποίηση της εγγραφής µε διοικητική επίλυση της διαφοράς ή λόγω µη άσκησης ή εκπρόθεσµης άσκησης προσφυγής.

4. Εξαιρετικά, επίσης, δύναται να κοινοποιηθεί φύλλο ελέγχου και µετά την πάροδο της πενταετίας:

α) Αν το φύλλο ελέγχου που κοινοποιήθηκε εντός της πενταετίας ακυρωθεί µετά την πάροδο αυτής, γιατί ο φορολογούµενος δεν έλαβε γνώση αυτού.
β) Αν εντός της πενταετίας κοινοποιήθηκε το φύλλο ελέγχου σε πρόσωπο, που δεν έχει φορολογική υποχρέωση, συνολικά ή µερικά.
γ) Αν η έκδοση του φύλλου ελέγχου έγινε από αναρµόδια δηµόσια οικονοµική υπηρεσία ή έγινε για οικονοµικό έτος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο υπάγεται το φορολογητέο εισόδηµα.
δ) Αν το φύλλο ελέγχου που εκδόθηκε εµπρόθεσµα ακυρωθεί µετά την πάροδο αυτής.

5. Το δικαίωµα του Δηµοσίου για την ενέργεια αρχικής ή συµπληρωµατικής φορολογικής εγγραφής και την επιβολή φόρων, πρόσθετων φόρων, για φορολογικές παραβάσεις, παραγράφεται µετά την πάροδο δεκαετίας, εφόσον η µη ενάσκηση του, έστω και κατά ένα µέρος, οφείλεται:
α) Στην από πρόθεση πράξη ή παράλειψη του φορολογουµένου µε τη σύµπραξη του αρµόδιου φορολογικού οργάνου.
β) Σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 82, ανεξάρτητα από το εάν έχει εκδοθεί και κοινοποιηθεί ή όχι, αρχικό φύλλο ελέγχου.
Όταν τα συµπληρωµατικά στοιχεία περιέρχονται στον προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας το τελευταίο έτος της παραγραφής, ο χρόνος αυτής παρατείνεται για ένα ακόµη ηµερολογιακό έτος.

6. Αν δεν υποβληθεί δήλωση φορολογίας εισοδήµατος ή δήλωση απόδοσης παρακρατούµενων φόρων, το δικαίωµα του Δηµοσίου να κοινοποιήσει φύλλο ελέγχου ή πράξη καταλογισµού φόρου, παραγράφεται µετά την πάροδο δεκαπέντε
(15) ετών από τη λήξη της προθεσµίας για την επίδοση της δήλωσης. Σε περίπτωση υποβολής των πιο πάνω δηλώσεων κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους πριν από την ηµεροµηνία λήξης του χρόνου παραγραφής, το δικαίωµα του Δηµοσίου για την κοινοποίηση φύλλου ελέγχου παραγράφεται µετά την πάροδο τριετίας από τη λήξη του έτους υποβολής της δήλωσης.

7. Αν το φύλλο ελέγχου ακυρωθεί για τυπικούς λόγους µε απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, η οποία κοινοποιείται στον αρµόδιο προϊστάµενο της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας το τελευταίο έτος της παραγραφής του ή µετά τη συµπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας µπορεί να εκδώσει και να κοινοποιήσει νέο φύλλο ελέγχου µέσα σε ένα (1) έτος από την κοινοποίηση της απόφασης.

8. H κατά του Δηµοσίου απαίτηση προς επιστροφή φόρου παραγράφεται µετά πέντε (5) έτη από την ηµεροµηνία της εµπρόθεσµης υποβολής της δήλωσης ή αν υποβληθεί εκπρόθεσµα η δήλωση, µετά πέντε (5) έτη από την ηµεροµηνία που η δήλωση αυτή όφειλε να είχε υποβληθεί. Αν υποβληθεί ανακλητική δήλωση ή δήλωση µε επιφύλαξη, η αξίωση για την επιστροφή του φόρου παραγράφεται µετά πέντε (5) έτη από την ηµέρα της µε οποιονδήποτε τρόπο αποδοχής της.
Η αξίωση για επιστροφή φόρου βάσει υποβληθείσας εµπρόθεσµης δήλωσης αναβιώνει από την κοινοποίηση φύλλου ή πράξης ελέγχου.
Ως προς τα λοιπά θέµατα της παραγραφής εφαρµόζονται οι διατάξεις του δηµοσίου λογιστικού (Ν. 2362/1995/Φ.Ε.Κ. 247/Α’), όπως εκάστοτε ισχύουν, πάντα υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.


ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ
ΕΠΙΛΥΣΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Άρθρο 88
Διοικητική επίλυση της διαφοράς

Οι φορολογικές διαφορές επιλύονται από Επιτροπές Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών σύµφωνα µε τα ειδικότερα προβλεπόµενα στις γενικές διατάξεις.
Άρθρο 89
Διαιτητική επίλυση φορολογικών διαφορών

Ανεξάρτητα από τη διαδικασία διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, ο υπόχρεος, σε βάρος του οποίου εκδόθηκε πράξη καταλογισµού φόρου ή πράξη επιβολής οποιασδήποτε κυρώσεως για παράβαση της φορολογικής εν γένει νοµοθεσίας, εφόσον το αντικείµενο τους υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ µπορεί να υποβάλλει αίτηση διαιτητικής επίλυσης της διαφοράς σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 33 του Ν. 3943/2011 (Φ.Ε.Κ. 66/Α’).

Άρθρο 90
Δικαστικός συµβιβασµός

1. Δικαστικός συµβιβασµός µε βάση αυτό το νόµο είναι δυνατός σε όσες περιπτώσεις επιτρέπεται και όπως προβλέπεται διοικητική επίλυση της διαφοράς.

2. Κατά τη συζήτηση πού διεξάγεται επί του ακροατηρίου ενώπιον οποιουδήποτε διοικητικού δικαστηρίου και σε κάθε στάση της δίκης, παρουσία και των δύο µερών, κάθε διάδικος µπορεί να προτείνει την κατάργηση της φορολογικής δίκης, µε την κατάθεση δήλωσης στο γραµµατέα του δικαστηρίου πέντε (5) τουλάχιστον πλήρεις ηµέρες πριν από τη συζήτηση. Η δήλωση αφού υπογραφεί και από το διάδικο που αποδέχθηκε την πρόταση και θεωρηθεί από αυτόν που διευθύνει τη συζήτηση, καταχωρίζεται ολόκληρη στα πρακτικά τα οποία έχουν τα αποτελέσµατα αµετάκλητης απόφασης.

3. Ύστερα από αίτηση ενός από τους διαδίκους ή αυτεπάγγελτα, το δικαστήριο αναβάλλει εφάπαξ τη συζήτηση για την πρόταση. Η δήλωση που κατατέθηκε δεν ανακαλείται, µπορεί όµως µέχρι την, µετά την αναβολή, συζήτηση ή κατά τη διάρκεια αυτής να συµπληρωθεί για να βελτιωθεί.

4. Αν αποκρουσθεί η πρόταση από τον άλλο διάδικο, αυτή θεωρείται ως να µην έχει γίνει και συνεχίζεται η διαδικασία.

5. Σε περίπτωση οµοδικίας η πρόταση γίνεται από κοινού από όλους τους οµοδίκους, εκτός αν το δικαστήριο έχει διατάξει το χωρισµό. Σε περίπτωση παρέµβασης δεν απαιτείται σύµπραξη αυτού που παρεµβαίνει.

6. Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 71 του Ν. 4125/1960, εφαρµόζονται και στην περίπτωση του άρθρου αυτού.

7. Δεύτερη πρόταση από τον ίδιο διάδικο και στον ίδιο βαθµό δικαιοδοσίας δεν συγχωρείται.


ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟ
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΦΟΡΟΛΟΓΟΥΜΕΝΩΝ

Άρθρο 91
Φορολογικό απόρρητο

1. Οι δηλώσεις φόρου του παρόντος χρησιµοποιούνται αποκλειστικά για φορολογικούς σκοπούς και δεν επιτρέπεται η χρησιµοποίηση τους για δίωξη εκείνου που υπέβαλε τη δήλωση ή του προσώπου από το οποίο αυτός απέκτησε το εισόδηµα, για παράβαση των κειµένων διατάξεων.

2. Οι φορολογικές δηλώσεις, τα φορολογικά στοιχεία, οι εκθέσεις, οι πράξεις προσδιορισµού αποτελεσµάτων, τα φύλλα ελέγχου, οι αποφάσεις του προϊσταµένου της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας και κάθε στοιχείο του φακέλου που έχει σχέση µε τη φορολογία ή άπτεται αυτής είναι απόρρητα και δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση τους σε οποιονδήποτε άλλον εκτός από το φορολογούµενο στον οποίο αφορούν αυτά.

3. Ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας συντάσσει κάθε έτος, µε βάση τις δηλώσεις που του επιδίδονται, κατάλογο φορολογουµένων, ο οποίος περιέχει το ονοµατεπώνυµο ή την επωνυµία, τον τίτλο και τα λοιπά στοιχεία τους, το καθαρό εισόδηµα από την κατηγορία Β’, το συνολικό καθαρό εισόδηµα το οποίο υπόκειται σε φορολογία, καθώς και το φόρο που αναλογεί σε αυτό. Ο κατάλογος αυτός καταρτίζεται µέσα σε έξι (6) µήνες από τη λήξη της προθεσµίας υποβολής των δηλώσεων και συµπληρώνεται µε τα αντίστοιχα στοιχεία της οριστικοποίησης της εγγραφής του υπόχρεου. Τοποθετείται σε πρόσφορη θέση στο κατάστηµα της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας και των δήµων ή κοινοτήτων όπου εδρεύει δηµόσια οικονοµική υπηρεσία, ώστε να µπορεί να λαµβάνει γνώση αυτού οποιοσδήποτε. Επιτρέπεται η έκδοση καταλόγων των φορολογουµένων όλης της χώρας, καθώς και η δηµοσίευση τους στις εφηµερίδες. Ο κατάλογος είναι διαθέσιµος στο διαδικτυακό τόπο της Γενικής Γραµµατείας Πληροφοριακών Συστηµάτων (Γ.Γ.Π.Σ.). Η πρόσβαση στον κατάλογο γίνεται κατόπιν ταυτοποίησης του χρήστη και περιορίζεται µε βάση συγκεκριµένα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτοµέρειες για την πρόσβαση στον κατάλογο αυτόν. Επιτρέπεται να γίνεται από τη Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων (Γ.Γ.Π.Σ.) του Υπουργείου Οικονοµίας και Οικονοµικών η προεκτύπωση στις ετήσιες δηλώσεις φορολογίας εισοδήµατος φυσικών προσώπων των ποσών του καθαρού εισοδήµατος µισθωτών υπηρεσιών και του αναλογούντος και παρακρατηθέντος φόρου επί αυτών, καθώς και των λοιπών διαθέσιµων στοιχείων του υπόχρεου, της συζύγου του και των προσώπων που τους βαρύνουν.

4. Τα στοιχεία που αναφέρονται στους καταλόγους των φορολογουµένων δεν αποτελούν απόρρητο και ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας υποχρεούται να χορηγεί, ύστερα από αίτηση, βεβαίωση για τα στοιχεία αυτά σε οποιονδήποτε τρίτο ο οποίος έχει έννοµο συµφέρον και το αποδεικνύει.

5. Κατ εξαίρεση επιτρέπεται, αποκλειστικά και µόνο:

α) Η χορήγηση στοιχείων στις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονοµικών και στους ορκωτούς εκτιµητές για την άσκηση των καθηκόντων τους, καθώς και στις περιπτώσεις που ορίζονται από το άρθρο 1445 του Αστικού Κώδικα. Επίσης, χορηγείται αντίγραφο της κοινής φορολογικής δήλωσης και του εκκαθαριστικού σηµειώµατος στους συζύγους που βρίσκονται σε διάσταση ή διάζευξη. Ειδικά επί συνιδιοκτησίας ακινήτου, χορηγούνται από το φάκελο του συνιδιοκτήτη που το εκµίσθωσε µονοµερώς, αντίγραφο µισθωτηρίου συµβολαίου και λοιπά στοιχεία που αφορούν το κοινό ακίνητο, στους λοιπούς συνιδιοκτήτες, για διεκδίκηση των νόµιµων δικαιωµάτων τους στο δικαστήριο και δήλωση των εισοδηµάτων τους από το ακίνητο αυτό.
β) Η χορήγηση σε ειδικά εξουσιοδοτηµένους υπαλλήλους του Ιδρύµατος Κοινωνικών Ασφαλίσεων – Ενιαίο Ταµείο Ασφάλισης Μισθωτών (Ι.Κ.Α.– Ε.Τ.Α.Μ.) στοιχείων που περιέχονται στη δήλωση φορολογίας εισοδήµατος και στα συµπληρωµατικά στοιχεία που συνυποβάλλονται µε αυτήν, στην Οριστική Δήλωση Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών, στην οριστική δήλωση ελεύθερων επαγγελµάτων, στην οριστική δήλωση από εµπορικές επιχειρήσεις, καθώς και τα συνυποβαλλόµενα έντυπα ή καταστάσεις, στη δήλωση ακινήτων και αφορούν πάσης φύσεως περιουσιακά στοιχεία που περιλαµβάνονται σε αυτήν ή συνυποβάλλονται µε αυτήν, τα πλήρη στοιχεία που περιλαµβάνονται στις βεβαιώσεις αποδοχών, καθώς και στοιχείων από το φάκελο του εργοδότη για την εξακρίβωση των µισθών και ηµεροµισθίων που αυτός κατέβαλε στο προσωπικό που απασχολεί.
γ) Σε ειδικά εξουσιοδοτηµένους υπαλλήλους των οργανισµών τοπικής αυτοδιοίκησης να λαµβάνουν τα αναγκαία στοιχεία και πληροφορίες για την επιβολή φόρων, τελών, δικαιωµάτων ή εισφορών τους ή για τον έλεγχο των δηλώσεων των επιβαρύνσεων αυτών.
δ) Σε δίκες για διαφορές από εµπορικές µισθώσεις ακινήτων η χορήγηση στους ενδιαφεροµένους για χρήση στο δικαστήριο αντιγράφων των µισθωτηρίων συµβολαίων, καθώς και βεβαιώσεων για το καταβαλλόµενο µίσθωµα οποιουδήποτε ακινήτου. Ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας δικαιούται να ζητήσει υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 (Φ.Ε.Κ. 75/Α’), στην οποία ο αιτών θα δηλώνει ότι τα χορηγούµενα στοιχεία θα χρησιµοποιηθούν αποκλειστικά και µόνο για δίκες του προηγούµενου εδαφίου.
ε) Η χορήγηση στοιχείων σε δηµόσιες υπηρεσίες, νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου και οργανισµούς που έχουν αρµοδιότητα διαχείρισης, παρακολούθησης ή ελέγχου των πάσης φύσεως χρηµατοδοτήσεων, ενισχύσεων ή επιδοτήσεων που καταβάλλονται σε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα και φορείς και προέρχονται από εθνικούς ή κοινοτικούς πόρους, για την άσκηση αποκλειστικά των παραπάνω αρµοδιοτήτων τους.
στ) Η χορήγηση των στοιχείων του Υποσυστήµατος Μητρώου Φορολογουµένων και του Αρχείου Οχηµάτων σε δηµόσιες υπηρεσίες και ασφαλιστικά ταµεία που αποτελούν νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου, από τη Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων του Υπουργείου Οικονοµίας και Οικονοµικών, µε την υποχρέωση χρησιµοποίησης αυτών αποκλειστικά για τις υπηρεσιακές τους ανάγκες.
ζ) Σε ειδικά εξουσιοδοτηµένους υπαλλήλους των φορέων κύριας ασφάλισης ελευθέρων επαγγελµατιών και ανεξάρτητα απασχολουµένων να λαµβάνουν τα αναγκαία στοιχεία και πληροφορίες από τους φακέλους που τηρούνται στις δηµόσιες οικονοµικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) για τα εισοδήµατα φορολογουµένων, ασφαλισµένων ή ασφαλιστέων στους εν λόγω φορείς, µε σκοπό τη διευκόλυνση του έργου των οργανισµών αυτών στην είσπραξη των νοµοθετηµένων πόρων τους, καθώς και στον έλεγχο της νοµιµότητας της χορήγησης των παροχών τους.
η) Η χορήγηση σε επιτηδευµατίες του Α.Φ.Μ., του αντικειµένου εργασιών και της επαγγελµατικής εγκατάστασης άλλων επιτηδευµατιών χωρίς να υπάρχει έννοµο συµφέρον.
θ) Η χορήγηση στοιχείων στα Γραφεία και τα µέλη του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους, καθώς και στους δικηγόρους του Δηµοσίου για την υποστήριξη των δικαιωµάτων του Δηµοσίου ή απόκρουση των κατ’ αυτού αξιώσεων τρίτων ενώπιον των δικαστηρίων.
ι) Η χορήγηση σε τρίτο, ή σε πρόσωπα ειδικά εξουσιοδοτηµένα από αυτόν, στον οποίο ανατίθεται µε βάση την ισχύουσα νοµοθεσία η µελέτη για τη βελτίωση του φορολογικού συστήµατος, καθώς και η εφαρµογή των προτάσεων, στοιχείων από τους φακέλους των φορολογουµένων που τηρούνται στις Δ.Ο.Υ. Οι διατάξεις του προηγούµενου εδαφίου εφαρµόζονται και όταν στον τρίτο ανατίθεται η συλλογή στοιχείων για συγκεκριµένες κατηγορίες φορολογουµένων, µε την επιφύλαξη των διατάξεων του Ν. 2472/1997 (Φ.Ε.Κ. 50/Α’).
ια) Η χορήγηση στοιχείων σχετικά µε την εφαρµογή των άρθρων 39 και 39 Α σε ειδικά εξουσιοδοτηµένους υπαλλήλους του Υπουργείου Ανάπτυξης, προκειµένου για τον έλεγχο της συµµόρφωσης των υπόχρεων εταιριών µε τις διατάξεις του άρθρου 26 του ν. 3728/2008 (ΦΕΚ 258 Α’).
ιβ) Η χορήγηση στοιχείων σε δηµόσιες υπηρεσίες, νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου, οργανισµούς τοπικής αυτοδιοίκησης, καθώς και σε δηµόσιες επιχειρήσεις που υπάγονται στο Κεφάλαιο Α’ ήΒ’ του Ν. 3329/2005 (Φ.Ε.Κ. 314/Α’), εφόσον το Δηµόσιο στην περίπτωση αυτή συµµετέχει σε ποσοστό άνω του 50% του µετοχικού τους κεφαλαίου, και µόνο για την ταυτοποίηση φορολογουµένων ή διασταύρωση ή επαλήθευσή της, η οποία είναι αναγκαία για την εκτέλεση καθηκόντων ή την άσκηση αρµοδιοτήτων ή την παροχή υπηρεσιών που ορίζει ο νόµος.
ιγ) Στους Επιθεωρητές Εργασιακών Σχέσεων να λαµβάνουν από τις Δηµόσιες Οικονοµικές Υπηρεσίες πληροφορίες που περιέχονται στη δήλωση φορολογίας εισοδήµατος και στα συµπληρωµατικά στοιχεία που συνυποβάλλονται µε αυτήν, στην Οριστική Δήλωση Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών, στην οριστική δήλωση ελεύθερων επαγγελµάτων, στην οριστική δήλωση από εµπορικές επιχειρήσεις, καθώς και τα συνυποβαλλόµενα έντυπα ή καταστάσεις, στη δήλωση ακινήτων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων των εργοδοτών και αφορούν πάσης φύσεως περιουσιακά στοιχεία που περιλαµβάνονται σε αυτήν ή συνυποβάλλονται µε αυτήν, καθώς και τα πλήρη στοιχεία που περιλαµβάνονται στις βεβαιώσεις αποδοχών.
ιδ) Η χορήγηση στοιχείων σε δηµόσιες υπηρεσίες και νοµικά πρόσωπα δηµοσίου δικαίου από τη Γενική Γραµµατεία Πληροφοριακών Συστηµάτων για επαλήθευση του περιεχοµένου δικαιολογητικών που προσκοµίζουν οι φορολογούµενοι.
ιε) Η χορήγηση στοιχείων σε αναδόχους του Υπουργείου Οικονοµικών ή όσους εκτελούν βάσει συµβάσεως συγκεκριµένο έργο προς όφελος του Δηµοσίου.
ιστ) Η χορήγηση στοιχείων κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας του άρθρου 25 παρ.4 εδ. β΄ του Ν. 1756/1988, εφόσον αυτή περιλαµβάνει αιτιολογηµένη σκέψη του παραγγέλλοντος εισαγγελικού λειτουργού περί µη συνδροµής φορολογικού απορρήτου. Σε περίπτωση που δεν περιέχεται στην εισαγγελική παραγγελία ρητή έκφραση γνώµης περί απορρήτου, ο προϊστάµενος της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας πρέπει να θέτει άµεσα τούτο υπόψη της εισαγγελικής αρχής και εφόσον η τελευταία εµµένει στην εντολή της, να χορηγεί τα αιτούµενα στοιχεία. Στην περίπτωση του τελευταίου εδαφίου δεν εφαρµόζονται οι διατάξεις της παρ.6 του παρόντος.

6. Χωρίς έγκριση του Υπουργού Οικονοµικών, καµία άλλη, πλην του προϊσταµένου της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας και των άλλων συναρµοδίων αρχών που εξοµοιώνονται µε αυτόν, δηµόσια αρχή ή νοµικό πρόσωπο δηµοσίου δικαίου ή οργανισµός δεν δικαιούται να λαµβάνει γνώση των βιβλίων και στοιχείων που ορίζονται από τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (Κ.Φ.Α.Σ.), εκτός εάν αυτό επιτρέπεται από ειδική διάταξη νόµου. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, χωρίς έγκριση του Υπουργού Οικονοµικών, να λαµβάνουν γνώση του σχετικού περιεχοµένου των βιβλίων και στοιχείων που ορίζονται από τον Κώδικα αυτόν, οι Δηµόσιες Αρχές µόνο στις περιπτώσεις που ανακύπτουν θέµατα προστασίας του δηµοσίου συµφέροντος, καθώς και οι οργανισµοί τοπικής αυτοδιοίκησης και το Ίδρυµα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) για διεκδίκηση πόρων, ασφαλιστικών εισφορών η άλλων εννόµων δικαιωµάτων τους. Σε καµία, όµως, περίπτωση δεν επιτρέπεται στις αρχές αυτές να αφαιρούν ή να κατάσχουν τα πιο πάνω βιβλία και στοιχεία.

7. Η παραβίαση του φορολογικού απορρήτου του άρθρου αυτού συνιστά πειθαρχικό αδίκηµα που τιµωρείται κατά τις οικείες διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου και ποινικό αδίκηµα που τιµωρείται κατά τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα για παράβαση καθήκοντος.

8. Τις ευθύνες της προηγούµενης παραγράφου έχουν και τα πρόσωπα, που είναι υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13 του Ποινικού Κώδικα, τα οποία νόµιµα λαµβάνουν γνώση φορολογικών απορρήτων και χρησιµοποιούν αυτά για σκοπό διάφορο εκείνου που ο νόµος επιτρέπει ή τα ανακοινώνουν µε κάθε τρόπο, άµεσο ή έµµεσο, σε τρίτους. Τα λοιπά πρόσωπα τιµωρούνται µε ποινή φυλάκισης µέχρι έξι (6) µήνες µετά από έγκληση του προϊσταµένου της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας ή του αρµόδιου επιθεωρητή προς τον εισαγγελέα πληµµελειοδικών στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η δηµόσια οικονοµική υπηρεσία και µε πρόστιµο που ορίζεται στο άρθρο 4 του Ν. 2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/Α’), το οποίο επιβάλλεται µε πράξη του προϊσταµένου της δηµόσιας οικονοµικής υπηρεσίας µετά την τελεσιδικία της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου.

9. Όσοι µε οποιαδήποτε ιδιότητα συµπράττουν στην εφαρµογή των διατάξεων του παρόντος και από το λόγο αυτό λαµβάνουν γνώση των τραπεζικών ή άλλων συναλλαγών, υποχρεούνται να τηρούν το απόρρητο των συναλλαγών τούτων, υποκείµενοι σε αντίθετη περίπτωση στις ποινές και τα πρόστιµα των παραγράφων 6 και 7.

10. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονοµικών, που δηµοσιεύονται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται για όλη τη χώρα ή για ορισµένες µόνο περιφέρειες, ανάλογα µε τον πληθυσµό, το ύψος του εισοδήµατος πάνω από το οποίο, οι φορολογούµενοι που το αποκτούν, θα περιλαµβάνονται στους καταλόγους των φορολογουµένων, καθώς και κάθε άλλη λεπτοµέρεια αναγκαία για την εφαρµογή των διατάξεων της παραγράφου 3.


Άρθρο 92
Δηµοσίευση διοικητικών λύσεων

1. Οι διοικητικές λύσεις που εκδίδονται από τις φορολογικές διευθύνσεις της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονοµικών, είτε µε τη µορφή εγκυκλίων είτε ατοµικών απαντήσεων, αναρτώνται στο διαδίκτυο, ταυτόχρονα µε τη διεκπεραίωσή τους, αφού προηγουµένως απαλειφθούν από τις ατοµικές απαντήσεις τα στοιχεία των φορολογουµένων, καθώς και τυχόν αναφερόµενα ποσά φόρων.

2. Οι διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 321 του Ν. 4072/2012 (Φ.Ε.Κ. 86/Α’)και της παραγράφου 16 του άρθρου 5 του Ν. 3296/2004 (Φ.Ε.Κ. 253/Α’) καταργούνται.

ΤΜΗΜΑ ΤΡΙΤΟ
ΛΟΙΠΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 93
Μεταβατικές διατάξεις

1. Επί διοικητικής επίλυσης της διαφοράς που αφορούν διαχειριστικές περιόδους που έληξαν µέχρι και την 30.6.2012, σύµφωνα µε τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 7 του άρθρου 88 του παρόντος, περιορίζεται στο µισό (1/2) το προβλεπόµενο ποσοστό προσαύξησης του συντελεστή καθαρού κέρδους ή καθαρού εισοδήµατος ή καθαρών αµοιβών, στις περιπτώσεις εφαρµογής των διατάξεων των παραγράφων 2 του άρθρου 32, 2 και 5 του άρθρου 34 και 5 του άρθρου 49, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση που σύµφωνα µε τον Ν. 2238/1994 (Φ.Ε.Κ. 151/Α’) οι πιο πάνω διατάξεις έχουν ανάλογη εφαρµογή. Οι κατά περίπτωση διατάξεις που ορίζουν ότι επί εξωλογιστικού προσδιορισµού εφαρµόζεται ο συντελεστής που προκύπτει από το λογιστικό προσδιορισµό, εφόσον αυτός είναι µεγαλύτερος από το συντελεστή που προβλέπεται για το οικείο επάγγελµα, ισχύουν ανάλογα και κατά την εφαρµογή των διατάξεων του προηγούµενου εδαφίου. Τα οριζόµενα στα προηγούµενα εδάφια δεν εφαρµόζονται στο δικαστικό συµβιβασµό του άρθρου 90 του παρόντος.

2. Υποβληθείσες αιτήσεις διοικητικής επίλυσης φορολογικών διαφορών στην Επιτροπή Διοικητικής Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (Ε.Δ.Ε.Φ.Δ.) του άρθρου 70Α’ του Ν. 2238/1994 (Φ.Ε.Κ. 151/Α’) οι οποίες εκκρεµούν σε αυτή µέχρι και τη σύσταση των επιτροπών του άρθρου 88 του παρόντος συζητούνται σε αυτή.

3. Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του Ν. 3842/2010 (Φ.Ε.Κ.58/Α’) καταργούνται για εισοδήµατα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 2013 και µετά.

4. Οι διατάξεις του άρθρου 26 του Ν. 3728/2008 (Φ.Ε.Κ. 258/Α’) καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Ειδικά για συναλλαγές που πραγµατοποιήθηκαν στις διαχειριστικές περιόδους 2010, 2011 και 2012 λαµβάνεται υπόψη ο φάκελος τεκµηρίωσης που ορίζεται µε το άρθρο 26 του ν.3728/2008 (Φ.Ε.Κ. 258/Α’).

5. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του Ν. 2238/1994 καταργούνται για εισοδήµατα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 2012 και µετά.

6. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του ν. 2238/1994, µε την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 94.

7. Οι υπουργικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ’εξουσιοδότηση του ν. 2238/1994 (ΦΕΚ 151 Α’) και των ν.δ. 3323/1955 και 3843/1958 διατηρούνται σε ισχύ εφόσον ρυθµίζουν υποχρεώσεις που εξακολουθούν να απορρέουν από τον παρόντα νόµο και δεν αντίκεινται στις διατάξεις αυτού.


Άρθρο 94 Έναρξη ισχύος

1. Οι διατάξεις του παρόντος νόµου ισχύουν για τα οικονοµικά έτη 2014 και επόµενα. Κατ’ εξαίρεση τα φυσικά πρόσωπα της υποπερίπτωσης Β.1.1.1 φορολογούνται σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα για το εισόδηµα τους αυτό το οποίο αποκτάται από 1 Ιανουαρίου 2014 και µετά.

2. Οι διατάξεις της περίπτωσης θ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 9 ισχύουν µέχρι την 30 Ιουνίου 2012.

3. Οι διατάξεις της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 2 του άρθρου 14 έχουν εφαρµογή για ανείσπρακτες δεδουλευµένες αποδοχές διαχειριστικής χρήσης 2012 και µετά.

4. Οι συντελεστές απόσβεσης που ορίζονται στην περίπτωση ιε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 18 εφαρµόζονται για πάγια περιουσιακά στοιχεία που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 2013 και µετά.

5. Οι διατάξεις της περίπτωσης ιη’ της παραγράφου 2 του άρθρου 18 ισχύουν για προβλέψεις οι οποίες σχηµατίζονται στις χρήσεις 2015 και επόµενες. Για τις προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων που έχουν σχηµατισθεί στα οικονοµικά έτη 2011, 2012, 2013, 2014 και 2015 θα έχουν εφαρµογή οι διατάξεις της περίπτωσης θ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του ν. 2238/1994.

6. Οι διατάξεις της παραγράφου 10 του άρθρου 18 ισχύουν για συµβάσεις που συνάπτονται από 1 Ιανουαρίου 2013 και µετά.

7. Οι διατάξεις της παραγράφου 11 του άρθρου 18 ισχύουν από την έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012 (ΦΕΚ Α΄ 28).

8. Οι διατάξεις των περιπτώσεων α’, γ’, δ’ και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 24, έχουν εφαρµογή για διανεµόµενα κέρδη που εγκρίνονται από Γενικές Συνελεύσεις από την 1η Ιανουαρίου 2014 και µετά

9. Οι διατάξεις των περιπτώσεων β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 24 έχουν εφαρµογή για διανεµόµενα κέρδη που εισπράττονται την 1η Ιανουαρίου 2013 και µετά.

10. Οι διατάξεις της περίπτωσης β’ του άρθρου 41 έχουν εφαρµογή για δαπάνες που πραγµατοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 2014 και µετά.